ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Ανάπτυξη μόνο αν βελτιωθεί το νομοθετικό έργο

apopsi-anaptyxi-mono-an-veltiothei-to-nomothetiko-ergo-2105536

Α​​ν δεν γίνουν επενδύσεις, ελληνικές και ξένες, όχι μόνο δεν θα υπάρξει οικονομική ανάπτυξη και δεν θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, αλλά και δεν θα σταθεροποιηθεί η ελληνική οικονομία στα σημερινά χαμηλά επίπεδα που έχει βρεθεί ύστερα από έξι χρόνια καθοδικής πορείας και μεγάλης καταστροφής εταιρικής αξίας. Οι περισσότερες επιχειρήσεις σήμερα λειτουργούν στα όρια της βιωσιμότητάς τους και χρειάζονται μεγάλες επενδύσεις για να διατηρηθούν στα σημερινά τους επίπεδα.

Οι επενδυτές γνωρίζουν πολύ καλά ότι το επιχειρηματικό κλίμα στην Ελλάδα δεν είναι ευνοϊκό για επενδύσεις. Πολλοί λόγοι συντρέχουν για την έλλειψη ευνοϊκού επιχειρηματικού κλίματος στη χώρα μας, που κατά την άποψή μου είναι αποτέλεσμα χαμηλής ποιότητας διακυβέρνησης. Οι πιο σημαντικοί από αυτούς είναι: πολιτική και οικονομική αστάθεια, μικρή αγορά που αδυνατεί να εκμεταλλευτεί τη στρατηγική της θέση, αργή απόδοση δικαιοσύνης – στα όρια αρνησιδικίας, μεταβαλλόμενο φορολογικό σύστημα, αργές και πολύπλοκες διαδικασίες υποστήριξης από τους ΟΤΑ και τις δημόσιες υπηρεσίες και χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας.

Παρά το γεγονός ότι ζούμε σε μια από τις ωραιότερες χώρες του κόσμου, κάτι που αναγνωρίζεται διεθνώς, και είμαστε απόγονοι ενός από τους πιο σημαντικούς λαούς της παγκόσμιας ιστορίας, έχουμε καταφέρει να είναι η Ελλάδα σήμερα η τελευταία χώρα της Ευρώπης κι αν όχι ακόμη, πολύ σύντομα φοβάμαι, η τελευταία των Βαλκανίων.

Το σύστημα διακυβέρνησης που έχουμε δημιουργήσει δεν είναι φιλικό ούτε για το επιχειρείν και τη δημιουργία αξίας ούτε για νέες επενδύσεις. Οσοι μάλιστα από εμάς έχουμε μακρόχρονη εργασιακή εμπειρία, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες, εύκολα καταλήγουμε στη διαπίστωση ότι το σύστημα διακυβέρνησης της χώρας μας δεν αναδεικνύει ό,τι καλύτερο έχει μέσα του ο άνθρωπος, σε σύγκριση με αυτά των ανεπτυγμένων οικονομιών. Πιστεύω ότι αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά και όχι κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της φυλής, όπως πιστεύουν πολλοί.

Επιβάλλεται να μελετήσουμε προσεκτικά τους παράγοντες που επηρεάζουν θετικά τη θέση των μικρών και περιφερειακών οικονομιών, όπως η δική μας, στη διεθνή αγορά επενδύσεων και προσφέρουν προϊόντα και υπηρεσίες πολύ πιο ποιοτικά και χαμηλότερου κόστους σε σύγκριση με τα δικά μας. Πολύ απλά, γιατί η Ιρλανδία, μια μικρή οικονομία στην άκρη της Ευρώπης, όπως και εμείς, είναι μια από τις ηγέτιδες χώρες στην προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων;

Υπάρχουν παραδείγματα χωρών όπως η τότε Δυτική Γερμανία, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Πολωνία, η Τσεχία, η Σλοβενία, η Σλοβακία, η Ιρλανδία, η Αυστραλία, η Σιγκαπούρη κ.λπ. οι οποίες είχαν βρεθεί στο παρελθόν σε δύσκολη οικονομική θέση ή, μερικές από αυτές, σε χειρότερη από τη δική μας, και κατάφεραν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα να ανακάμψουν. Το πέτυχαν αυτό επικεντρώνοντας την προσοχή τους στο να υιοθετήσουν στη χώρα τους τις βέλτιστες πρακτικές άλλων χωρών. Είχαν μάλιστα το πλεονέκτημα να το πετύχουν σε σύντομο χρονικό διάστημα γιατί απέφυγαν τα λάθη που έκαναν οι χώρες που υλοποίησαν τις πρακτικές αυτές για πρώτη φορά.

Είναι γεγονός ότι η ανοικοδόμηση μερικών από αυτές τις οικονομίες επετεύχθη σε περιόδους διακυβέρνησης εθνικών απολυταρχικών καθεστώτων, όπως στις περιπτώσεις της Νοτίου Κορέας και της Σιγκαπούρης, είτε υπό την αναγκαστική καθοδήγηση των συμμαχικών δυνάμεων στις περιπτώσεις της Δυτικής Γερμανίας και της Ιαπωνίας. Δυστυχώς, η «αναγκαστική καθοδήγηση» στην οποία έχει υποβληθεί η χώρα μας τα τελευταία πέντε χρόνια από την τρόικα δεν έχει τα αναμενόμενα θετικά αποτελέσματα, κυρίως γιατί ο ελληνικός λαός αρνήθηκε να συναινέσει διότι πίστευε, και εξακολουθεί να πιστεύει, ότι οι μεταρρυθμίσεις των μνημονίων προωθούνται από την Ευρωζώνη και τους πιστωτές μας για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων και όχι για την ανοικοδόμηση της ελληνικής οικονομίας και για το συμφέρον του ελληνικού λαού. Την απαραίτητη συναίνεση για ποιοτικό έργο δραστικών μεταρρυθμίσεων οι ώριμες Δημοκρατίες την επιτυγχάνουν με πολιτικό διάλογο ουσίας.

Εντυπωσιακές είναι, κατά τη γνώμη μου, οι διαδικασίες που έχουν υιοθετήσει τα τελευταία χρόνια η Νέα Ζηλανδία και η Αυστραλία για τη βελτίωση του νομοθετικού τους έργου. Συγκεκριμένα, έχουν υιοθετήσει διαδικασίες βέλτιστων πρακτικών ώστε το νομοθετικό τους έργο να εμπλουτίζεται από τη διεθνή εμπειρία για την καλύτερη αξιολόγηση των πλεονεκτημάτων διαφορετικών μεθόδων προσέγγισης κοινών προβλημάτων δημόσιας πολιτικής.

Ενα παράδειγμα από τον χώρο της πολύπαθης ανώτατης παιδείας μας θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τη βελτίωση του νομοθετικού έργου που θα προκύψει αν κατά την εισαγωγή του πρόσφατου σχετικού νομοσχεδίου είχε επιβληθεί να απαντηθούν τρία ερωτήματα:

Ποια χώρα εφαρμόζει το καλύτερο πρότυπο ανώτατης παιδείας; Πόσο κοντά, ως χώρα, είμαστε στη διεκδίκηση του καλύτερου προτύπου; Πώς μπορεί να βελτιωθεί το προτεινόμενο νομοσχέδιο ώστε να έρθουμε πιο κοντά στο καλύτερο σύστημα ανώτατης παιδείας;

Με αυτόν τον τρόπο, ο υπουργός Παιδείας και οι συνεργάτες του θα έφερναν στη Βουλή ένα νομοσχέδιο το οποίο θα είχε υποστεί τη βάσανο των βέλτιστων πρακτικών προσδιορίζοντας τα χαρακτηριστικά του καλύτερου προτύπου ανώτατης παιδείας. Αυτή η διαδικασία θα επέτρεπε διάλογο ουσίας αναγκάζοντας τα κόμματα της αντιπολίτευσης ή να έρθουν με προτάσεις βελτίωσης του συγκεκριμένου νομοσχεδίου ή να παραθέσουν ένα καλύτερο, κατά την άποψή τους, υφιστάμενο πρότυπο.

Οι μεταρρυθμίσεις που απαιτείται να γίνουν για να γίνει η χώρα μας πόλος έλξης ξένων και ελληνικών επενδύσεων είναι πάρα πολλές. Η διαδικασία βέλτιστων πρακτικών στην παραγωγή του νομοθετικού έργου θα εξασφαλίσει διάλογο ουσίας και συναίνεσης.

* Πρόεδρος του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ).