ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανεξέλεγκτο παραμένει το λαθρεμπόριο καυσίμων

anexelegkto-paramenei-to-lathremporio-kaysimon-2105542

Από το 2012 που ψηφίστηκε ο νόμος (4093) για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου δεν έχει καταφέρει να υλοποιηθεί μέχρι σήμερα, κάτι που επιβεβαιώνει πλήρως την εκτίμηση που λέει «ότι στην Ελλάδα το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη νόμων αλλά η εφαρμογή τους». Στο μεταξύ, μέσα στα τρία αυτά χρόνια και με στόχο πάντα την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου και της διαφθοράς, έχουν ξοδευτεί πάνω από 100 εκατ. ιδιωτικοί και δημόσιοι πόροι, άπειρες εργατοώρες για τη μελέτη, καταγραφή και αντιμετώπιση του φαινομένου, έχουν ανακοινωθεί πολλάκις από συναρμόδιους υπουργούς «άξονες μέτρων», «μαύρες» και «άσπρες» λίστες, και «μυστικά αυτοκίνητα» και φυσικά «σαρωτικοί έλεγχοι». Η πραγματικότητα ωστόσο προκαλεί ερωτήματα ακόμη και για τις προθέσεις της Πολιτείας σε σχέση με το λαθρεμπόριο.

Το θεσμικό πλαίσιο

Το 2012 υποχρεώθηκε να θεσμοθετήσει μέτρα υπό την πίεση του μνημονίου και κατέληξε σε ένα θεσμικό πλαίσιο, η ενεργοποίηση του οποίου στηρίχτηκε στην προβλεπόμενη έκδοση 14 συνολικά υπουργικών αποφάσεων. Από αυτές τρεις δεν έχουν καν εκδοθεί, οι περισσότερες δεν έχουν εφαρμοστεί στο σύνολό τους, ενώ για κάποιες άλλες η εφαρμογή τους απαιτεί συμπληρωματικές υπουργικές αποφάσεις. Η πλέον σκανδαλώδης ωστόσο περίπτωση είναι αυτή της εγκατάστασης συστήματος εισροών-εκροών στα πρατήρια, που αποτελεί και το κατ’ εξοχήν μέτρο για την πάταξη του λαθρεμπορίου. Σύμφωνα με τη σχετική υπουργική απόφαση, τέτοια συστήματα θα έπρεπε να εγκαταστήσουν μέχρι τον Αύγουστο του 2013 όλα τα πρατήρια σε Αττική και Θεσσαλονίκη, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2014 στους νομούς Λάρισας, Αχαΐας, Ηρακλείου, Μαγνησίας και Ιωαννίνων και μέχρι τον Αύγουστο του 2014 τα πρατήρια της υπόλοιπης χώρας. Η εγκατάσταση αυτού του συστήματος κόστισε συνολικά σε πρατηριούχους και Δημόσιο (χρηματοδοτήθηκε από το Πρόγραμμα Δημοσίων Δαπανών) πάνω από 100 εκατ. ευρώ, χωρίς να έχει μέχρι σήμερα αξιοποιηθεί, ευθύνη που βαρύνει εξ ολοκλήρου το υπουργείο Οικονομικών και την Γ.Γ. Πληροφοριακών Συστημάτων.

Αποκαλυπτικά στοιχεία

Τα στοιχεία που έδωσε μέσα στην εβδομάδα στη δημοσιότητα ο Σύνδεσμος Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών (ΣΕΕΠΕ) είναι αποκαλυπτικά. Ενώ σύστημα εισροών-εκροών έχει εγκαταστήσει το σύνολο των εταιρειών εμπορίας και το 98% των πρατηρίων εκ των οποίων το 94% αποστέλλει κανονικά στοιχεία στο υπουργείο Οικονομικών, τα στοιχεία αυτά ούτε ελέγχονται ούτε αξιοποιούνται από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων. Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στη στελέχωση της ΓΓΠΣ. Επιπροσθέτως, το κεντρικό πληροφοριακό σύστημα της ΓΓΠΣ πρέπει να ενισχυθεί ώστε να έχει δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου. Δεν έχει καθοριστεί διαδικασία διασταύρωσης των στοιχείων που καταχωρίζει ο πρατηριούχος κατά την παραλαβή των καυσίμων. Με την υφιστάμενη διαδικασία οι πρατηριούχοι καταχωρίζουν μόνοι τους τα στοιχεία της προμηθεύτριας εταιρείας στο σύστημα και δεν υπάρχει τρόπος διασταύρωσης της ορθότητας αυτών των στοιχείων, καθώς το σύστημα δεν είναι αυτοματοποιημένο. Επίσης, δεν έχει δημιουργηθεί μηχανισμός πιστοποίησης και ελέγχου των εγκατεστημένων λογισμικών.

Ανενεργό

Ετσι το σύστημα παραμένει ανενεργό, με αποτέλεσμα αφενός το Δημόσιο να μην μπορεί να εισπράξει τα διαφυγόντα έσοδα από την παράνομη διακίνηση των καυσίμων και αφετέρου να ευνοούνται οι παραβάτες εις βάρος των υγιών επιχειρηματιών της αγοράς. Εταιρείες και πρατήρια που λειτουργούν με βάση τη νομιμότητα πιέζονται και από τον αθέμιτο ανταγωνισμό της παραβατικότητας στην αντλία. Το φαινόμενο έχει ενταθεί τα χρόνια της κρίσης και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αγοράς, το 30% των καυσίμων στην Αττική περνάει μέσα από «πειραγμένες αντλίες», οι οποίες «κλέβουν» από τον καταναλωτή μέχρι και 12 λεπτά το λίτρο. Η πρακτική αυτή θα είχε σταματήσει από τον Αύγουστο του 2014 εάν εφαρμοζόταν κανονικά το μέτρο της εγκατάστασης συστημάτων εισροών-εκροών…

Οι εκκρεμότητες

Σε εκκρεμότητα παραμένουν τρεις υπουργικές αποφάσεις τρία χρόνια μετά την ψήφιση του νόμου για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου.

1. Εκκρεμεί η έκδοση ΚΥΑ που αφορά το σύστημα εισροών-εκροών στις φορολογικές αποθήκες σχετικά με τον τρόπο, τον χρόνο, το είδος, τη συχνότητα αποστολής και τη γραμμογράφηση των δεδομένων που θα αποστέλλονται στη ΓΓΠΣ καθώς και για τις διαδικασίες και μεθόδους ελέγχου της λειτουργίας του λογισμικού εισροών-εκροών.

2. Η έκδοση ΚΥΑ για τον καθορισμό των προδιαγραφών, της διαδικασίας και των λεπτομερειών για την ολοκλήρωση του συστήματος GPS σε βυτιοφόρα και πλωτά μέσα.

3. Η ΚΥΑ για εφαρμογή συστήματος εισροών-εκροών σε όλους τους τομείς της εφοδιαστικής αλυσίδας καυσίμων και συγκεκριμένα:

α. Στους αποθηκευτικούς χώρους όλων των κατόχων αδειών του νόμου 3054/2002 συμπεριλαμβανομένων των ελεύθερων αποθηκών των εταιρειών εμπορίας πετρελαιοειδών, των αποθηκών μεγάλων καταναλωτών και των αποθηκών των παραγωγών ή διακινητών καυσίμων.

β. Στις εγκαταστάσεις ιδιωτικών/ εργοταξιακών πρατηρίων του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

γ. Στους σταθμούς ανεφοδιασμού σκαφών σε μαρίνες κ.λπ.

δ. Στους αποθηκευτικούς χώρους όλων των παραγωγών ή διακινητών χημικών προϊόντων (τολουόλη, διαλύτες, μεθανόλη, αιθανόλη, κ.λπ.) που μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο λαθρεμπορίας.

