ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη:Περί κόστους και οφέλους της διαπραγμάτευσης

apopsi-peri-kostoys-kai-ofeloys-tis-diapragmateysis-2142875

​​Eνα από τα θέματα που κυκλοφορούν εκτενώς στη δημόσια συζήτηση είναι το περίφημο «κόστος της διαπραγμάτευσης», δηλαδή οι αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις εξαιτίας της αβεβαιότητας που μεσολάβησε μεταξύ της κυβερνητικής αλλαγής, τον Ιανουάριο του 2015, και της επίτευξης της συμφωνίας, τον Ιούλιο του ίδιου έτους.

Ενα ακραίο παράδειγμα υπήρξε ο σημερινός πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που ισχυρίστηκε τον Αύγουστο του 2015 ότι το κόστος της διαπραγμάτευσης έφτασε στα 160 δισ. (άγνωστο πώς η ελληνική οικονομία, με ετήσιο ΑΕΠ κάτι λιγότερο από 180 δισ., κατάφερε να χάσει τα 160 σε ένα εξάμηνο). Αυτό, όμως, που ακούγεται συχνότερα είναι ότι το κόστος ταυτίζεται με τα 86 δισ. της δανειακής σύμβασης. Πρόκειται φυσικά για παντελώς ανυπόστατη εκτίμηση, αφενός, γιατί δεν έχουμε δανειστεί ολόκληρο το ποσό (αλλά κάτι λιγότερο από 30 δισ.) και, αφετέρου, γιατί ο νέος δανεισμός για την αποπληρωμή παλαιών χρεολυσίων δεν αυξάνει το χρέος.

Πρόσφατα όμως, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος κατέθεσε μια πιο σοβαρή προσέγγιση για το κόστος της διαπραγμάτευσης, που χρίζει βαθύτερης εξέτασης. Συγκεκριμένα, ο κ. Στουρνάρας ανέφερε την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους του ΔΝΤ και την επιδείνωση που παρουσιάζεται μεταξύ των προβλέψεων πριν και μετά τη διαπραγμάτευση. Δηλαδή, η εξέλιξη του χρέους σαν ποσοστό του ΑΕΠ της πρόβλεψης του Ιουνίου 2014 χειροτερεύει σημαντικά στην αντίστοιχη πρόβλεψη του Ιουνίου 2015. Πράγματι, στην πρώτη πρόβλεψη το χρέος/ΑΕΠ το 2020 βρίσκεται στο 128%, ενώ στη δεύτερη πρόβλεψη εκτοξεύεται στο 150% για το ίδιο έτος, δηλαδή αυξάνεται κατά 22 μονάδες. (Δεν χρησιμοποιώ το έτος 2022, γιατί από την ανάλυση του 2014 απουσιάζει το έτος 2021 και τα σωρευτικά μεγέθη δεν είναι συγκρίσιμα.)

Βάζοντας στην άκρη τις όποιες επιφυλάξεις για την ερμηνευτική αξία αυτών των προβλέψεων, ας δούμε τι επηρεάζει την εξέλιξη του χρέους/ΑΕΠ. Στο πλαίσιο της ανάλυσης του ΔΝΤ, υπάρχουν δύο «πολιτικές» μεταβλητές που εξαρτώνται από την κυβέρνηση: τα πρωτογενή πλεονάσματα και το ύψος των ιδιωτικοποιήσεων. Και οι δύο μπορούν να προβλεφθούν με σχετική ακρίβεια, αφού υπάρχουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Υπάρχουν και δύο «αυτόματες» μεταβλητές που δεν ελέγχει άμεσα η κυβέρνηση: ο ρυθμός μεγέθυνσης και το επιτόκιο, που οι προβλέψεις τους είναι συνήθως πιο επισφαλείς. Η άσκηση που πρέπει να κάνουμε είναι να υπολογίσουμε το μερίδιο κάθε μιας από αυτές τις μεταβλητές στις 22 μονάδες χρέους που αναφέρθηκαν. Τα στοιχεία του ΔΝΤ μάς επιτρέπουν να κάνουμε αρκετά εύκολα τους υπολογισμούς και να βρούμε ότι περίπου 8,5 μονάδες οφείλονται στα χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα και περίπου 7,5 μονάδες στα μικρότερα έσοδα ιδιωτικοποιήσεων. Δηλαδή, 16 από τις 22 μονάδες αύξησης του λόγου χρέος/ΑΕΠ οφείλονται σε αλλαγές πολιτικής (και οι υπόλοιπες στις «αυτόματες» μεταβλητές, που είναι άλλη συζήτηση). Είναι αυτό κόστος;

Τα χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα σημαίνουν ότι ο κρατικός προϋπολογισμός θα απορροφήσει μικρότερο εισόδημα από την ιδιωτική οικονομία, άρα θα αποπληρώσει και λιγότερο δημόσιο χρέος. Ομως από την πλευρά της ιδιωτικής οικονομίας, αυτό έχει πολλαπλασιαστικές θετικές επιπτώσεις, αφού το εισόδημα θα κυκλοφορήσει εκεί αντί να καταλήξει στο δημόσιο ταμείο. Φυσικά, ο κ. Στουρνάρας δεν χρειάζεται υπενθύμιση ότι η χαλάρωση της λιτότητας είναι εξ ορισμού σημερινό όφελος έναντι μελλοντικού χρέους. Αλλωστε, έχει ζητήσει δημόσια –προς τιμήν του– περαιτέρω μείωση των δημοσιονομικών στόχων. Μήπως θα μπορούσε να τον κατηγορήσει κανείς ότι έτσι προκαλεί κόστος στην εθνική οικονομία επειδή θα αυξηθεί το μελλοντικό χρέος;

Οσον αφορά τα χαμηλότερα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις, πρακτικά σημαίνει ότι ο ρυθμός εκποίησης των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων για την αποπληρωμή χρέους θα είναι αρκετά μικρότερος από το προηγούμενο πρόγραμμα. Το χρέος θα είναι υψηλότερο, αλλά και η περιουσία που παραμένει στην κατοχή του Δημοσίου είναι επίσης υψηλότερη, δηλαδή μένει αμετάβλητη η καθαρή περιουσιακή του θέση. Πού είναι αλήθεια το κόστος;

Συμπερασματικά, η διαπραγμάτευση του 2015 και η επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων είχαν πιθανότατα αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα, όμως δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν. Οπως δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί και το παράπλευρο όφελος, για παράδειγμα, η εκτίναξη του «πλαστικού χρήματος» λόγω των κεφαλαιακών ελέγχων. Αυτό, όμως, που μπορεί να μετρηθεί με σχετική ακρίβεια είναι η δέσμευση για χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα και λιγότερες ιδιωτικοποιήσεις που εξ ορισμού αυξάνουν τον λόγο χρέος/ΑΕΠ. Με καμία οικονομική έννοια αυτή η επίπτωση δεν είναι κόστος, δηλαδή καθαρή απώλεια. Είναι το αποτέλεσμα της αναδιαπραγμάτευσης των «πολιτικών» μεταβλητών που ελάφρυναν την ταχύτητα και το ύψος της δημοσιονομικής προσαρμογής. Και αυτό το όφελος σίγουρα άξιζε το όποιο κόστος.

*Ο κ. Φραγκίσκος Κουτεντάκης είναι γενικός γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής.