ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανώτατη εκπαίδευση και οικονομική ανάπτυξη

Ο αείμνηστος διανοητής Παναγιώτης Κονδύλης έγραφε προφητικά το 1991 ότι ο κρατισμός αναπτύχθηκε υπέρμετρα στην Ελλάδα μετά το 1974, ικανοποιώντας το λαϊκό αίσθημα για απασχόληση στο Δημόσιο. Διαπίστωνε δε ότι «ακόμη και η απλούστερη σκέψη και γνώση φανερώνει ότι εθνική ανάπτυξη μπορεί να γίνει μόνο με την αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων, δηλαδή με τον αντίστοιχο περιορισμό της κατανάλωσης, προ παντός όταν τα καταναλωτικά αγαθά η χώρα δεν τα παράγει αλλά για να τα εισάγει δανείζεται, δηλαδή εκχωρεί τις αποφάσεις για το μέλλον της στους δανειοδότες της». Αυτό ακριβώς συνέβη μετά το 1985 και με την άνευ σχεδιασμού ίδρυση νέων Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, κατασπαταλώντας τόσο Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης όσο και δανεικά.

Ο γιγαντισμός του Κράτους και η επιβαλλόμενη συρρίκνωσή του, ώστε αυτό να είναι ευέλικτο, λειτουργικό και αποτελεσματικό, είναι ένα κυρίαρχο διακύβευμα, προκειμένου να απελευθερωθούν ανθρώπινοι και υλικοί πόροι για την ανάπτυξη. Ενας από τους προβληματικούς δημόσιους τομείς με πρωτοφανή γιγαντισμό για τα παγκόσμια δεδομένα είναι και η Ανώτατη Εκπαίδευση. Για την επιβαλλόμενη αλλαγή στον τρόπο διοίκησης και λειτουργίας των ΑΕΙ (Πανεπιστημίων και ΤΕΙ) έχουμε μιλήσει κατά κόρον στο παρελθόν, ενώ, σύμφωνα με τις πρόσφατες δηλώσεις της κυβέρνησης, αναμένεται η κατάθεση σχετικού νομοσχεδίου.

Την σχεδιαζόμενη, όμως, συγχώνευση φορέων του Δημοσίου θα πρέπει να ακολουθήσει η συγχώνευση και κατάργηση ΑΕΙ και ΤΕΙ.

Σήμερα, στη χώρα μας λειτουργούν 499 Τμήματα 24 Πανεπιστημίων και 16 ΤΕΙ, ως πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα σε 76 πόλεις και κωμοπόλεις. Τα προβλήματα που ανακύπτουν από μία τέτοια διασπορά είναι διοικητικά, υλικοτεχνικά, αλλά και οικονομικά, αφού γίνεται κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος για τη πρόσληψη και μισθοδοσία υπαλλήλων και διδασκόντων, την ανέγερση κτιριακών εγκαταστάσεων, τον εξοπλισμό εργαστηρίων και βιβλιοθηκών και τη συντήρηση και λειτουργία μονάδων που σε πολλές περιπτώσεις στερούνται φοιτητών και σπουδαστών. Αποτέλεσμα αυτού είναι η υποβάθμιση της προσφερομένης εκπαίδευσης και η υποθήκευση του μέλλοντος της νεολαίας μας. Η ακαδημαϊκή ανάπτυξη ακολούθησε σε μεγάλη έκταση το άναρχο και στρεβλό αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας, τόσο ως προς τα επιστημονικά αντικείμενα όσο και ως προς την χωροταξική τους κατανομή. Υπερβολική εξειδίκευση Τμημάτων, η οποία θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών, Τμήματα με ασαφές (και πολλές φορές ανύπαρκτο) γνωστικό αντικείμενο, απομόνωση Τμημάτων από τον κύριο κορμό του Ιδρύματος, Σχολές διάσπαρτες σε πόλεις και νησιά, αλληλοεπικαλύψεις αντικειμένων μεταξύ Πανεπιστημίων και ΤΕΙ στην ίδια ή σε άλλες πόλεις, αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του μοντέλου, που αναπτύχθηκε μετά το 1985 και το οποίο έφθασε στην υπερβολή με τα λεγόμενα «Τμήματα της διεύρυνσης 1998 – 2005». Τα δημόσια περιφερειακά Ιδρύματα και τα παραρτήματά τους αποτέλεσαν το σημαντικότερο μέσον ικανοποίησης πελατειακών πολιτικών αιτημάτων για πρόσληψη στο Δημόσιο, συντεχνιακών συμφερόντων, αλλά και άσκησης κρατικής «κοινωνικής πολιτικής». Θα πρέπει να δεχθούμε ότι οι επιφανειακά ιδωμένες ως θετικές πλευρές του εγχειρήματος απετέλεσαν τη βάση για την στρεβλή ανάπτυξη των τοπικών οικονομιών, αφού οι οικονομικές δραστηριότητες των τοπικών κοινωνιών περιορίσθηκαν στην εξυπηρέτηση του φοιτητικού πληθυσμού και στην πρόσληψη στο Δημόσιο. Αυτό και μόνον τους αποξένωσε από άλλες παραγωγικές δραστηριότητες, οι οποίες θα μπορούσαν να φέρουν πλούτο με τις εξαγωγές και την ταυτόχρονη μείωση των εισαγωγών αγαθών.

Σύμφωνα με τα ισχύοντα σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ και βάσει του πληθυσμού της χώρας, θα έπρεπε να έχουμε συνολικά 10 – 11 πανεπιστήμια και ΤΕΙ λειτουργούντα σε αντίστοιχο αριθμό πόλεων. Ο νησιωτικός χαρακτήρας της χώρας θα μπορούσε ενδεχομένως να ανεβάσει το πλήθος στα 15 – 17. Συνέπεια της αλόγιστης διασποράς και του πληθωρισμού σχολών είναι η κατασπατάληση πόρων (δανεικών), η έλλειψη ικανών επιστημόνων να στελεχώσουν αρκετά Τμήματα περιφερειακών Πανεπιστημίων και κυρίως ΤΕΙ, καθώς και η διαπόμπευση της έννοιας της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, με ακραίο φαινόμενο αυτό της λειτουργίας ενός και μόνου Τμήματος σε μία πόλη ή σε ένα νησί.

Μετά από αυτό ας μην αναρωτιόμαστε γιατί η Ελλάδα ήταν το 2008 πρώτη στον ΟΟΣΑ σε διάθεση πόρων στην Ανώτατη Εκπαίδευση, ως ποσοστού του ΑΕΠ, αλλά τελευταία σε απόδοση. Αποτελεί μονόδρομο και άμεση υποχρέωση της Κυβέρνησης ο χωροταξικός επανασχεδιασμός των ΑΕΙ με τη δημιουργία βιώσιμων Ιδρυμάτων, μέσω δραστικών συγχωνεύσεων. Θα πρέπει να τεθούν κανόνες διεθνώς δοκιμασμένοι, αξιοκρατικοί και ακαδημαϊκά τεκμηριωμένοι, όπως ότι τα Τμήματα είναι ενταγμένα σε Σχολές, κάθε Σχολή λειτουργεί αποκλειστικά και μόνο σε μία πόλη, συναφή Τμήματα στο ίδιο ΑΕΙ συγχωνεύονται, Τμήματα με ασαφή γνωστικά αντικείμενα καταργούνται, Πανεπιστήμια στην ίδια διοικητική περιφέρεια συγχωνεύονται ή συνεργάζονται, μειώνεται δραστικά ο αριθμός εισακτέων στα ΑΕΙ, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και τις ανάγκες της χώρας (κάτω του 50%, όπως ισχύει στις υπόλοιπες 56 χώρες του ΟΟΣΑ, αντί του σημερινού 94%), και μη βιώσιμα ΑΕΙ καταργούνται (κάθε ΑΕΙ, που θα προκύψει, έχει ένα ελάχιστο αριθμό Σχολών, ενώ κάθε Σχολή προσφέρει ένα ελάχιστο πλήθος Προπτυχιακών Προγραμμάτων Σπουδών). Τέλος, ιδρύονται στη θέση των καταργουμένων μονάδων των ΑΕΙ Επαγγελματικές Σχολές Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης μονοετούς ή διετούς φοίτησης, στις οποίες διοχετεύεται η πλειοψηφία των απολυομένων μαθητών από τα Λύκεια της χώρας για την εκπαίδευσή τους σε χρήσιμα επαγγέλματα.

Υπό την προϋπόθεση της άμεσης υλοποίησης -μεταξύ πολλών άλλων- και ενός τέτοιου σχεδίου, ίσως δούμε σε μερικά χρόνια στο βάθος του τούνελ την ανάκαμψη και λίγο αργότερα την πραγματική ανάπτυξη, αφού τα Πανεπιστήμια αποτελούν παντού πόλους ανάπτυξης της κοινωνίας.

* Καθηγητής και τ. πρύτανης του Πολυτεχνείου Κρήτης