ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Πρόσκαιρα κέρδη και μακροπρόθεσμες απώλειες

apopsi-proskaira-kerdi-kai-makroprothesmes-apoleies-2083510

Η ​​ανάκτηση της εθνικής αξιοπρέπειας αποδίδει. Αποπληρώνουμε τις εξωτερικές μας υποχρεώσεις «κανονικά», ενώ είμαστε συνεπείς και στο εσωτερικό, καταβάλλοντας επίσης «κανονικά» μισθούς και συντάξεις. Το πρόσκαιρο κέρδος της υποτίθεται συνεπούς καταβολής προκαλεί αισθήματα αγαλλίασης στο οικονομικό επιτελείο. Η αδιέξοδη διαπραγματευτική τακτική λέγεται ηρωική αντίσταση, ενώ η υφαρπαγή μέσω πράξης νομοθετικού περιεχομένου ανακηρύσσεται πράξη πατριωτισμού. Παράλληλα, ο αγώνας ενάντια στον εξορθολογισμό της ετοιμόρροπης ελληνικής οικονομίας συνεχίζεται με πάθος, ενώ η αναστήλωση του ακραίου κρατισμού βαίνει με γοργούς ρυθμούς. Αρα, το μόνο πραγματικά σίγουρο είναι ότι ο λογαριασμός θα μεγαλώσει.

Οι πολίτες, ζαλισμένοι μάλλον από την τόσο μεγάλη επίδειξη εθνικής κυριαρχίας, δεν αντιδρούν. Κανείς δεν μοιάζει να ρωτά την πιο προφανή ερώτηση: πότε και με ποιο τρόπο θα επιστραφούν τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και των ΟΤΑ; Να υποθέσει κανείς ότι η μελλοντική συμφωνία με τους εταίρους, όποτε και αν αυτή συναφθεί, θα περιλαμβάνει προβλέψεις για την αποκατάσταση αυτών των απωλειών; Δηλαδή, στο χρηματοδοτικό κενό θα είναι δυνατό να υπολογιστεί και το «κενό» που έχει προκληθεί στους οργανισμούς αυτούς και να αναπληρωθεί; Αν ναι, αν πρόκειται οι πιστωτές να δεχτούν κάτι τέτοιο, και πάλι θα μεγαλώσει ο λογαριασμός. Αρα θα μεγαλώσει και το κόστος του επόμενου προγράμματος χρηματοδότησης, κόστος που αναγκαστικά θα μεταφραστεί σε νέα μέτρα. Είναι προτιμότερο να μην υιοθετήσει κανείς αυτήν την υπόθεση.

Το σενάριο «δανεικά και αγύριστα» είναι σαφώς επικρατέστερο, αρκεί να σκεφτεί κανείς τη διαχρονική αντιμετώπιση των φορέων του Δημοσίου από… το Δημόσιο. Δεν γίνεται να λογοδοτούν τα δικά μας παιδιά, ενώ η επίτευξη αποδόσεων αποτελεί περίπου ανάθεμα. Κάποιοι μπορεί να διαφωνήσουν, ακόμη και να θυμώσουν. Υπάρχει σαφής δήλωση ότι τα ταμειακά διαθέσιμα είναι πλήρως εξασφαλισμένα, με δικαίωμα αποζημίωσης από το Δημόσιο. Ποιο Δημόσιο όμως; Το ημιθανές, αυτό που έχει κηρύξει εσωτερική στάση πληρωμών, αυτό που πλεονάζει σε αναξιοπιστία; Ή θα υπάρξει «Δημόσιο» αν δεν επιτευχθεί η «αμοιβαία επωφελής συμφωνία»; Οσο περνούν οι μέρες και η οικονομία αρχίζει να συρρικνώνεται (το ΑΕΠ εμφάνισε μείωση κατά 0,2% έναντι του τελευταίου τριμήνου του 2014), καμία συμφωνία δεν θα προστατεύσει πραγματικά τη «λαϊκή οικογένεια», για την οποία κόπτεται η κυβέρνηση, εμμένοντας στις «κόκκινες» γραμμές για εργασιακό και ασφαλιστικό.

Είναι σαφές ότι η έννοια του long-term planning, του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, δεν συνάδει ούτε με τις πραγματικές θεσμικές ικανότητες της χώρας ούτε με τις πολιτικές αντοχές του πολιτικού της προσωπικού.

Ενώ, για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι οι συνταξιοδοτικές δαπάνες στην Ελλάδα θα είναι από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ενωση ως ποσοστό του ΑΕΠ τις επόμενες δεκαετίες, η ελληνική πλευρά επιμένει στην ιδιότυπη προστασία όλων εκείνων των παθογενειών που ακριβώς αυξάνουν αυτές τις δαπάνες. Κανείς δεν θέλει να «κοπούν οι συντάξεις». Ποιες συντάξεις όμως; Οι πολίτες, που προφανώς παραμένουν ζαλισμένοι από την προαναφερθείσα ευφορία, δεν αγανακτούν για τις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις κάποιων ή για τη χαμηλή διασύνδεση των συνταξιοδοτικών απολαβών με τις εισφορές κάποιων άλλων.

Ούτε και ξεσηκώνονται που αντί να δημιουργούνται αποθεματικά για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων του μέλλοντος (σε μία χώρα που εκτός του δημογραφικού της προβλήματος έχει να επιδείξει πλέον και παρατεταμένη υψηλή ανεργία), αυτά κατασπαταλώνται σήμερα, χωρίς να ανοίγει μύτη.

Η άρνηση προσαρμογής, η συλλογική αλλά και η προσωπική άρνηση ανάληψης των ευθυνών, θλίβουν στο παρόν και δημιουργούν μη διαχειρίσιμες απώλειες στο μέλλον. Η επέλαση στους φορείς αποτελεί σύμπτωμα μιας γενικότερης στάσης, όπου το ανερυθρίαστα κομματικό κράτος τίθεται στην υπηρεσία του λαού «του». Η συνεχιζόμενη αποκατάσταση αυτού του λαού είναι άλλωστε αυτή που θα εξασφαλίσει τη διαιώνιση του κομματικού κράτους. Μέσα στον φαύλο κύκλο που δημιουργείται, η υπόθεση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας πετιέται από το παράθυρο (μαζί και η προοπτική δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, προσέλκυσης επενδύσεων κ.λπ.), ενώ οι βαρύτατες θυσίες των προηγούμενων χρόνων ματαιώνονται. Πιο λυπηρό και από την καταστρατήγηση κάθε έννοιας «ανεξαρτησίας» των διοικήσεων, πιο λυπηρό και από το έλλειμμα εμπιστοσύνης που παγιώνεται -το Δημόσιο έχει πάψει να πληρώνει τις υποχρεώσεις του προς τρίτους- είναι ότι τελικά ο λαός θα πληρώσει το σημερινό, το πρόσκαιρο κέρδος της εθνικής ανάτασης, πιο ακριβά από όλους.

* Η κ. Ελένη Παναγιωταρέα είναι συγγραφέας του «Greece in the Euro» και Research Fellow του ΕΛΙΑΜΕΠ