ΕΡΕΥΝΕΣ

Το μεγάλο πλυντήριο «ορφανών» αρχαιοτήτων

Το 2017, ένα χρόνο μετά την εξάρθρωση του πολυμελούς κυκλώματος, επαναπατρίστηκε από τη Γερμανία η πρώτη παρτίδα παρανόμως εξαχθέντων αρχαιοτήτων στην οποία υπήρχαν και 33 αγγεία. Φωτ. ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΣΥΜΕΛΑ ΠΑΝΤΖΑΡΤΖΗ

Οι λαθρανασκαφείς θεωρούσαν ότι είχαν κάνει καλά παζάρια. Είχαν πουλήσει στον μεσάζοντα ένα αρχαίο αργυρό νόμισμα βάρους 12 γραμμαρίων προς 8.000 ευρώ. Το εντόπισαν κοντά στο χωριό Χρυσοβίτσι Αρκαδίας στις 14 Νοεμβρίου 2015. Του έδωσαν και όνομα, το αποκαλούσαν «Ολυμπία». Στην μπροστινή του όψη αναπαριστά έναν αετό με ανοιχτά φτερά που γραπώνει με τα νύχια του έναν λαγό. Στην πίσω πλευρά εικονίζει τη φτερωτή θεά Νίκη. Η αξία του, όμως, ήταν μεγαλύτερη από όσο υπολόγιζαν.

Στις 7 Μαρτίου 2016 το ίδιο νόμισμα εμφανίστηκε με τον αριθμό 202a σε κατάλογο οίκου δημοπρασιών στο Μόναχο της Γερμανίας και τιμή εκκίνησης τις 12.000 ευρώ. Τελικά πουλήθηκε προς 34.000 ευρώ σε ανώνυμο αγοραστή. Η ψαλίδα ήταν μεγάλη. Οι λαθρανασκαφείς θεώρησαν ότι ο «παππούς» τους είχε ξεγελάσει. Ετσι αποκαλούσαν τον άνθρωπο που μεσολάβησε για να φτάσει το αντικείμενο από το χωράφι στο ράφι του διεθνούς οίκου. Την επόμενη φορά σχεδίαζαν να τον παρακάμψουν.

Οι ελληνικές αστυνομικές αρχές κατέγραψαν λεπτομερώς το ταξίδι του συγκεκριμένου και πολλών άλλων νομισμάτων από την ανεύρεσή τους μέχρι και την πώληση στο εξωτερικό. Ηδη από το καλοκαίρι του 2015 είχαν θέσει υπό παρακολούθηση τις τηλεφωνικές κλήσεις υπόπτων για αρχαιοκαπηλία. Σε κάποιες από τις ηχογραφήσεις τους άκουγαν επί το έργον. Στο βάθος της συνομιλίας ξεχώριζε το «μπιπ» των ανιχνευτών μετάλλων.

Σύμφωνα με τη δικογραφία, ορισμένοι διεθνείς οίκοι δανείζουν χρήματα σε Ελληνες λαθρεμπόρους για να προβαίνουν σε παράνομες αγορές.

Ενα χρόνο αργότερα, η αστυνομική έρευνα οδήγησε σε δεκάδες συλλήψεις. Από ελέγχους σε σπίτια, αποθήκες και αυτοκίνητα κατασχέθηκαν 2.024 νομίσματα και 126 αρχαία αντικείμενα, ενώ έπειτα από μεθοδικές προσπάθειες διεκδίκησης επαναπατρίστηκε μέρος της λείας που είχε καταλήξει στο εξωτερικό. Στις 21 Οκτωβρίου θα ξεκινήσει στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών η δίκη με 47 κατηγορουμένους.

Στις 2.546 σελίδες του παραπεμπτικού βουλεύματος περιγράφεται διεξοδικά η αλυσίδα της διακίνησης και αναλύεται ο ύποπτος ρόλος μεγάλων οίκων δημοπρασιών. Σύμφωνα με τη δικογραφία, ορισμένοι οίκοι δανείζουν χρήματα σε Ελληνες λαθρεμπόρους για να προβαίνουν σε παράνομες αγορές, επιτρέπουν εικονικά χτυπήματα σε δημοπρασίες για να χειραγωγηθεί η τελική τιμή ενός αντικειμένου, αποδέχονται χωρίς πολλές ερωτήσεις πλαστά πιστοποιητικά προέλευσης. Η «Κ» παρουσιάζει πτυχές της εμπλοκής τους στο ξέπλυμα τοξικών αρχαιοτήτων.

