ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κλείσιμο αξιολόγησης και μεταρρυθμίσεις κατά της αβεβαιότητας

kleisimo-axiologisis-kai-metarrythmiseis-kata-tis-avevaiotitas-2176880

«Καμπανάκι» για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και την άρση της αβεβαιότητας αναμένεται να χτυπήσει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, στην παρουσίαση, αύριο, της έκθεσής του, στο πλαίσιο της ετήσιας τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της τράπεζας. Ο κεντρικός τραπεζίτης αναμένεται να επισημάνει τις θετικές δημοσιονομικές επιδόσεις, αλλά και την επιστροφή του ΑΕΠ σε θετικό πρόσημο το 2016. Ωστόσο, θα τονίσει, επίσης, ότι τους πρώτους μήνες του 2017 εκδηλώθηκαν ανησυχητικά σημάδια στους τομείς των καταθέσεων και των «κόκκινων» δανείων, σε αντίθεση με τις θετικές εξελίξεις του προηγούμενου χρόνου. Οι εξελίξεις αυτές ερμηνεύονται ως αποτέλεσμα, σε μεγάλο βαθμό, της αβεβαιότητας που προκαλεί η καθυστέρηση της αξιολόγησης.

Συγκεκριμένα, οι πληροφορίες από τραπεζικές πηγές αναφέρουν ότι οι καταθέσεις μειώθηκαν κατά 2,8 δισ. ευρώ από το τέλος του 2016 έως τα μέσα Φεβρουαρίου. Ετσι, οι καταθέσεις διαμορφώθηκαν στα 129 δισ. ευρώ, από 131,8 δισ. ευρώ που είχαν φτάσει κατ’ ανώτατο ύψος τον Δεκέμβριο του 2016. Αν και ένα μέρος αυτής της υποχώρησης δικαιολογείται λόγω εποχικότητας (αποσύρονται οι μισθοί και τα δώρα των Χριστουγέννων από τους μισθωτούς και η ρευστότητα των επιχειρήσεων, που ενισχύεται στο τέλος του χρόνου), σε μεγάλο βαθμό είναι αποτέλεσμα του κλίματος στην οικονομία. Ετσι, οι καταθέτες αποσύρουν το σύνολο του ποσού που τους επιτρέπουν τα capital controls (840 ευρώ το δεκαπενθήμερο), ενώ φεύγουν και κεφάλαια που εισήχθησαν το προηγούμενο διάστημα από το εξωτερικό και δεν υπόκεινται στα capital controls.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις τραπεζικών κύκλων, αν αφαιρεθεί το εποχικό στοιχείο, η μείωση των καταθέσεων το πρώτο δίμηνο εκτιμάται ότι ήταν της τάξης των 2 δισ. ευρώ. Ετσι, από τα 8 δισ. ευρώ συνολικά της αύξησης των καταθέσεων του 2016, έχουν απομείνει στις τράπεζες τα 6 δισ. ευρώ. Σε ό,τι αφορά τα «κόκκινα» δάνεια, οι πηγές εκτιμούν ότι κατά το ίδιο διάστημα σημείωσαν αύξηση κατά 1,5 δισ. ευρώ, αντιστρέφοντας την πορεία της σταθεροποίησης και ελαφράς μείωσης του προηγούμενου χρόνου. Εως ένα βαθμό, η αύξηση αυτή οφείλεται στην προσδοκία για ένα «χαριστικό» θεσμικό πλαίσιο, ενόψει της ψήφισης του νόμου για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό. Το σχετικό νομοσχέδιο, που δόθηκε προχθές σε δημόσια διαβούλευση, αποτελεί προαπαιτούμενο της αξιολόγησης.

Ανησυχία για επισφάλειες

Η αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι εξαιρετικά ανησυχητική εξέλιξη, καθώς θέτει σε κίνδυνο την εφαρμογή των στόχων που έχουν συμφωνηθεί με τον Ενιαίο Eποπτικό Μηχανισμό (SSM). Συγκεκριμένα, το πρώτο τρίμηνο φέτος πρέπει να σημειωθεί μείωση 2,5 δισ. ευρώ και ο τελικός στόχος είναι η μείωση κατά 41 δισ. ευρώ (από τα 108 δισ. στα μέσα του 2016) στο τέλος του 2019. Η επίτευξη του στόχου είναι ζωτικής σημασίας για τις τράπεζες, γιατί διαφορετικά υπάρχουν φόβοι ότι θα χρειαστεί και νέα ανακεφαλαιοποίησή τους. Αλλωστε, από την εξυγίανση του χαρτοφυλακίου των τραπεζών εξαρτάται και η αναδιάρθρωση του επιχειρηματικού τομέα της χώρας συνολικά.

Τραπεζικές πηγές επισημαίνουν ότι από το νομοσχέδιο που δόθηκε για διαβούλευση «λείπουν» δύο βασικές διατάξεις, τις οποίες ανέμεναν. Πρώτον, η διάταξη για την προστασία των τραπεζικών στελεχών που προχωρούν σε ρυθμίσεις «κόκκινων» δανείων και, δεύτερον, η διάταξη για τη φορολογική μεταχείριση των ζημιών των τραπεζών από τη ρύθμιση των «κόκκινων» δανείων (αναβαλλόμενος φόρος). Εκτιμάται ότι η κυβερνητική δυστοκία στα θέματα αυτά θα ξεπεραστεί την τελευταία στιγμή, πριν κατατεθεί το νομοσχέδιο,καθώς στην κατεύθυνση αυτή αναμένεται να πιέσουν και οι εκπρόσωποι των θεσμών, όταν θα έρθουν στην Αθήνα.

Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά, σύμφωνα με την έκθεση που θα παρουσιαστεί αύριο, ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας θα φτάσει το 2,5% το 2017 (έναντι πρόβλεψης θεσμών και κυβέρνησης για 2,7%). Επίσης, εκτιμά ότι θα επιτευχθεί οπωσδήποτε ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 1,75% του ΑΕΠ φέτος, δεδομένου ότι κατά τις εκτιμήσεις της αυτό διαμορφώθηκε στο 2% του ΑΕΠ το 2016, ποσοστό που αποτέλεσε θετική έκπληξη, καθώς ο στόχος ήταν για 0,5% του ΑΕΠ.