ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τεράστια τα κίνητρα για εισφοροδιαφυγή

terastia-ta-kinitra-gia-eisforodiafygi-2117513

Αν ένας εργαζόμενος έρθει σε «συμφωνία» με τον εργοδότη του και δηλώνεται ότι αμείβεται με 650 ευρώ ενώ στην πραγματικότητα ο μισθός του είναι 1.300 ευρώ, τότε σε βάθος 30 χρόνων δεν θα αποδοθούν στο κράτος συνολικά γύρω στις 47.000 ευρώ εισφορές μόνο για τον κλάδο της κύριας σύνταξης (αυτά που δεν θα αποδοθούν φτάνουν τις 93.000 ευρώ συνολικά, αν συμπεριλάβουμε όλους τους κλάδους, δηλ. υγεία, επικουρικό κ.λπ.). Τα παραπάνω ποσά γίνονται 97.000 και 194.000, αν ο εργαζόμενος λαμβάνει 2.000 ευρώ και «δηλώνεται» ότι λαμβάνει 650 ευρώ τον μήνα. Το κίνητρο εισφοροδιαφυγής είναι πλέον ακαταμάχητο.

• Η σύνταξη που θα λάβει ο εργαζόμενος θα είναι 575 ευρώ (αντί των 767 ευρώ που θα λάμβανε αν δηλωνόταν το πραγματικό ποσό).

Η διαφορά των 192 ευρώ τον μήνα είναι πολύ μικρή και καθιστά την εισφοροδιαφυγή (καθώς και τη φοροδιαφυγή που τη συνοδεύει) πολύ ελκυστική. Για να λάβει ο εργαζόμενος τις 47.000 που «χάνονται» από το σύστημα, θα έπρεπε να λαμβάνει σύνταξη για επιπλέον 20 χρόνια.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών που εκτοξεύονται στο εξωπραγματικό 38,5% του φορολογητέου εισοδήματος και επιβραβεύουν τους κατ’ επάγγελμα και κατά συρροήν φοροφυγάδες. Η σοβαρή αλλαγή για σύνδεση με το εισόδημα εξουδετερώνεται έτσι από το ύψος της εισφοράς, τη χαμηλή ανταποδοτικότητα και το άδικο φορολογικό σύστημα.

Μετά την αφαίρεση των εισφορών σε αυτούς, προστίθεται 26% φορολόγηση, συν το τέλος επιτηδεύματος, προκαταβολή φόρου και λοιπές έκτακτες εισφορές.

Επομένως, αυτοαπασχολούμενος με καθαρό φορολογητέο εισόδημα 20.000 ευρώ θα δίνει:

• 7.700 ευρώ σε εισφορές
• 3.200 ευρώ σε φόρο εισοδήματος
• 650 ευρώ τέλος επιτηδεύματος για να του μείνουν από τις 20.000 ευρώ οι 8.500 ευρώ! Και με αυτά πρέπει να πληρώσει και την προκαταβολή φόρου του επόμενου έτους.

Κατάργηση ΕΚΑΣ

Η κατάργηση του ΕΚΑΣ καθιστά επιτακτική την αναμόρφωση του πλέγματος επιδομάτων, που παραμένουν αντιλειτουργικά και πελατειακά, και την εισαγωγή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, κάτι που εξακολουθεί να μας κατατάσσει τελευταίους στην καταπολέμηση της φτώχειας και ανήμπορους μπροστά στην κρίση των τελευταίων πέντε ετών. Γι’ αυτό δεν υπάρχει πάλι ούτε λέξη.

Η ανάγκη συνεννόησης και συναίνεσης γύρω από το ασφαλιστικό εξακολουθεί να παραμένει ανυπέρβλητη. Οχι για λόγους μόνο πολιτικής σταθερότητας, αλλά για λόγους κοινωνικής συνοχής και ασφαλείας, επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας.