ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ

Προειδοποίηση για μεταβλητότητα στις μετοχές τεχνολογίας τους επόμενους μήνες

ΦΩΤ.: INTIME NEWS

Πολύ μεγαλύτερη μεταβλητότητα αναμένεται να παρουσιάσουν οι μετοχές του κλάδου τεχνολογίας και επικοινωνίας στις ΗΠΑ, παρότι ήταν αυτές που καθοδήγησαν την ανάκαμψη της Wall Street στη διάρκεια του τρέχοντος έτους, προειδοποιούν κάποιοι επενδυτές, ανεξαρτήτως για το ποιός θα κερδίσει τις αμερικανικές εκλογές.

Βεβαίως, το να στοιχηματίζει κάποιος κατά των μετάλων εταιρειών της τεχνολογίας ενέχει ρίσκο, καθώς οι μετοχές των Amazon, Google και Netflix, μεταξύ άλλων, εκτινάχθηκαν στα ύψη σε βάρος των λεγόμενων μετοχών «αξίας» και των «κυκλικών» μετοχών, όπως τράπεζες και εταιρείες στον χώρο της ενέργειας. Ωστόσο, τελευταίως, ορισμένοι διαχειριστές κεφαλαίου κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την προώθηση πιο αυστηρού ρυθμιστικού πλαισίου, ενώ οι προοπτικές ενός νέου μεγάλου πακέτου μέτρων θα απομακρύνει τους επενδυτές από την τεχνολογία και θα τους ωθήσει σε άλλους τομείς, κυρίως από τον χώρο των μετοχών «αξίας» που είναι ιδιαίτερα «ευαίσθητες» στις προοπτικές της οικονομίας.

«Θα υπάρξει στροφή και η τάση αυτή έχει αρχίσει να γίνεται αισθητή, παρότι θα χρειαστεί χρόνο», επισημαίνει ο Μαξ Γκοκχμαν της Pacific Life Fund Advisors, η οποία περιόρισε την έκθεσή της σε μετοχές μεγάλης κεφαλαιοποίησης το Σεπτέμβριο στην κατηγορία neutral από overweight. Εάν ο Μπάιντεν κερδίσει τις εκλογές, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, οι εταιρείες τεχνολογίας θα βρεθούν αντιμέτωπες με υψηλότερους φόρους καθώς και με πιο αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο, σύμφωνα με επενδυτές. Ο Μπάιντεν έχει προτείνει αύξηση του εταιρικού φόρου στο 28% από 21%, γεγονός που θα επηρεάσει αρνητικά την κερδοφορία των επιχειρήσεων. Αναλυτές εκτιμούν επίσης ότι η πρόταση του Μπάιντεν να φορολογίσει κεφαλαιουχικά κέρδη και μερίσματα με τον ίδιο τρόπο που φορολογείται το εισόδημα γενικότερα θα μπορούσε να ωθήσει ορισμένους επενδυτές να πωλήσουν τους φετινους νικητές. Από την άλλη, μία δέσμη δημοσιονομικών μέτρων ύψους 2 τρισ.δολαρίων από τον Μπάιντεν θα μπορούσε να καταστήσει ελκυστικές μετοχές εταιρειών από τον χώρο του κατασκευαστικού εξοπλισμού και οικοδομικών υλικών, εξηγούν οι ίδιοι επενδυτές. 

Τόσο ο Τραμπ όσο και ο Μπάιντεν έχουν επικρίνει τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας, χωρίς ωστόσο να τις υποχρεώσουν να διασπάσουν τις δραστηριότητές τους. Ο Τραμπ περιορίστηκε στη δήλωση ότι «υπάρχει ένα θέμα όσον αφορά στο μονοπώλιο», όταν ρωτήθηκε σχετικά με τις μεγάλες εταιρείες της τεχνολογίας. Αpple, Microsoft, Amazon.com, Facebook και ο μητρικός όμιλος της Google, Alphabet, εκπροσωπούν περίπου το 23% της αξίας του δείκτη S&P 500, με αποτέλεσμα η όποια μεταβλητότητά τους να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην αγορά. 

Ο Ντέιβιντ Ενχορν διαχειριστής του αντισταθμιστικού ταμείου Greenlight Capital, έστειλε επιστολή στους πελάτες τους επισημαίνοντάς τους ότι οι μετοχές τεχνολογίας βρίσκονται στο μέσον μίας «τεράστιας φούσκας», που έσκασε όταν ο S&P 500 άγγιξε ιστορικό υψηλό στις 2 Σεπτεμβρίου. Οι μετοχές τεχνολογίας βούλιαξαν στις ρευστοποιήσεις της προηγούμενης εβδομάδας, παρότι τα αποτελέσματα τρίτου τριμήνου από εταιρείας, οπως Facebook, Alphabet και Amazon, έδειξαν πόσο ανθεκτικοί αποδείχθηκαν οι τεχνολογικοί κολοσσοί στη διάρκεια της πανδημίας, καθώς συνέχισαν να παρουσιάζουν κέρδη. «Φαίνεται όμως ότι οι μεγάλοι της τεχνολογίας δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να εκπλήξουν την αγορά», αναφέρουν αναλυτές της UBS Global Wealth Management. 
Oρισμένοι επενδυτές αναφέρονται επίσης και στις πρόσφατες ακροαματικές διαδικασίες στην Ουάσιγκτον, ως μία ένδειξη ότι επίκειται πιο αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο για τον κλάο ανεξαρτήτως από το ποιός θα εξασφαλίσει τον έλεγχο στον Κογκρέσο. Η αγωγή που κατέθεσε το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης κατά της Google στα τέλη Οκτωβρίου σηματοδότησε την πρώτη φορά που αμερικανική κυβέρνηση στράφηκε κατά μίας μεγάλης τεχνολογικής εταιρεία ςαπό το 1998 όταν είχε μηνύσει τη Microsoft για αντιμεμονοπωλιακές πρακτικές.   
 
  
Πηγή: Reuters