ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Μεταρρυθμίσεις για ανάπτυξη, η βάση μιας νέας συνεννόησης

apopsi-metarrythmiseis-gia-anaptyxi-i-vasi-mias-neas-synennoisis-2051443

Η ​​οικονομία βρίσκεται σε εξισορρόπηση και ένας θετικός ρυθμός ανάπτυξης είναι εφικτός για το τρέχον έτος. Οι κίνδυνοι όμως εμφανίζονται αυξημένοι. Οφείλονται κατά ένα μέρος στην υποχώρηση των προοπτικών ανάπτυξης στο διεθνές περιβάλλον όπως και στην αύξηση των γεωπολιτικών κινδύνων. Κυρίως όμως οφείλονται στο ότι η σταθεροποίηση αποτελεί μόνο έναν ενδιάμεσο στόχο: όσο οι δομικές μεταρρυθμίσεις καθυστερούν, τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος ανατροπής της ισορροπίας που έχει ήδη επιτευχθεί. Ειδικότερα, κυριάρχησε σταδιακά τους τελευταίους μήνες η εικόνα ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα εφαρμογής και εμβάθυνσης μεταρρυθμίσεων, ότι η πίεση για άκριτες μειώσεις φόρων μπορεί να δημιουργήσει δημοσιονομικούς κινδύνους στο μέλλον, ενώ δόθηκε έμφαση στην άμεση απεμπλοκή από τη συμφωνία με τους πιστωτές και εταίρους, ακόμη και αν αυτή μπορεί να συνοδεύεται από πρόσθετο κόστος χρηματοδότησης και ρίσκο. Θα έλεγε κανείς ότι σε μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας κυριάρχησε η επιθυμία επιστροφής στις οικονομικές συμπεριφορές που οδήγησαν στην κρίση. Ως συνέπεια, η αδυναμία προσέλκυσης επενδύσεων και ειδικότερα η πρόσφατη ακραία πίεση στις αγορές ομολόγων και στην κεφαλαιαγορά είναι ευεξήγητες.

Ο δρόμος που ανοίγεται για την ελληνική οικονομία δεν θα είναι ευθύγραμμος, αλλά μπορεί να είναι πολύ θετικός. Ας δούμε τους κύριους όρους. Πρώτον, μια πολιτική ανάπτυξης με δημοσιονομική χαλάρωση και ελλείμματα δεν είναι εφικτή και αυτό δεν οφείλεται στην τρέχουσα συμφωνία. Η πειθαρχία απαιτείται απλώς και για την παραμονή στο κοινό νόμισμα και είναι το εύλογο κόστος για τη σταθερότητα που αυτό προσφέρει. Ακόμη και μετά τη λήξη της μνημονιακής συμφωνίας, η Ελλάδα θα βρίσκεται υπό επιτήρηση και συντονισμό με τους εταίρους, όπως άλλωστε και οι άλλες χώρες. Αλλωστε, μελλοντικά και εκτός προγράμματος επίσημης χρηματοδότησης, η αυστηρότερη επιτήρηση και έλεγχος θα προέρχεται από τους ιδιώτες επενδυτές, δηλαδή από τις «αγορές».

Δεύτερον, η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης το συντομότερο δυνατόν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να μην εκτροχιασθεί η προσαρμογή. Οι υψηλοί ρυθμοί απαιτούν σημαντική αύξηση των επενδύσεων, που με τη σειρά της προϋποθέτει τόσο ένα ελάχιστο επίπεδο πολιτικής σταθερότητας και συναίνεσης όσο και επιμονή σε μεταρρυθμίσεις που θα αμβλύνουν τα εμπόδια εισόδου στις αγορές.

Τρίτον, η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους συναρτάται στενά με την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και δεν έχει νόημα σε κανένα άλλο πλαίσιο. Ακόμη και αν επιτυγχανόταν μία σημαντική εφάπαξ μείωσή του, το χρέος δεν θα ήταν βιώσιμο εάν δεν υπήρχε εμπιστοσύνη για τη χώρα και υψηλά επίπεδα επενδύσεων. Αντίστροφα, μια σχετικά ηπιότερη πορεία συστηματικής απομείωσης της παρούσας πραγματικής αξίας του χρέους θα μπορούσε να εγγυηθεί τη βιωσιμότητά του εάν λειτουργούσε ως μοχλός για προσέλκυση επενδύσεων.

Συνολικά, η απεμπλοκή από τη «μνημονιακή» συμφωνία είναι εύλογο να γίνει σταδιακά. Το επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι μια νέα, αμοιβαία επωφελής, συνεννόηση ανάμεσα στην ελληνική οικονομία και την Ευρωπαϊκή Ενωση, που θα αντανακλά τη διόρθωση αστοχιών που έχουν παρατηρηθεί και θα δρομολογεί μια ομαλή πορεία σύγκλισης.

Ανεξάρτητα από τη θεσμική έκφραση που θα αναζητηθεί, ρητή βάση για τη συνεννόηση πρέπει να αποτελέσει το νέο αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας, με έμφαση στην εξωστρέφεια και την καινοτομία. Από την ελληνική πλευρά, πρέπει να υπάρξει δέσμευση για τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, με προτεραιότητα σε όσες βελτιώνουν το επιχειρηματικό περιβάλλον και την αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα. Είναι σημαντικό μία συμφωνία να περιγράφει σαφείς και μετρήσιμους στόχους, που όμως θα είναι συνολικοί. Θα πρέπει, δηλαδή, να αποτελέσει αντικείμενο και ευθύνη της ελληνικής πλευράς το πώς ακριβώς θα επιδιώξει την επίτευξη του κάθε στόχου, άλλωστε, η έως τώρα λεπτομερής εποπτεία αποδείχθηκε μάλλον αναποτελεσματική. Απαιτείται επίσης διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας που έχει συμφωνηθεί, χωρίς όμως περαιτέρω προσαρμογή, καθώς αυτή θα λειτουργούσε μάλλον αρνητικά για τις επενδύσεις, τις μεταρρυθμίσεις και τελικά για την ανάπτυξη.

Από την πλευρά των πιστωτών και εταίρων, θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι το βάρος εξυπηρέτησης του χρέους θα παραμένει χαμηλό για το ορατό μέλλον. Επιπροσθέτως, θα πρέπει επίσης να υπάρχει ποικιλοτρόπως υποβοήθηση κατάλληλων επενδύσεων, τόσο για τις απαραίτητες υποδομές όσο και για μακροχρόνιες ιδιωτικές παραγωγικές επενδύσεις. Συμπληρωματικά, θα πρέπει να εξασφαλιστεί μια δυνητική πιστωτική υποστήριξη, για χρήση στην περίπτωση που, παρά την επίτευξη μεταρρυθμιστικής προόδου, υπάρξει πρόσκαιρη και μη αναμενόμενη δυσχέρεια στη χρηματοδότηση της οικονομίας.

Βέβαια, η έννοια της μεταρρύθμισης, που οφείλει να είναι η καρδιά της νέας συνεννόησης, έχει απαξιωθεί στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Αυτό συνέβη λόγω της συστηματικής αντίδρασης αλλά και αστοχιών στην εφαρμογή. Η άρνηση όμως των μεταρρυθμίσεων στην ουσία αντιπροσωπεύει τον συμβιβασμό με την ιδέα ότι η ελληνική οικονομία έχει χαμηλή ανταγωνιστικότητα για εγγενείς λόγους που δήθεν δεν μπορούν να αλλάξουν. Μια αλλαγή είναι όχι μόνο εφικτή, αλλά και απαραίτητη και συνολικά επωφελής.

Εννοείται ότι ο δρόμος μιας νέας, αμοιβαία επωφελούς, συνεννόησης με τους εταίρους περνάει μέσα και από την επίτευξη μιας έστω ελάχιστης πολιτικής σταθερότητας και συναίνεσης στη χώρα. Αυτή μπορεί να δράσει καταλυτικά για την τελική έξοδο από την κρίση και την έναρξη ενός θετικού κύκλου ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων και διατηρήσιμης ανόδου της οικονομίας. Ο εναλλακτικός δρόμος, μια εμμονή για επιστροφή στους προ κρίσης κανόνες και συμπεριφορές, θα οδηγήσει την ελληνική οικονομία σε μια νέα κρίση, πολύ βαθύτερη και από τη σημερινή.

* Ο κ. Νίκος Βέττας είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ.