ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Γιατί να θέλουν αυτοί να διορθώσουν το ασφαλιστικό;

apopsi-giati-na-theloyn-aytoi-na-diorthosoyn-to-asfalistiko-2117508

​Δ​εν χρειάζεται να αποδείξουμε την αξία ενός δίκαιου και βιώσιμου ασφαλιστικού. Αφορά τη διαχείριση των πόρων για την παροχή συντάξεων και υπηρεσιών υγείας σε ένα διαχρονικά αυξανόμενο κομμάτι του πληθυσμού. Η διαχείριση που κάνει η κυβέρνηση σήμερα στην πίεση των εταίρων για ασφαλιστική μεταρρύθμιση δεν διαφέρει από αυτή που έκαναν όλες οι κυβερνήσεις των παλαιών κομμάτων.* Ελάχιστοι πολιτικοί επιχείρησαν να μας εξηγήσουν τα προβλήματα του ασφαλιστικού. Αποτέλεσμα, ο κόσμος να φαντάζεται ότι «το πρόβλημα είναι τα λεφτά» και χωρίς πολλή σκέψη να καταδικάσει το PSI**, που κούρεψε τα αποθεματικά. Η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική.

Τρία είναι τα μείζονα προβλήματα του ασφαλιστικού σήμερα:

Το πρώτο είναι το έλλειμμα. Σε όλες τις χώρες το σύστημα δεν στηρίζεται μόνο στις εισφορές αλλά και στην κρατική επιχορήγηση. Στην Ελλάδα όμως η επιδότηση αυτή είναι περίπου διπλάσια των άλλων χωρών με ανταποδοτικό σύστημα, και σε απόλυτους αριθμούς φτάνει τα 15 δισ. ευρώ ή το 1/3 του συνόλου των φορολογικών εσόδων με στοιχεία του 2013, δηλαδή μετά τις περικοπές στις συντάξεις. Η προσαρμογή της χώρας στα κανονικά όρια σημαίνει ότι θα μπορούσε να καταργήσει φόρους ύψους 3 ΕΝΦΙΑ.*** Το δημοσιονομικό σκέλος του ασφαλιστικού προβλήματος επιδεινώθηκε με τη μεγάλη μείωση των εσόδων του ασφαλιστικού λόγω της ανεργίας, αλλά και της μείωσης των αποδοχών των εργαζομένων.

Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα είναι οι αδικίες. Ανθρωποι σε διαφορετικούς κλάδους με παρόμοια συμβολή σε ένσημα έπαιρναν πολύ διαφορετικές συντάξεις. Οι περικοπές που έγιναν μείωσαν μεν ελαφρώς την τρύπα του ασφαλιστικού, αλλά δεν διόρθωσαν τις αδικίες. Στις υψηλότερες συντάξεις το ποσοστό επιδότησης από το κράτος είναι χαμηλότερο, ενώ στις κατώτερες αγγίζει το 80%, δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος του ελλείμματος βρίσκεται εδώ. Σημαντικές εξαιρέσεις από τα γενικά όρια συνταξιοδότησης διατηρούνται, επιτρέποντας και σήμερα σε συμπολίτες μας να βγαίνουν στη σύνταξη πολύ πριν από τα 67, που είναι το γενικό όριο. Παρά τις σημαντικές μεταρρυθμίσεις που έγιναν το 2010 και το 2012 στο ασφαλιστικό, διατηρήθηκε το παλαιό καθεστώς για όσους βρίσκονταν κοντά στη σύνταξη. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η πλειοψηφία των νέων συνταξιούχων σήμερα να είναι μεταξύ 55-60 ετών. Το 1/3 των συνταξιούχων συνολικά είναι κάτω των 67 ετών, και οι περισσότεροι παίρνουν σύνταξη με βάση τα πέντε καλύτερα χρόνια της τελευταίας δεκαετίας, ενώ οι μελλοντικοί θα παίρνουν με βάση το σύνολο του μισθολογικού τους βίου. Τις αδικίες του συστήματος επιτείνει το μικρό ποσοστό εισπραξιμότητας των ασφαλίστρων, δηλαδή η συσσώρευση χρεών των ασφαλισμένων, ιδιαίτερα των αυτοαπασχολούμενων, που ανήκουν σε Ταμεία όπως ο ΟΑΕΕ και ο ΟΓΑ. Στον τομέα αυτόν έγιναν σημαντικά βήματα, το όφελος των οποίων άρχισε ήδη να φαίνεται. Επιπλέον, ο κατακερματισμός των ασφαλιστικών ταμείων διευκόλυνε την προώθηση συντεχνιακών πρακτικών, όπως την επιβολή τελών υπέρ κάποιων ταμείων, π.χ. ένα ποσοστό του φόρου στα καύσιμα που πληρώνουμε όλοι οι καταναλωτές. Η πρακτική των «φόρων υπέρ τρίτων» κυνηγήθηκε από τους εταίρους και σήμερα έχει σε μεγάλο βαθμό καταργηθεί, με αποτέλεσμα το διαρθρωτικό όφελος της μεταρρύθμισης αλλά και την περαιτέρω απώλεια εσόδων στο ασφαλιστικό σύστημα.

Το τρίτο μεγάλο πρόβλημα είναι τα «στρεβλά κίνητρα». Οι μεταρρυθμίσεις που έγιναν, ειδικά με το πρώτο μνημόνιο, έδωσαν ισχυρό μήνυμα στην κοινωνία ότι «δεν συμφέρει» να πληρώσεις όλα σου τα ένσημα ή και παραπάνω. Στη χώρα μας η ελάχιστη σύνταξη είναι περίπου στο 40% του βασικού μισθού, το 2ο υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε., δημιουργώντας αντικίνητρα για καταβολή ενσήμων μετά τα 15 χρόνια εργασίας, όριο που δεν αυξήθηκε μέχρι σήμερα. Αυτό μπορεί, από τη μία, να ακούγεται κοινωνικά δίκαιο, καθώς με σύνταξη 400 ευρώ δυσκολεύεσαι να τα βγάλεις πέρα. Από την άλλη όμως, διαχρονικά μάς εκπαίδευσε να μην ενδιαφερόμαστε να κολλήσουμε ένσημα για το σύνολο του εργασιακού μας βίου υπονομεύοντας το μέλλον του συστήματος.

Σήμερα έχουμε, τα διαρθρωτικά ζητήματα που παραμένουν ιερά τοτέμ του πελατειακού κράτους της μεταπολίτευσης και τη δημοσιονομική τρύπα που δεν έχει περιθώριο να αυξηθεί περαιτέρω. Η τρόικα επιμένει στα διαρθρωτικά αλλά εντέλει μπορεί να τα «καταπιεί» αν δοθεί ανάσα στο δημοσιονομικό. Η λογική είναι ότι, αν εμείς δεν θέλουμε να κάνουμε το σύστημα πιο δίκαιο, γιατί να θέλουν αυτοί; Η καλύτερη λύση ως έχουν τα πράγματα σήμερα θα ήταν η πλήρης διόρθωση όλων των διαρθρωτικών ζητημάτων έστω και σε δύο φάσεις, αλλά με άμεση ψήφιση. Αυτό θα έδινε ισχυρό μήνυμα έξω ότι οι Ελληνες κάνουν μεταρρύθμιση και θα επέτρεπε στην κυβέρνηση να διαπραγματευτεί την κάλυψη της τρύπας στο ασφαλιστικό όχι με αυξήσεις εισφορών που μειώνουν την ανταγωνιστικότητα της χώρας και θα οδηγήσουν σε νέες απολύσεις, αλλά με κοινωνικό πόρο από 3-4 τομείς με τη χαμηλότερη συμβολή στην ανάκαμψη της οικονομίας, όπως ποτά, τσιγάρα, τζόγος, φόρος πολυτελείας, εισαγωγές τρίτων χωρών κ.λπ. Η πρώτη μνημονιακή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται μπροστά σε δύσκολες επιλογές.

* Εξαίρεση η περίοδος Γιάννη Βρούτση στο υπουργείο Εργασίας, που χωρίς θόρυβο προώθησε εντυπωσιακά τη μηχανογράφηση του ασφαλιστικού συστήματος, τη μείωση των αδικιών και των στρεβλώσεων, αλλά και τη βελτίωση της αγοράς εργασίας επιτυγχάνοντας τη συνεννόηση με την Ευρώπη χωρίς τη ρήξη με τους κοινωνικούς εταίρους.
** Τα δύο PSI που έγιναν κούρεψαν συνολικά 137 δισ. χρέους από την πατρίδα μας. Από αυτά, τα ασφαλιστικά ταμεία έχασαν 13,4 δισ., 7,3 δισ. έχασαν άλλα νομικά πρόσωπα του Δημοσίου και 37,7 δισ. οι τράπεζες. Δηλαδή συνολικά ωφεληθήκαμε 68 δισ., που αντιστοιχούν στο 140% του συνόλου των ετήσιων φορολογικών εσόδων της Ελλάδας, ενώ τα Ταμεία έχουν λάβει επιδότηση για τα ελλείμματά τους τα τελευταία 15 χρόνια 200 δισ. ευρώ περίπου.
*** Εναν τέτοιο άθλο κατάφερε η χώρα μας να κάνει στην υγεία όταν από 5,5 δισ. φαρμακευτική δαπάνη σήμερα βρίσκεται στα 2 δισ., ενώ και η συμμετοχή του ασφαλισμένου μειώθηκε και διευρύνθηκαν οι δικαιούχοι μέσω ένταξης αγροτών στο ΕΟΠΥΥ.

* Ο κ. Μιχάλης Πεγκλής είναι research associate του Martens Centre στις Βρυξέλλες.