ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Η λύση του προβλήματος της φορολογίας δεν είναι στις υπερεξουσίες

3008so11foro1

Το βάρος της αντιμετώπισης του οικονομικού εκτροχιασμού της χώρας έπεσε στο σκέλος των φορολογικών εσόδων, ενώ τόσο η αύξησή τους όσο και οι μειώσεις στις δαπάνες δεν έγιναν ορθολογικά. Στην αγωνιώδη του προσπάθεια να εισρεύσουν χρήματα στα δημόσια ταμεία, το υπ. Οικονομικών έλαβε μάλλον ακραίες αποφάσεις που «οπλίζουν» τη φορολογική διοίκηση εις βάρος των φορολογουμένων και των επιχειρήσεων. Η αρχή έγινε με την κατάργηση, στην πράξη, της δυνατότητας προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια για φορολογικές διαφορές, αφού αυτή πλέον προϋποθέτει την προκαταβολή του 50% των βεβαιωμένων φόρων, προστίμων και προσαυξήσεων.

Προ του 2010 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 10% ενώ ακόμη και αυτό δεν θα χρειαζόταν εάν το διοικητικό πρωτοδικείο λειτουργούσε γρήγορα και αποτελεσματικά και εξέδιδε αποφάσεις μέσα σε λίγους μήνες αντί των τεσσάρων και πλέον ετών που απαιτούνται σήμερα. Αντί δηλαδή η κυβέρνηση να αντιμετωπίσει το πραγματικό πρόβλημα, που είναι η δυσλειτουργία των φορολογικών δικαστηρίων, το «έλυσε» καθιστώντας αδύνατη στην πράξη την πρόσβαση πολιτών και επιχειρήσεων σε αυτά, στερώντας τους δηλαδή το θεμελιώδες δικαίωμα στη δικαστική προστασία. Η πρόνοια αυτή αυξάνει θεαματικά τη διαπραγματευτική θέση του ελεγκτικού μηχανισμού, γεγονός ανησυχητικό εάν λάβει κανείς υπόψη τις επιδόσεις της χώρας σε ζητήματα διαφθοράς όπως αυτή εκτιμάται ετησίως από διεθνείς οργανισμούς όπως π.χ. η Διεθνής Διαφάνεια.

Στα τέλη του περασμένου χρόνου το υπ. Οικονομικών ανακοίνωσε υπερηφάνως ότι έστειλε το πρώτο «ηλεκτρονικό κατασχετήριο» σε τράπεζα με στόχο τον λογαριασμό ενός νομικού προσώπου με ληξιπρόθεσμες οφειλές. Δεδομένου ότι η διαδικασία της κατάσχεσης γίνεται χωρίς ειδοποίηση δεν είναι λίγες οι φορές όπου ο «οφειλέτης του Δημοσίου» μαθαίνει ότι χρωστάει όταν πάει στο ΑΤΜ να κάνει ανάληψη ή προσπαθεί να πληρώσει τη μισθοδοσία και δεν βρίσκει υπόλοιπο στον λογαριασμό του. Η μη ειδοποίηση κρίθηκε αντισυνταγματική από το ΣτΕ τον περασμένο Μάρτιο (366/2014) αλλά η ενοχλητική για το υπουργείο απόφαση ανετράπη, κατά τα ειωθότα, από το ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Η νέα απόφαση (2082/2014) δέχεται ότι μη κοινοποίηση στον οφειλέτη είναι προφανώς αποδεκτή διότι «εάν αυτός επληροφορείτο την επικείμενη λήψη του μέτρου, θα έσπευδε να εισπράξει από τον τρίτο τα οφειλόμενα σε αυτόν χρήματα ή απαιτήσεις ή θα ανελάμβανε τα εις χείρας τρίτου κινητά του, με συνέπεια βεβαίως να καθίσταται αδύνατη η εξ αυτών ικανοποίηση της αξιώσεως του Δημοσίου».

Ακολουθώντας εκ νέου τη λογική του αρπακτικού, το υπουργείο δίνει τη δυνατότητα στον ελεγκτικό μηχανισμό να εισέρχεται στα σπίτια των οφειλετών και να κατάσχει μετρητά, χωρίς να απαιτείται η παρουσία εισαγγελικού λειτουργού. Δεδομένου ότι δεν είναι καθόλου δύσκολο για την εφορία να ζητήσει, για σοβαρή υπόθεση, την παρουσία εισαγγελέα για τη διενέργεια ελέγχου στην οικία του φορολογουμένου, δύσκολα δικαιολογείται η συγκεκριμένη απόφαση. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα, λόγω της θύελλας αντιδράσεων που ξεσήκωσε, θα κριθεί από τον Αρειο Πάγο.

Αυτές οι ακρότητες δεν λύνουν το πρόβλημα αλλά αποτελούν τελικά ισχυρό σύμπτωμα της παθογένειας του φορολογικού συστήματος και των υπηρεσιών του υπουργείου Οικονομικών.

* Ο κ. Μασέλος είναι πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Πλεκτικής και Ετοίμου Ενδύματος Ελλάδος (ΣΕΠΕΕ).