ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πρόχειροι υπολογισμοί, πανάκριβο το κόστος από το φορολογικό

forologiko

Μιλώντας κάποιος με τεχνοκράτες της τρόικας, μπαίνει στον πειρασμό να τους ρωτήσει: βλέπετε λογικό έναν φορολογικό συντελεστή 50% στα υψηλά εισοδήματα;

Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: η πρόταση κατ’ αρχήν δεν έγινε δεκτή, όχι όμως για το ύψος των συντελεστών στις προτεινόμενες κλίμακες. Οταν τα τεχνικά κλιμάκια καλούνται να αξιολογήσουν μία πρόταση για αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, το τελευταίο που κοιτά είναι εάν η προτεινόμενη κλίμακα «κλείνει» τις τρύπες ή πιάνει τους στόχους της τρέχουσας χρονιάς. Μπορείς να βάλεις φόρο 100% και να υπερβείς τους στόχους!

Το πρόβλημα με τις ελληνικές προτάσεις στη φορολογία, όπως και στο ασφαλιστικό, είναι ότι προσπαθούν να πιάσουν τους βραχυπρόθεσμους στόχους του μνημονίου και αδιαφορούν για τα επόμενα χρόνια. Ενα φορολογικό σύστημα είναι σωστό εάν πιάνει τους στόχους φέτος και τις επόμενες χρονιές. Κάτι αντίστοιχο ισχύει με το ασφαλιστικό: δεν μπορεί για παράδειγμα να θυσιάζεις τις συντάξεις των μελλοντικών γενεών (κόβοντας σημαντικά τις νέες συντάξεις), προκειμένου να σου βγουν τα νούμερα και να προστατέψεις τις σημερινές – κάποιες από τις οποίες παραμένουν υψηλές. Ούτε μπορείς, πάλι για να σου βγουν τα βραχυπρόθεσμα νούμερα, να επιλέγεις ποσοστά αναπλήρωσης που τελικά μπορεί να αυξήσουν τη «μαύρη εργασία».

Μία μεταρρύθμιση πρέπει να έχει έναν στρατηγικό σχεδιασμό και μία πρόταση για την υλοποίηση. Η μεταρρύθμιση στο φορολογικό περιλαμβάνει και την αναδιοργάνωση των δομών, του συστήματος είσπραξης εσόδων, των ελέγχων, κ.λπ. Ενας συντελεστής 50% στα εισοδήματα δεν λέει πολλά πράγματα, εάν δεν έχει η κυβέρνηση έτοιμη πρόταση για τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, το πλαίσιο για τις συναλλαγές με κάρτες και το χτίσιμο του αφορολόγητου, κ.λπ.

Η αλήθεια των αριθμών είναι σκληρή και επιβεβαιώνει ότι η προχειρότητα των φορολογικών συστημάτων από τις ελληνικές κυβερνήσεις έχει πληρωθεί πολύ ακριβά από τους Ελληνες φορολογούμενους. Μια ματιά στα στοιχεία του ΟΟΣΑ και της KPMG που συγκρίνουν φορολογικούς συντελεστές και είσπραξη φόρων είναι αρκετή. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτουν οι εξής διαπιστώσεις:

Πρώτον, από το 2010 (έναρξη μνημονίου) μέχρι το 2015 επιβλήθηκαν συνολικά μέτρα λιτότητας 67 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα μισά αφορούσαν σε φόρους. Κι όμως, η εισπραξιμότητα μειώθηκε σωρευτικά κατά 11,46%. Αιτία ήταν η μεγάλη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας (ύφεση) κατά περίπου 25%. Αύξηση εσόδων υπήρξε μόνο το 2014 (2,4% σε ετήσια βάση).

Δεύτερον, στην Ελλάδα συναντάμε την υψηλότερη φορολογία και τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές, αλλά το κράτος και τα ασφαλιστικά ταμεία εισπράττουν λιγότερα από ό,τι άλλα κράτη με μικρότερους συντελεστές. Αυτό είναι το βασικό επιχείρημα της τρόικας, ότι δεν παίζουν ρόλο οι συντελεστές, αλλά η όλη φιλοσοφία του φορολογικού συστήματος και ο μηχανισμός είσπραξης.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα: Στην Ελλάδα, με φορολογικό συντελεστή στις επιχειρήσεις 29%, οι φόροι που εισπράττονται αντιστοιχούν στο 1,33% του ΑΕΠ. Στη Γερμανία με συντελεστή 29,65%, τα φορολογικά έσοδα αντιστοιχούν σε 1,52% του ΑΕΠ, ενώ στον ΟΟΣΑ με μέσο συντελεστή 24,86%, οι εισπράξεις ανέρχονται σε 2,88% του ΑΕΠ.

Αλλο παράδειγμα αφορά τις εργοδοτικές εισφορές. Στην Ελλάδα (συνολικά για εργοδότη και εργαζόμενο) ανέρχονται σε 40,06%. Οι εισπράξεις αντιστοιχούν σε 10,42% του ΑΕΠ, όταν στη Γερμανία με συνολικό συντελεστή 39,81%, η εισπραξιμότητα ανέρχεται σε 13,99%. Στον ΟΟΣΑ, η συνολική επιβάρυνση για εργαζόμενο και εργοδότη είναι 32,33% και η εισπραξιμότητα είναι 9,10%.

Τρίτον, σε ό,τι αφορά τη φορολογία φυσικών προσώπων, στην Ελλάδα ο ανώτατος συντελεστής είναι 42% και τα φορολογικά έσοδα φτάνουν στο 6,1% του ΑΕΠ. Στον ΟΟΣΑ με μέσο συντελεστή 41,68% καταφέρνουν έσοδα 8,77% του ΑΕΠ.