ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Παρά τις πιέσεις ο Μάριο Ντράγκι κράτησε όρθιες τις ελληνικές τράπεζες

para-tis-pieseis-o-mario-ntragki-kratise-orthies-tis-ellinikes-trapezes-2094234

Ο πρόεδρος της ΕΚΤ έχει κάνει σχεδόν ό,τι μπορεί για να διατηρήσει την Ελλάδα στο ευρώ χωρίς να παραβεί τους κανόνες. Αν και κατηγορήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση ότι προκάλεσε ασφυξία στην ελληνική οικονομία και από τους σκληροπυρηνικούς ότι επέδειξε ελαστικότητα, τήρησε μια ισορροπημένη στάση. Η ελληνική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε ότι η ΕΚΤ διέκοψε τη χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών για να τη γονατίσει και να αποδεχθεί πιο σκληρή λιτότητα. Υπήρξαν και πιο ακραίες φωνές που υποστήριξαν ότι η ΕΚΤ προκάλεσε ηθελημένα κύμα μαζικών αναλήψεων ώστε να το χρησιμοποιήσει ως πρόσχημα για να κλείσει τις τράπεζες.

Στην πραγματικότητα ο Ντράγκι αντέκρουσε τους σκληροπυρηνικούς της ΕΚΤ που ήθελαν να διακοπεί πλήρως η ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες. Οσοι ήθελαν να επικρίνουν την ΕΚΤ ήταν εύκολο να παρερμηνεύσουν τις κινήσεις της, δεδομένου του πόσο περίπλοκες είναι οι λειτουργίες μιας κεντρικής τράπεζας. Μια παρερμηνεία είναι πως η ΕΚΤ οφείλει να λειτουργεί ως δανειστής ύστατης προσφυγής για τις τράπεζες όποιες κι αν είναι οι συνθήκες. Καμία κεντρική τράπεζα δεν λειτουργεί έτσι, γιατί οι τράπεζες δεν θα είχαν λόγο να επιδείξουν υπευθυνότητα.

Αντιθέτως, η ΕΚΤ επιμένει ότι οι τράπεζες πρέπει να είναι φερέγγυες και να προσφέρουν τις κατάλληλες υποθήκες ως αντάλλαγμα για τη ρευστότητα. Οσο εντεινόταν ο φόβος πως θα πτώχευε η ελληνική κυβέρνηση, ενισχυόταν και ο κίνδυνος να καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα. Ετσι η ΕΚΤ κινείτο αναλόγως με το αν αυξάνονταν ή μειώνονταν οι πιθανότητες συμφωνίας ανάμεσα στην Ελλάδα και στους δανειστές της.

Η πρώτη κίνηση της ΕΚΤ μόλις είχε εκλεγεί πρωθυπουργός ο Αλέξης Τσίπρας, ήταν να ανακοινώσει ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιούν ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου ως ενέχυρα για την παροχή ρευστότητας και έπρεπε να λαμβάνουν ρευστότητα από την Τράπεζα της Ελλάδος. Δεδομένου ότι η Ελλάδα βρίσκεται στα πρόθυρα πτώχευσης την τελευταία πενταετία, θα αναρωτιόταν κανείς γιατί η ΕΚΤ δεχόταν τα ελληνικά ομόλογα ώς την εκλογή Τσίπρα.

Είχε παραχωρήσει στην Ελλάδα εξαίρεση από τους κανονισμούς, που την υποχρεώνουν να δέχεται μόνον ομόλογα υψηλής ποιότητας. Η εξαίρεση, την οποία είχε προσφέρει και σε άλλες υπερχρεωμένες χώρες, δικαιολογείτο επειδή η Ελλάδα βρισκόταν σε πρόγραμμα στήριξης.

Εφόσον, όμως, ο Τσίπρας ήθελε να καταργήσει το πρόγραμμα, δεν πληρούντο πλέον οι όροι για την εξαίρεση, αν και η ΕΚΤ θα έπρεπε ίσως να περιμένει περισσότερο. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, πως έκοψε τη ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες. Τους μήνες που ακολούθησαν, η Τράπεζα της Ελλάδος τους παρείχε δεκάδες δισ. ευρώ κατόπιν έγκρισης από το Δ.Σ. της ΕΚΤ, μολονότι διαφωνούσαν πολλά μέλη του και κυρίως ο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της Γερμανίας. Στις 28 Ιουνίου, όταν ο Τσίπρας ανακοίνωσε το δημοψήφισμα και τάχθηκε υπέρ της απόρριψης των όρων των δανειστών, οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης αποφάσισαν να μην παρατείνουν το παλαιό πρόγραμμα που έληγε στις 30 Ιουνίου.

Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν έκαναν καλά. Εφόσον το έκαναν, όμως, η ΕΚΤ δεν μπορούσε παρά να περιορίσει τη ρευστότητα που παρείχε η Τράπεζα της Ελλάδος. Είχε αυξηθεί ραγδαία η πιθανότητα να προβεί η Αθήνα σε στάση πληρωμών. Αν η ΕΚΤ είχε διακόψει τη ρευστότητα, θα είχε προκαλέσει κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και θα είχε εξωθήσει την Ελλάδα εκτός ευρώ. Ο Ντράγκι και οι σύμμαχοί του κατάφεραν να μην υλοποιηθεί αυτό το σενάριο. Ακόμη και το πάγωμα της ρευστότητας, όμως, υπαγόρευσε το κλείσιμο των ελληνικών τραπεζών και τους ελέγχους στις κινήσεις κεφαλαίων.

Μέχρις ότου ανακεφαλαιοποιηθούν οι ελληνικές τράπεζες, ο Ντράγκι θα εξακολουθήσει να ισορροπεί ανάμεσα στα γεράκια που ζητούν σκληρή γραμμή και τις περιστέρες που ζητούν επιείκεια. Ας ελπίσουμε πως θα τα καταφέρει.