ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Τι πρέπει να γίνει με τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων

enfia

Θ​​α συμφωνήσω ότι η φορολογία στα ακίνητα είναι υψηλή. Είναι όμως υψηλός ο Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων γιατί έρχεται να προστεθεί σε άλλους υψηλούς φόρους (έμμεσους και άμεσους, φανερούς και υπέρ τρίτων), καθώς και στην υψηλή ανεργία.

Επίσης, θα συμφωνήσω ότι θα πρέπει να γίνουν ρυθμίσεις των οφειλών προς το Δημόσιο, επιμήκυνση του χρόνου και μείωση του επιτοκίου αποπληρωμής, στο πλαίσιο της επικείμενης γενικότερης ρύθμισης του κρατικού χρέους από τους πιστωτές.

Αλλά αυτά που ακούω, είτε από λαϊκιστές, είτε από δήθεν μεταρρυθμιστές, ότι δηλαδή «όποιο ακίνητο δεν παράγει εισόδημα δεν πρέπει να φορολογείται» κι ότι «επειδή κληρονομήσαμε ακίνητα σε ακριβές περιοχές δεν θα πρέπει να φορολογηθούν, εάν δεν υπάρχουν τα αντίστοιχα εισοδήματα», μας πάει πίσω σε άλλες εποχές.

Μας πάει πίσω στην εποχή της φεουδαρχίας, τότε που οι ευγενείς κληρονομούσαν εκτάσεις, τις οποίες ούτε καλλιεργούσαν, ούτε πωλούσαν σε αγρότες ή αστούς (τεχνίτες, εμπόρους και λόγιους της τότε εποχής) προς εκμετάλλευση. Αλλά, όλα αυτά τα θέματα λύθηκαν μερικούς αιώνες πριν, με τη Γαλλική Επανάσταση. Στην εποχή της αστικής δημοκρατίας που ζούμε σήμερα, φορολογούνται και οι έχοντες αλλά και οι κατέχοντες (κι αυτό συμβαίνει σε όλες τις χώρες της Δύσης).

Κι αυτό συμβαίνει όχι μόνο για λόγους εμπέδωσης της φορολογικής δικαιοσύνης αλλά κι ως μέσο για την εφαρμογή μιας εξαιρετικά σημαντικής διαρθρωτικής αλλαγής. Αναφέρομαι στο σημαντικό διαρθρωτικό πρόβλημα της «αργούσας» περιουσίας, δηλαδή της ακίνητης περιουσίας, η οποία παραμένει ανεκμετάλλευτη για δεκαετίες, είτε λόγω της μικρής επιφάνειας που την καθιστά αντιπαραγωγική (αγροτικά), είτε λόγω της παλαιότητας (οικίες), είτε λόγω της ύπαρξης πολλών κληρονόμων, τοποθεσίας κ.λπ.

Γιατί στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, ένα σημαντικό θέμα είναι η «αργούσα» περιουσία του Δημοσίου, αλλά ένα εξίσου μεγάλο θέμα είναι η «αργούσα» περιουσία του ιδιωτικού τομέα.

Μέχρι πριν από την εισαγωγή του ΕΝΦΙΑ, φορολογούσαν και το τελευταίο τετραγωνικό ηλεκτροδοτούμενης, εντός σχεδίου κτισμένης επιφάνειας. Αντιθέτως, έμεναν εκτός φορολόγησης, οικόπεδα κι άλλες εκτάσεις (εντός κι εκτός σχεδίου), καθώς και πάσης φύσης μη ηλεκτροδοτούμενα κτίσματα. Ετσι μία γκαρσονιέρα στο Πέραμα ή την Ελευσίνα πλήρωνε φόρο, ενώ αντιθέτως χιλιάδες αγροτικά ή ακαλλιέργητα στρέμματα ή οικόπεδα σε κεντρικά σημεία στα ακριβά και μη προάστια, δεν πλήρωναν.

Θα επαναλάβω ότι η τωρινή φορολογία στην ακίνητη περιουσία, σε συνδυασμό με όλους τους άλλους φόρους, είναι δυσβάστακτη και πρέπει να μειωθεί. Για να μειωθεί όμως η φορολογία, αυτό προϋποθέτει είτε τη μείωση του κράτους, είτε τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης.

Αυτό σημαίνει ότι στα κρατικά έσοδα πρέπει να συμμετέχουν όλοι, έχοντες και κατέχοντες, οι κάτοχοι ακινήτων αλλά και επιφανειών (και να συμμετέχουν και οι ΜΚΟ, η εκκλησία, τα ΝΠΙΔ). Με αυτό τον τρόπο, όλα τα ακίνητα θα συνεισφέρουν με μικρό ή μεγάλο φόρο, ανάλογα την αξία τους.

Αφήνω εκτός το θέμα των αντικειμενικών αξιών γιατί τον φορολογούμενο ενδιαφέρει πρωτίστως το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα, δηλαδή τον ενδιαφέρει τι φόρο θα πληρώσει. Το αν θα γίνει μέσω της μείωσης των αντικειμενικών ή της μείωσης της φορολογίας είναι δευτερεύον.

Μία ρεαλιστική λύση θα ήταν στον τωρινό ΕΝΦΙΑ να καταργούσαν τη διπλή φορολόγηση για «αντικειμενικές» αξίες άνω των 300.000 ευρώ (που μόνο αντικειμενικές δεν είναι), όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί. Με αυτό τον τρόπο, οι επενδύσεις στα ακίνητα θα ξαναγίνονταν ελκυστικές και θα είχαμε την επιστροφή των αγοραστών στην αγορά. Γιατί αυτή τη στιγμή, στην αγορά των ακινήτων υπάρχουν μόνο πωλητές με αρνητικά αποτελέσματα στις τιμές των ακινήτων.

Στους υπερασπιστές της διπλής φορολόγησης για αντικειμενικές αξίες άνω των 300.000 ευρώ, θα έθετα το ερώτημα εάν δέχονταν διπλή φορολόγηση για καταθέσεις άνω των 300.000 ευρώ ή για ομολόγα και μετοχές αναλόγου αξίας; Και πώς δέχονται ή προτείνουν την επιβολή διπλής φορολόγησης σε μία αγορά, γύρω από την οποία δραστηριοποιούνται περί τα 150 επαγγέλματα;

Σε δεύτερη φάση, ο νέος φόρος να αντικαθιστούσε όλους τους επί πλέον φόρους που σήμερα επιβαρύνουν το ακίνητο (συμπεριλαμβανομένων των δημοτικών τελών).

Τέλος, το σύνολο των κρατικών εσόδων από αυτό τον φόρο ανά Δήμο ή περιφέρεια, να αντικαθιστούσε την κρατική επιχορήγηση προς τους αντίστοιχους Δήμους ή περιφέρειες. Σε αυτή την περίπτωση, θα είχαμε μία εξαιρετικά θετική, σημαντική διαρθρωτική αλλαγή.

Επίσης, οι παραπάνω αλλαγές θα προκαλούσαν την επανενεργοποίηση της αγοράς των ακινήτων, γιατί ιδιοκτήτες και υποψήφιοι αγοραστές θα ήξεραν τι φόρος θα αναλογεί σε κάθε ακίνητο και δεν θα τιμωρούνταν οι επενδύσεις στο ακίνητο.

Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα, τον πολλαπλασιασμό των συναλλαγών και σταδιακά, την ανάκαμψη των τιμών των ακινήτων και την επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας γύρω από τα ακίνητα.

Οι επιπτώσεις θα ήταν πολύ θετικές στην αύξηση της απασχόλησης καθώς και του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Το ζήτημα γίνεται ακόμα πιο σοβαρό εάν αναλογιστούμε, ότι κατά το 2ο τρίμηνο του 2014, το ελληνικό ΑΕΠ διατηρήθηκε περίπου σταθερό (-0,2%) σε σχέση με το αντίστοιχο 2ο τρίμηνο του 2013, ενώ η αγορά των ακινήτων συνέχισε την πτωτική της πορεία.

Γίνεται αντιληπτό ποια θα ήταν η αύξηση του ΑΕΠ, η κατάσταση στην απασχόληση, στην ιδιωτική κατανάλωση, στην παραγωγή και στη γενικότερη ρευστότητα της αγοράς κατά το 2ο τρίμηνο του 2014, εάν οι επενδύσεις σε κατασκευές ή ανακατασκευές κατοικιών, βρίσκονταν σε φάση σταθεροποίησης ή μικρής ανόδου;

* Ο κ. Βασίλης Καραγιάννης είναι οικονομολόγος, έχει διατελέσει ανώτατο διευθυντικό στέλεχος σε πολυεθνικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.