ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη : Μόνο τολμηρές μεταρρυθμιστικές αλλαγές

ika--2

​​Τολμώ να θέσω σε δημόσια κρίση κάποιες κατασταλαγμένες απόψεις που αφορούν τις επιβαλλόμενες μεταρρυθμιστικές αλλαγές που είναι σήμερα αναγκαίες στο ελληνικό Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΣΚΑ).

Δυστυχώς, σήμερα, στο σύνολό τους οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας, αν εξαιρέσουμε την εισήγηση της προέδρου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης Φώφης Γεννηματά προς τους κοινωνικούς φορείς, στα τέλη του περασμένου Νοέμβρη, δεν τολμούν να διατυπώσουν συγκεκριμένες προτάσεις για αλλαγές στο ελληνικό Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης.

Ο λόγος είναι προφανής, κανένα κόμμα δεν τολμά να μιλήσει για αλλαγές και τομές που ενδεχομένως κάποιοι μπορεί να τις ερμηνεύσουν ως επιλογές που θέτουν σε αμφισβήτηση τις αρχές του δημόσιου αναδιανεμητικού ΣΚΑ. Η ατολμία αυτή οδηγεί σε θεσμική στασιμότητα και η θεσμική στασιμότητα σε μείωση συντάξεων. Αυτό συμβαίνει, δυστυχώς, πέντε χρόνια τώρα.

Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα με μια λογική σειρά.

Η σημερινή κρίση αφορά την ίδια τη φιλοσοφία του αναδιανεμητικού ΣΚΑ, δηλαδή αυτού που σε όλη την περίοδο ανάπτυξης της βιομηχανικής εποχής στηριζόταν στην αρχή τρεις (3) εργαζόμενοι με τις εισφορές τους αναλάμβαναν το κόστος ενός (1) συνταξιούχου. Σήμερα, όμως, το βιομηχανικό μοντέλο παραγωγής έχει σ’ ένα μεγάλο ποσοστό υποκατασταθεί από το νέο τεχνολογικό μοντέλο παραγωγής, ένα μοντέλο που δεν στηρίζεται στη διατήρηση του ισχυρού και κραταιού μοντέλου της παραδοσιακής οκτάωρης μισθωτής εργασίας.

Η μεγάλη αυτή αλλαγή οδήγησε χώρες που αναλύουν τις επερχόμενες εξελίξεις να σχεδιάσουν έγκαιρα τις αναγκαίες προσαρμογές στα δημόσια αναδιανεμητικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, θέτοντας ταυτόχρονα σε εφαρμογή συμπληρωματικές ασφαλιστικές δομές, προκειμένου να διασφαλίσουν ένα ικανοποιητικό ασφαλιστικό κεκτημένο για το σύνολο των πολιτών τους. Οι βασικές επιλογές τους είναι πολύ συγκεκριμένες και λογικές. Τη συρρίκνωση του κλάσματος 3 εργαζόμενοι/1 συνταξιούχο σταδιακά την υποκατέστησαν με την ποιοτική αλλαγή 3 απασχολούμενοι/1 συνταξιούχο.

Το πλήθος των 3 απασχολουμένων κατάφεραν να το κατοχυρώσουν με δύο κυρίως επιλογές.

Είτε με ευρείες ενοποιήσεις των κλαδικών ασφαλιστικών ταμείων είτε με τη δημιουργία εναλλακτικών συμπληρωματικών δομών, όπως είναι τα επαγγελματικά ταμεία.

Ετσι, βήμα προς βήμα, άρχισαν να υποκαθιστούν τις αρχές του αναδιανεμητικού συστήματος, ενισχύοντας τους ανταποδοτικούς συντελεστές (Ιταλία – Σουηδία – Γερμανία – Δανία).

Με αυτήν τη στρατηγική επιλογή τους κατάφεραν να αποφύγουν αυτό που συμβαίνει στη χώρα μας, δηλαδή κατάφεραν να μη μεταφέρουν στα φορολογικά έσοδα το έλλειμμα των δημόσιων αναδιανεμητικών Ταμείων Κοινωνικής Ασφάλισης.

Παράλληλα, όμως, με αυτήν τη στρατηγική επιλογή τους προώθησαν συστήματα διαχείρισης, εποπτείας και ελέγχου, που εξαφανίζουν παραβατικές λειτουργίες, σπατάλες, απώλεια οικονομικών πόρων από εισφοροδιαφυγή και εισφοροαποφυγή.

Με λίγα λόγια καθόρισαν ένα συγκεκριμένο ποσοστό του εθνικού ΑΕΠ για την ενίσχυση των συντάξεων και υιοθέτησαν ένα άθροισμα αλλαγών, με στόχο τη διασφάλιση ενός βιώσιμου επιπέδου συντάξεων. Ο καθορισμός του 12% ως ανωτάτου ποσοστού επί του ΑΕΠ για συμμετοχή στις δαπάνες συντάξεων είναι ένας όρος στον οποίο καμία χώρα της Ε.Ε. δεν μπορεί να αποφύγει τη σταδιακή της προσαρμογή.

