ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Δρόμοι μεταξιού και στρατηγική ανάπτυξης για την Ελλάδα

apopsi-dromoi-metaxioy-kai-stratigiki-anaptyxis-gia-tin-ellada-2119403

Η πρώτη επέκταση του κινεζικού εμπορίου στη Δύση έγινε κατά τη δυναστεία των Χαν το 220 π.Χ. με τη δημιουργία του δρόμου του μεταξιού, που ξεκινούσε από την τότε πρωτεύουσα Ξιαν της Κίνας και έφθανε μέχρι τη Ρώμη.

Το 2013 η Κίνα ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει δύο μοντέρνους δρόμους του μεταξιού, έναν από την ξηρά και έναν θαλάσσιο.

Ο χερσαίος δρόμος του μεταξιού περνάει μέσω της ηπειρωτικής Ασίας, της Ευρώπης και της Αφρικής συνδέοντας την Ανατολική Ασία με τις ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης και τη Ρωσία.

Ο θαλάσσιος δρόμος του μεταξιού περνάει από την Κίνα στην Ευρώπη συνδέοντας την Κίνα με τη Νοτιοανατολική Ασία, τη Νότια Ασία, μέσω της Θάλασσας της Νότιας Κίνας, τον Ινδικό Ωκεανό, τον Περσικό Κόλπο και τη Μεσόγειο Θάλασσα.

Το σχέδιο αυτό αποτελεί μια τεράστιων διαστάσεων οικονομική διπλωματική κίνηση της Κίνας, που θα επιφέρει στρατηγικές αλλαγές στα κανάλια διανομής των εμπορευμάτων αλλά και στις σχέσεις των δεκάδων χωρών που θα εμπλακούν με συνολικό πληθυσμό πάνω από 3 δισ.

Η Κίνα, με μια έξυπνη στρατηγική, χωρίς να επιδιώκει να γίνει «χωροφύλακας» της περιοχής, θα φέρει σημαντική ανάπτυξη στην ίδια τη χώρα, στις εμπλεκόμενες χώρες, στους δύο νέους δρόμους του μεταξιού αλλά και σημαντική οικονομική διπλωματική ισχύ, που θα εξασφαλίσει δύο εναλλακτικά κανάλια με τα οποία θα φθάνουν τα εμπορεύματα στις αγορές της Δύσης. Ταυτόχρονα, από τους ιδίους δρόμους θα καταφθάνουν προς την Κίνα οι πρώτες ύλες και άλλα εμπορεύματα που εισάγει.

Για να επιτύχει το σχέδιο αυτό, θα πρέπει να ληφθούν σημαντικές αποφάσεις και να γίνουν επενδύσεις από τις εμπλεκόμενες χώρες με στόχο το αμοιβαίο όφελος. Πρέπει να βελτιωθούν οι υποδομές για να εξασφαλιστεί ένα αποτελεσματικό και ασφαλές δίκτυο διέλευσης των εμπορευμάτων από τη θάλασσα, από την ξηρά και από αέρος, το οποίο θα αναπτύσσει περαιτέρω το εμπόριο, θα δημιουργεί ελεύθερες ζώνες διαμετακομιστικού εμπορίου υψηλών προδιαγραφών, θα εξασφαλίζει εμπιστοσύνη και πολιτική σταθερότητα, θα βελτιώνει τη συμβίωση και ανταλλαγή γνώσεων των διαφορετικών πολιτισμών και θα προάγει τη συνεργασία, τη φιλία μεταξύ των εμπλεκόμενων χωρών αλλά και τη δημιουργία μακροχρόνιου κλίματος εμπιστοσύνης.

Στρατηγική ανάπτυξης

Από τη χώρα μας περνάει ο θαλάσσιος δρόμος του μεταξιού από το λιμάνι του Πειραιά και καταλήγει στη Βενετία. Από τον Πειραιά, σιδηροδρομικώς θα συνεχίζεται η διανομή των εμπορευμάτων στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η χώρα μας από τη Μινωική εποχή και για πάρα πολλά χρόνια έπαιζε αυτό τον ρόλο διακινώντας το εμπόριο της Μεσογείου, μέχρι που άλλες χώρες μάς πήραν τα σκήπτρα.

