ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι βασικοί άξονες και οι στόχοι του νέου αναπτυξιακού για προώθηση επενδύσεων

Μεγαλύτερη ευελιξία και όχι περισσότερα χρήματα είναι το καινούργιο στοιχείο που κομίζει το νέο αναπτυξιακό νομοσχέδιο, το οποίο κατατέθηκε στη Βουλή το βράδυ της Πέμπτης. Υπό τα στενά δημοσιονομικά περιθώρια στα οποία επιτρέπεται στην κυβέρνηση να κινηθεί, αυτό που επιδιώκει με τη συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία είναι η διευκόλυνση των επενδυτών, Ελλήνων και ξένων, μέσω της μείωσης της γραφειοκρατίας και της παροχής ευελιξίας στη χρήση των υφιστάμενων χρηματοδοτικών εργαλείων για την υλοποίηση των επενδυτικών τους σχεδίων.

Μάλιστα, τα όποια φορολογικά κίνητρα στις στρατηγικές επενδύσεις όχι μόνο δεν είναι περισσότερα από όσα ήδη προέβλεπε ο προηγούμενος νόμος, αλλά πλέον προβλέπεται ρητά ότι της χορήγησής τους απαιτείται προηγουμένως η έγκριση της Κομισιόν, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι δεν παραβιάζεται η κοινοτική νομοθεσία περί κρατικών ενισχύσεων. Η νέα φιλοσοφία για την ανάπτυξη έχει δύο βασικούς πυλώνες: περιορισμός της γραφειοκρατίας και αύξηση της εμβέλειας αναπτυξιακού και fast track έτσι ώστε να «χωρέσουν» όσο το δυνατόν περισσότερες επενδύσεις. Σε ό,τι αφορά τον περιορισμό της γραφειοκρατίας, η κυριότερη αλλαγή είναι ότι οι επενδυτές δεν θα χρειάζεται να περιφέρονται από υπουργείο σε υπουργείο προκειμένου να λάβουν τις απαιτούμενες άδειες, καθώς συστήνεται η Γενική Διεύθυνση Αδειοδοτήσεων, η οποία θα λειτουργεί ως κεντρική αδειοδοτική αρχή.

Βασικό εργαλείο για τη γρήγορη αδειοδότηση των στρατηγικών επενδύσεων είναι η θέσπιση των Ειδικών Σχεδίων Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΣΧΑΣΕ). Το ΕΣΧΑΣΕ επιτρέπει την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων για τον χωροταξικό προσδιορισμό, την επενδυτική ταυτότητα, τη χρήση γης, τη χωροθέτηση και την παραχώρηση αιγιαλού και παραλίας. Χρήση των ρυθμίσεων αυτών μπορεί να κάνει και η Εκκλησία για την πραγματοποίηση στρατηγικών επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία της.

Στην ίδια κατεύθυνση προβλέπεται η αυτοδέσμευση του επενδυτή, υπό την έννοια ότι θα υποβάλλει ένα είδος υπεύθυνης δήλωσης ότι τα δικαιολογητικά που έχει καταθέσει, εξαιρουμένων περιβαλλοντικών και πολεοδομικών αδειών, καθώς και αδειών παραχώρησης χρήσης αιγιαλού και παραλίας, πληρούν τους προβλεπόμενους όρους.

Προκειμένου να υλοποιηθεί ο δεύτερος πυλώνας, επέρχονται στη νομοθεσία σειρά αλλαγών για τη διευκόλυνση της ένταξης περισσότερων επενδυτικών προτάσεων τόσο στο καθεστώς fast track όσο και στα κίνητρα του επενδυτικού νόμου. Ετσι, πέραν των ήδη γνωστών κριτηρίων που εξακολουθούν να ισχύουν, μια πρόταση μπορεί να χαρακτηριστεί στρατηγική και να ενταχθεί στο fast track όταν: α) Αφορά υφιστάμενη επένδυση με την οποία διατηρούνται κατά τρόπο βιώσιμο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο νομοσχέδιο, τουλάχιστον 600 θέσεις εργασίας και β) είναι επωφελής για την οικονομία, ακόμη και αν δεν πληροί όλα τα κριτήρια.

Στα κίνητρα του επενδυτικού νόμου, από την άλλη, μπορούν να υπαχθούν δραστηριότητες που αφορούν σε ειδικές ναυπηγικές εργασίες, τουριστικές εγκαταστάσεις για ειδικές μορφές τουρισμού (π.χ. ιαματικός και συνεδριακός τουρισμός), ενώ πλέον θα επιδοτούνται οι προκαταρκτικές εργασίες σε μεταλλευτικές επενδύσεις.

Το μεγάλο ερώτημα, ωστόσο, είναι η χρηματοδότηση των επενδύσεων, η έλλειψη της οποίας έχει συνέπεια να μην προχωρούν ούτε τα έργα που έχουν υπαχθεί στον προηγούμενο αναπτυξιακό νόμο, τον 3908/2011. Στο νομοσχέδιο δεν επέρχεται κάποια αλλαγή ως προς τα ποσοστά ενίσχυσης και οι μοναδικές τροποποιήσεις αφορούν στη διαδικασία: α) Δίνεται η δυνατότητα προκαταβολής ακόμη και του 100% της ενίσχυσης υπό τον όρο ότι ο επενδυτής θα προσκομίσει ισόποση εγγυητική επιστολή προσαυξημένη κατά 10% και β) ο επενδυτής που έχει λάβει ενίσχυση με τη μορφή φοροαπαλλαγής μπορεί από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας της επένδυσης να κάνει χρήση του 1/2 του συνολικού ποσού της ενίσχυσης, αντί για το 1/3 που προβλέπεται σήμερα, γ) επίσης η δυνατότητα κάλυψης απαιτούμενης ίδιας συμμετοχής με έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο και με άμεσα ρευστοποιήσιμα πάγια στοιχεία. Η κυβέρνηση φιλοδοξεί να ξεκινήσει να «τρέξει» ο νέος νόμος από τον Απρίλιο, κυρίως για να «ανοίξει» ο δρόμος για στρατηγικές επενδύσεις που έχουν ήδη ανακοινωθεί και άλλες που επίκεινται.