ε. Σε εταιρείες με χώρους στάθμευσης οχημάτων και αποθηκευτικές εγκαταστάσεις για τη φύλαξη και συντήρησή τους που διατηρούν δεξαμενές αποθήκευσης καυσίμων.

Διαφθορά, αθέμιτος ανταγωνισμός και ρύπανση

Τρεις συν μία είναι οι κύριες πρακτικές του λαθρεμπορίου στα καύσιμα, που σύμφωνα με τις παραδοχές που έχει κάνει ο ΣΕΕΠΕ ανά κατηγορία, στερούν από το Δημόσιο έσοδα της τάξης των 125 εκατ. ευρώ (συντηρητικό σενάριο) έως 300 εκατ. ευρώ (ακραίο σενάριο). Οι επιπτώσεις, όμως, από το λαθρεμπόριο δεν περιορίζονται στα διαφυγόντα κέρδη για το Δημόσιο, είναι κοινωνικές, λόγω του αθέμιτου ανταγωνισμού που δημιουργεί, αλλά και περιβαλλοντικές, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις τα καύσιμα ειδικής χρήσης, όπως το πετρέλαιο ναυτιλίας, χρησιμοποιούνται παράνομα εντός του αστικού ιστού, με αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και στην υγεία των πολιτών. Επιπλέον, τα παράνομα έσοδα από το λαθρεμπόριο, λόγω του ότι δεν είναι «φανερά», μπορούν ευκολότερα να χρησιμοποιηθούν για άλλους παράνομους σκοπούς και έτσι να ενισχύσουν φαινόμενα διαφθοράς.

«Το λαθρεμπόριο, ως παράνομη πρακτική, είναι αυτοτροφοδοτούμενο και όσο συνεχίζεται, τόσο ενισχύεται», τονίζει στην «Κ» ο πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ Γιάννης Αληγιζάκης και δίνει το εξής παράδειγμα: «Ενα πρατήριο καυσίμων που διακινεί λαθραία καύσιμα έχει τη δυνατότητα να πουλάει πολύ φθηνότερα από τους ανταγωνιστές του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το πρατήριο αυτό να αυξάνει τις πωλήσεις και τα μερίδια αγοράς του στην περιοχή όπου δραστηριοποιείται και σταδιακά να καθιστά μη βιώσιμα τα γειτονικά του πρατήρια που δουλεύουν νόμιμα, οδηγώντας τα σε κλείσιμο. Το λαθρεμπόριο δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες ανταγωνισμού για όσους προσπαθούν να λειτουργήσουν νόμιμα, αφού οι παρανομούντες διαθέτουν καύσιμα κάτω του κόστους, χρησιμοποιώντας τα παράνομα έσοδα για να καλύψουν το περιθώριό τους και να αυξήσουν τα μερίδιά τους». Η πολιτεία έχει αναγνωρίσει το πρόβλημα και «είναι επιτακτική ανάγκη να προχωρήσει και να ολοκληρωθεί η εφαρμογή όλων των μέτρων που έχουν ψηφισθεί και παράλληλα οι αρμόδιες υπηρεσίες ελέγχου να ενισχυθούν κατάλληλα και να ξεκινήσουν ουσιαστικούς ελέγχους στην αγορά», τονίζει ο κ. Αληγιζάκης και υπογραμμίζει ότι ο Σύνδεσμος που εκπροσωπεί είναι στη διάθεσή της για να συνδράμει αυτό το έργο. Οι κύριοι τρόποι λαθρεμπορίας είναι οι εξής:

1. Πετρέλαιο θέρμανσης. Είναι δυνατόν να διοχετευθεί κυρίως από εταιρείες εμπορίας, πρατήρια υγρών καυσίμων, πωλητές πετρελαίου θέρμανσης ή/και μεταφορείς σε πρατήρια ή σε άλλους καταναλωτές (αγρότες, εργοτάξια, βιοτεχνίες, μεταφορικές εταιρείες κ.λπ.), όπου και πωλείται ως πετρέλαιο κίνησης. Τα διαφεύγοντα έσοδα του Δημοσίου είναι η διαφορά Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) μεταξύ πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης και ο αναλογών σε αυτήν ΦΠΑ. Ειδικά από τον Οκτώβριο 2012, η διαφορά αυτή ήταν ιδιαίτερα χαμηλή λόγω της εξίσωσης του ΕΦΚ, οδηγώντας έτσι σε εξάλειψη του κινήτρου για λαθρεμπόριο αυτής της μορφής και παρέμεινε σχετικά χαμηλή ακόμη και μετά τη μείωση του ΕΦΚ του πετρελαίου θέρμανσης από 330 ευρώ σε 230 ευρώ το χιλιόλιτρο.

2. Πετρέλαιο ναυτιλίας. Είναι δυνατόν να διοχετευθεί παράνομα στην αγορά (πρατήρια, πωλητές πετρελαίου θέρμανσης, μεταφορικές εταιρείες κ.λπ.) από εταιρείες εμπορίας ή τους μεταφορείς βυτιοφόρων ή πλωτών μέσων (σλέπια) και να πωλείται ως πετρέλαιο κίνησης. Δεδομένου ότι τα ναυτιλιακά καύσιμα δεν υπόκεινται σε ΕΦΚ ή ΦΠΑ, τα διαφεύγοντα έσοδα του Δημοσίου είναι το σύνολο ΕΦΚ και ΦΠΑ.

3. Εικονικές εξαγωγές πετρελαίου κίνησης ή βενζινών. Σε αυτήν την περίπτωση, η δυνατότητα για λαθρεμπόριο αφορά καύσιμα που ενώ δηλώνονται ως εξαγωγές, καταλήγουν σε πρατήρια εντός της χώρας. Τα διαφεύγοντα έσοδα είναι και σε αυτήν την περίπτωση το σύνολο του ΕΦΚ και του ΦΠΑ, αφού πρόκειται για αδασμολόγητα καύσιμα.

4. Αλλες πιθανές εστίες λαθρεμπορίου.

α) Διαλύτες (τολουόλιο κ.λπ.), μεθανόλη κ.ά., που νοθεύουν βενζίνες ή και πετρέλαιο. Οι διαλύτες αυτοί δεν επιβαρύνονται με τον Ειδικό Φόρο που επιβαρύνονται π.χ. οι βενζίνες, δηλαδή 670 ευρώ ανά κυβικό, άρα κάθε κυβικό που αντικαθιστούν σημαίνει αντίστοιχη απώλεια εσόδων για το κράτος. Εδώ δεν είναι δυνατόν να υπολογισθούν ζημιές που προκαλούν στα οχήματα λόγω ακαταλληλότητας χρήσης.

β) Βιοντίζελ που εισάγεται σαν σπορέλαιο ή παράγεται σε εγχώριες μονάδες και νοθεύει πετρέλαιο κίνησης.

γ) Πετρέλαιο που περιέχεται στα απόβλητα πλοίων (slops), από κλοπή των καυσίμων του πλοίου και διοχετεύονται εν τέλει σε πρατήρια.

δ) Λαθρεμπόριο υγραερίου, μέσω πώλησης βιομηχανικού / θέρμανσης ως autogas.

Οι παραπάνω περιπτώσεις, σύμφωνα με τον ΣΕΕΠΕ, αφορούν προϊόντα που διακινούνται σε μικρές ποσότητες και εκτιμάται ότι δεν επηρεάζουν ουσιαστικά τα μεγέθη που μπορεί να προκύψουν από τις τρεις πρώτες κατηγορίες. Ωστόσο, δεν παύουν να αποτελούν σημαντικές πηγές αθέμιτου ανταγωνισμού, παραοικονομίας και διαφθοράς. Π.χ. ένας παραγωγός που πουλάει λαθραίο βιοντίζελ σε πρατήρια αποκτά πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών του, όπως και μια βιομηχανία που διοχετεύει τμήμα των διαλυτών που χρησιμοποιεί στο λαθρεμπόριο.