Για τη χώρα μας ο νέος δρόμος του μεταξιού θα είναι μια χρυσή ευκαιρία για την ανάπτυξη μιας μακροχρόνιας αναπτυξιακής στρατηγικής, η οποία μπορεί να έχει τέτοια εμβέλεια, που ίσως, αν αξιοποιηθεί σωστά, να μπορέσει να βελτιώσει την οικονομική και τη στρατηγική θέση της Ελλάδας για πολλούς αιώνες. Το όφελος θα πολλαπλασιαστεί εάν η χώρα μας χρησιμοποιήσει αντίστροφα τον δρόμο του μεταξιού για να εξαγάγει τα δικά μας προϊόντα και να προσελκύσει τουρίστες τόσο από την Κίνα όσο και από τις χώρες που εμπλέκονται στον δρόμο του μεταξιού.

Το ερώτημα είναι εάν η χώρα μας είναι διατεθειμένη να παίξει τον ρόλο που της ανήκει σε αυτό τον νέο δρόμο του μεταξιού. Εάν μπορούν να αποφασιστούν, να σχεδιαστούν και να υλοποιηθούν οι κατάλληλες επενδύσεις και ενέργειες, να δημιουργηθεί κλίμα εμπιστοσύνης στην οικονομία ώστε η χώρα μας να συμμετάσχει και να αξιοποιήσει τον δρόμο του μεταξιού. Αλλιώς, θα χάσουμε και πάλι την ιστορική ευκαιρία και θα παρακαμφθεί εντελώς ο τόπος μας προς όφελος της Βενετίας.

Προς το παρόν, υπάρχει μια εναντίωση μέρους των πολιτικών κομμάτων και της κοινωνίας κατά των επιχειρήσεων και των επενδύσεων. Τα τελευταία σαράντα χρόνια, όχι μόνο δεν έρχονται επενδύσεις αλλά και οι υπάρχουσες επιχειρήσεις αποχωρούν από τη χώρα. Για να εργασθούν 1.200.00 άνεργοι χρειάζονται περίπου 2.500 νέες επιχειρήσεις, ώστε η καθεμιά να προσλάβει κατά μέσο όρο περίπου 500 άτομα προσωπικό. Σήμερα έχουμε περίπου 250 επιχειρήσεις τέτοιου μεγέθους που μετά δυσκολίας καταφέρνουν να επιβιώσουν.

Η Κίνα παρόλο το πολιτικό καθεστώς που έχει, άνοιξε τα σύνορά της στις ξένες επενδύσεις με αποτέλεσμα τα κεφάλαια που εισέρρεαν να πρέπει να συνδυαστούν με εργασία. Ετσι αυξήθηκε η ζήτηση για εργασία και μόνο την τελευταία 15ετία οι μισθοί αυξήθηκαν 5 φορές, η ανεργία έχει σχεδόν εξαλειφθεί και τα τελευταία 30 χρόνια περίπου 400.000.000 Κινέζοι βγήκαν από το όριο της φτώχειας και η Κίνα έγινε η πρώτη δύναμη στη βιομηχανική παραγωγή.

Στη χώρα μας υπάρχει ακόμη η λογική η οποία είναι κατά των επιχειρήσεων και των επενδύσεων λόγω απαρχαιωμένων ιδεοληψιών που τα κόμματα μας διαποτίζουν. Εκείνοι που έχουν ήδη εξασφαλισμένες δουλειές αποκρύπτουν από τους πολίτες ότι οι επενδύσεις, είτε ντόπιες είτε ξένες, είναι αυτές που μειώνουν την ανεργία, εξασφαλίζουν υψηλούς μισθούς, εξασφαλίζουν την πληρωμή των συντάξεων, εξασφαλίζουν έσοδα για τα κρατικά ταμεία και ευημερία για μια χώρα.

Τα τελευταία σαράντα χρόνια το Δημόσιο έλαβε δάνεια πάνω από 450 δισ. (συμπεριλαμβανομένου και του κουρέματος του χρέους κατά 130 δισ. το 2012), ευρωπαϊκές ενισχύσεις & επιδοτήσεις πάνω από 120 δισ., τα οποία το κράτος διένεμε. Δυστυχώς, τόσα πολλά χρήματα δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν ανάπτυξη και να φέρουν επενδύσεις. Ο λόγος είναι απλός. Τα χρήματα διαμοιράζονταν με μόνο κριτήριο πώς θα φέρουν ψήφους στο κυβερνών κόμμα δημιουργώντας κομματικές πελατειακές σχέσεις. Και όχι με κριτήριο πώς θα αξιοποιηθούν οι οικονομικές δυνατότητες της χώρας για να δημιουργηθούν θέσεις απασχόλησης.

Τα κόμματα διαπλέκονταν με διάφορες ομάδες συμφερόντων και μαζί κατασπαταλούσαν τόσο τα χρήματα των φορολογουμένων όσο και τα χρήματα των κρατικών δανείων και των επιδοτήσεων. Τώρα έχει έρθει η ώρα να πληρωθεί ο λογαριασμός. Και ο λογαριασμός θα ανεβεί ακόμα περισσότερο όταν σύντομα θα αρχίσουμε να αποπληρώνουμε τα τεράστια δάνεια του κράτους.

Η εκάστοτε κυβέρνηση μετέτρεπε το κράτος σε κομματικό φέουδο, που αντί να προστατεύει το μακροχρόνια συμφέροντα της χώρας κατασπαταλούσε τα δημόσια χρήματα με βάση το κομματικό συμφέρον, δημιουργώντας μια χώρα όπου εργάζονται μόνο 2,7 εκατ. άτομα στην πραγματική οικονομία, τα οποία θα πρέπει να θρέψουν τις οικογένειές τους και επιπλέον να πληρώσουν τους φόρους και τις εισφορές για να στηρίξουν 2,7 εκατ. συνταξιούχους και 0,7 εκατ. δημοσίους υπαλλήλους και κατ’ επέκταση τα υπόλοιπα 8,3 εκατ. του πληθυσμού μας. Σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες σε κάθε συνταξιούχο αντιστοιχούν τέσσερις εργαζόμενοι. Στη χώρα μας, οι αποφάσεις με κομματικά κριτήρια κατάφεραν τη σχέση αυτή να την κάνουν ένα προς ένα, αντί ένα προς τέσσερα που είναι το σωστό. Κάτι το οποίο δεν συνέβαινε ούτε στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενωσης. Σήμερα τέσσερις νέοι πρέπει να εργάζονται, να πληρώνουν τις ασφαλιστικές τους εισφορές για να πληρωθεί μια μέση σύνταξη 900 ευρώ. Επιπλέον, εκτίναξαν τα έξοδα του κράτους σε ένα ποσοστό πάνω από 50% του ΑΕΠ, από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη, που σημαίνει ότι τα εισοδήματά μας πρέπει να φορολογούνται με πάνω από 50%, κάτι που δεν αντέχει να πληρώνει η μικρή μας οικονομία με το 25% του πληθυσμού σε ανεργία.

Εάν τα μισά από τα παραπάνω δάνεια δεν είχαν διανεμηθεί με κομματικά κριτήρια, αλλά είχαν επενδυθεί με βάση τις οικονομικές δυνατότητες και το συμφέρον της χώρας, θα είχαμε ήδη ξεπεράσει την κρίση από τη δεύτερη χρονιά, χωρίς ανεργία και χωρίς απώλειες μισθών και συντάξεων.

Η υπερίσχυση του κομματικού κριτηρίου στη λήψη αποφάσεων οδήγησε την Ελλάδα στην πέμπτη χρεοκοπία των τελευταίων 195 ετών. Επί 195 χρόνια αλλάζουμε τα πρόσωπα και τις ονομασίες, χωρίς να αλλάζουμε τις καταστροφικές πολιτικές του παρελθόντος.

Αραγε θα αδράξουμε την ευκαιρία να εκμεταλλευτούμε τον νέο δρόμο του μεταξιού και προς τις δύο κατευθύνσεις και να αναπτύξουμε τη δική μας επιχειρηματικότητα; Ή θα υπερισχύσουν και πάλι τα κομματικά κριτήρια;

* Ο κ. Γιώργος Σ. Ατσαλάκης είναι επίκουρος καθηγητής, Πολυτεχνείο Κρήτης.
* Ο κ. Κωνσταντίνος Ζοπουνίδης είναι καθηγητής, ακαδημαϊκός, Πολυτεχνείο Κρήτης, Distinguished Research Professor, Audencia Nantes School of Management, πρόεδρος της Financial Engineering and Banking Society.