Οι έως τώρα δικές μας επιλογές για το ελληνικό Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης, δυστυχώς, στερούνται ενός βιώσιμου εθνικού στόχου.

Ο στόχος αυτός πρέπει επακριβώς να καθορίζει ποιο πρέπει να είναι το ποσοστό του ετήσιου ΑΕΠ που θα ενισχύσει τις συντάξεις και ποιες πρέπει να είναι οι εναλλακτικές μας επιλογές για τη διαμόρφωση ενός κοινά αποδεκτού ασφαλιστικού κεκτημένου.

Η διαμόρφωση ενός αποδεκτού και βιώσιμου ασφαλιστικού κεκτημένου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να διασφαλίζεται με τη συνεχή διεύρυνση της χρηματοδότησης των συντάξεων από τα φορολογικά έσοδα ή από συνεχείς αυξήσεις εισφορών και, φυσικά, η αδυναμία χρηματοδότησης των συντάξεων από τον τακτικό προϋπολογισμό θα οδηγεί σε μειώσεις συντάξεων.

Η μόνη, λοιπόν, επιλογή που μας απομένει είναι οι τολμηρές και καλά μελετημένες μεταρρυθμιστικές αλλαγές.

Δυστυχώς, όμως, εθνικό διάλογο με ένα τέτοιο περιεχόμενο ουδείς τολμά να τον ανοίξει. Ενας τέτοιος διάλογος προϋποθέτει μια προοδευτική προσέγγιση που θα αφορά:

1. Τη μετεξέλιξη του αναδιανεμητικού ασφαλιστικού συστήματος σ’ ένα νέο μεικτό σύστημα, με τη σταδιακή κατοχύρωση λειτουργιών που θα διέπονται από ανταποδοτικές αρχές.

2. Τη δυναμική ανάπτυξη του δεύτερου πυλώνα με τη θεσμικά κατοχυρωμένη ανάπτυξη επαγγελματικών ταμείων, τα οποία θα συστήνονται με συλλογικές πρωτοβουλίες εργαζομένων και εργοδοτών.
 

3. Την αποδοχή του ρόλου που μπορεί, με την απόλυτη ευθύνη του ασφαλισμένου, να διαδραματίσουν οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες.

Ο στόχος αυτών των δομών (επαγγελματικά ταμεία και ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες) είναι να ενισχύουν το συνταξιοδοτικό εισόδημα.

4. Τον ριζικό οργανωτικό και λειτουργικό ανασχεδιασμό, με στόχο τη δραστική μείωση των λειτουργικών δαπανών όλων των δομών κοινωνικής ασφάλισης και, κυρίως, την εξαφάνιση του φαινομένου εισφοροδιαφυγής και εισφοροαποφυγής.

5. Τη δημιουργία αξιόπιστων δημοσίων αρχών για την αναλογιστική εποπτεία όλων των Ταμείων τόσο της δημόσιας ασφάλισης όσο και των επαγγελματικών δομών.

6. Τη δημιουργία ισχυρών δομών (Funds) αξιοποίησης τόσο των αποθεματικών τους όσο και της ακίνητης περιουσίας τους.

Οσο δεν τολμάμε να επικεντρώνουμε τον εθνικό μας διάλογο σε αυτές τις νέες ενότητες, δυστυχώς θα οδηγούμαστε σε συνεχείς μειώσεις συντάξεων, δεδομένου ότι τα όρια χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης από τον κρατικό προϋπολογισμό είναι οριοθετημένα στην Ε.Ε. με πολύ σαφή και απόλυτο τρόπο.

Αν ως κόμματα, συνδικάτα και πολίτες δεν υπερβούμε τις εθνικές «κόκκινες γραμμές» που έχουμε υψώσει απέναντι στην αλήθεια και τη λογική, τότε είμαστε οι κύριοι υπεύθυνοι για τις σοβαρές επιπτώσεις στον χώρο της κοινωνικής ασφάλισης και της οικονομίας.

Ας είμαστε ειλικρινείς, ο ν. 3863/10 όσο και το σχέδιο νόμου Κατρούγκαλου ως έναν βαθμό και πολύ ορθά εμπεριέχουν τον στόχο της προσαρμογής του ΣΚΑ από αυστηρά αναδιανεμητικό σε ένα μεικτό σύστημα με υπολογίσιμους ανταποδοτικούς συντελεστές. Ομως στερούνται ενός πολύ σημαντικού συντελεστή, αυτού που θα μπορούσε να οικοδομηθεί με εθνικό διάλογο και στοιχειώδη συναίνεση.

* Ο κ. Ροβέρτος Σπυρόπουλος είναι πολιτικός και συνδικαλιστής, ιδρυτικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ. Εχει διατελέσει πρόεδρος της Ομοσπονδίας Εργαζομένων του ΟΤΕ (ΟΜΕ-ΟΤΕ), οργανωτικός γραμματέας της ΓΣΕΕ, βουλευτής Αρκαδίας, υφυπουργός, γενικός γραμματέας υπουργείων και διοικητής κρατικών οργανισμών. Από το 2010 έως τις 29 Ιουνίου 2015 υπηρέτησε ως διοικητής του ΙΚΑ.