to-megalo-plyntirio-orfanon-archaiotiton0
Ορισμένα από τα αρχαία που υπήρξαν μέρος της λείας του κυκλώματος και επαναπατρίστηκαν το 2017 στην Ελλάδα. Φωτ. ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΣΥΜΕΛΑ ΠΑΝΤΖΑΡΤΖΗ

Ο ρόλος του «παππού»

Ο «παππούς», γνωστός μεταξύ των συγκατηγορουμένων του και ως «πρέσβης», ήταν 69 ετών όταν φέρεται να διέπραξε όσα του αποδίδονται. Τα «ψαχτήρια», συνήθως αγρότες και κυνηγοί, αυτόν καλούσαν πρώτο μετά τις λαθρανασκαφές τους για να εκτιμήσει την αξία των ευρημάτων τους. Γνώριζε τις κοπές των νομισμάτων, μεσολαβούσε με τους οίκους δημοπρασιών και ήταν παλιός γνώριμος των Αρχών. Το 1977 και το 1979 το όνομά του ενεπλάκη σε υποθέσεις του περιβόητου Γερμανού αρχαιοκάπηλου Στέφαν Γκέριγκε, αλλά τότε αθωώθηκε με βούλευμα. Το 1991 κατηγορήθηκε ξανά για παρόμοιο αδίκημα, ενώ φέρεται να ήταν για κάποιο διάστημα και πληροφοριοδότης της αστυνομίας.

Τον Νοέμβριο του 2015 οι αστυνομικοί που τον παρακολουθούσαν εντυπωσιάστηκαν με την ταχύτητα της δράσης του. Εκείνο τον μήνα φέρεται να ολοκλήρωσε μια παράνομη αγοραπωλησία δεκάδων χιλιάδων ευρώ, διασχίζοντας δύο φορές τη μισή Ελλάδα μέσα σε πέντε ημέρες. Πρώτα ενημέρωσε τηλεφωνικά έναν υποψήφιο Βούλγαρο αγοραστή για δύο ενδιαφέροντα αντικείμενα που εντόπισε λαθρανασκαφέας, μια μακεδονική ασπίδα και μια μεταλλική υδρία. Επειτα μετέβη από την Αθήνα στη Λάρισα για να ελέγξει από κοντά τις αρχαιότητες, όρισε ως αρχικό σημείο συνάντησης με τον αγοραστή το ξενοδοχείο Μακεδονία Παλλάς στη Θεσσαλονίκη και από εκεί φέρεται να ταξίδεψε μαζί του στην Κοζάνη για να σφραγιστεί η συμφωνία.

Αποκαλούσαν τα νομίσματα «κουμπιά», τον αρχαίο τάφο «υπόγειο μαγαζί».

Οι αστυνομικοί αφιέρωσαν πολλούς μήνες στην καταγραφή τηλεφωνικών κλήσεων. Σε κάποιες από τις συνομιλίες τους οι ύποπτοι προσπαθούσαν να καλύψουν τα ίχνη τους χρησιμοποιώντας κωδικές λέξεις. Αποκαλούσαν τα νομίσματα «κουμπιά», τον αρχαίο τάφο «υπόγειο μαγαζί», ενώ εάν ένα αντικείμενο δεν ήταν καλής ποιότητας το έλεγαν «χελώνα» ή «κούτσουρο». Δεν ήταν όμως όλοι τόσο προσεκτικοί. Για τα ίδια αντικείμενα εμφανίζονταν συχνά πολλοί διαφορετικοί μεσάζοντες, αυξάνοντας την πιθανότητα να διαρρεύσει το μυστικό τους. Σε μία περίπτωση μάλιστα δύο τυμβωρύχοι είχαν καταγράψει τις πράξεις τους και σε βίντεο το οποίο κατασχέθηκε.

Για να ξετυλίξουν το νήμα της δράσης του κυκλώματος οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν αιτήματα δικαστικής συνδρομής σε Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία, Μεγάλη Βρετανία και Βουλγαρία. Ζήτησαν να ανοίξουν τραπεζικές θυρίδες στο εξωτερικό, ξεψάχνισαν την ηλεκτρονική αλληλογραφία συλληφθέντων, καθώς και τα αρχεία εταιρειών δημοπρασίας.

to-megalo-plyntirio-orfanon-archaiotiton1
Φωτ. ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΣΥΜΕΛΑ ΠΑΝΤΖΑΡΤΖΗ

Οπως διαπίστωσαν, μερικοί από τους οίκους δημοπρασιών χορηγούν προκαταβολικά μεγάλα ποσά δεκάδων χιλιάδων ευρώ σε Ελληνες εμπόρους αρχαιοτήτων, για να προχωρήσουν σε παράνομες αγορές αρχαίων νομισμάτων. Κάθε προκαταβολή είναι έντοκη, με συγκεκριμένο μηνιαίο επιτόκιο. Στο βούλευμα σημειώνεται ότι με δανεικά χρήματα οι λαθρέμποροι αγοράζουν, εξάγουν και δημοπρατούν πολιτιστικά αγαθά.

Τον Μάιο του 2016 δημοπρατήθηκε στη Ζυρίχη προς 15.000 ελβετικά φράγκα ένα ασημένιο ημίδραχμο, το οποίο αναπαριστά τη θεά Δήμητρα στην μπροστινή του όψη. Σύμφωνα με τη δικογραφία, θεωρείται ότι το συγκεκριμένο νόμισμα είχε αποκαλυφθεί σε λαθρανασκαφή στο Καρπενήσι τρεις μήνες νωρίτερα. Σε μία από τις τηλεφωνικές συνομιλίες που καταγράφηκαν, ένας εκ των κατηγορουμένων εξηγούσε πώς θα μοιραστούν τα χρήματα από την πώλησή του. Ελεγε μεταξύ άλλων ότι ο οίκος δημοπρασίας παίρνει το 20% ως προμήθεια, ενώ 8%-10% της τελικής τιμής προορίζεται για την απόκτηση πλαστού πιστοποιητικού προέλευσης. Αυτό το μερίδιο δίνεται σε κάποιο άτομο με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, για να βεβαιώσει γραπτώς ότι το συγκεκριμένο νόμισμα προέρχεται από νόμιμη ευρωπαϊκή συλλογή.

Ο ίδιος κατηγορούμενος φέρεται να διατηρούσε προφίλ και σε ιστοσελίδα διεθνούς οίκου και πραγματοποιούσε εικονικά «χτυπήματα» σε ηλεκτρονικές δημοπρασίες για δεκάδες νομίσματα που είχε ο ίδιος τοποθετήσει εκεί. Σκοπός του ήταν να παρασύρει ενδιαφερόμενους αγοραστές και να επιτύχει τη μέγιστη δυνατή τιμή πώλησης, διαταράσσοντας όμως την αξιοκρατία της δημοπρασίας. Αρκετές φορές πάντως το τέχνασμα δεν απέδιδε. Από λάθος εκτίμηση ο λαθρέμπορος ήταν αυτός που προσέφερε την υψηλότερη τιμή. Και πάλι όμως, σύμφωνα με τη δικογραφία, έβγαινε κερδισμένος. Το νόμισμα παρέμενε στα χέρια του, ο οίκος δημοπρασιών του χορηγούσε πλέον τίτλο νόμιμης κατοχής και έπειτα ο λαθρέμπορος μπορούσε να το πουλήσει σε ιδιώτες συλλέκτες ή να το τοποθετήσει σε άλλη δημοπρασία. Μια τοξική αρχαιότητα μόλις είχε «ξεπλυθεί».

«Μη επαρκείς ενδείξεις»

Στη δικογραφία αναφέρεται ρητά ότι οι οίκοι δημοπρασιών εμπλέκονται σε παράνομες συναλλαγές. Οκτώ πρόσωπα διεθνών οίκων, ιδιοκτήτες, μέλη διοικήσεων και εκπρόσωποι κατονομάζονται στο βούλευμα. Ωστόσο κανένας εξ’ αυτών δεν θα βρεθεί στο εδώλιο την ερχόμενη εβδομάδα. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών έκρινε ότι «δεν υπήρξαν αποχρώσες- επαρκείς ενδείξεις» για να ασκηθεί δίωξη εναντίον τους.

Σύμφωνα με έρευνα της «Κ», τουλάχιστον ένα από αυτά τα πρόσωπα, συνεταίρος σε οίκο της Ζυρίχης, είχε απασχολήσει παλιότερα τις αμερικανικές διωκτικές αρχές. Τον Ιουλίο του 2012 δήλωσε ένοχος σε τρία πλημμελήματα για απόπειρα διακίνησης νομισμάτων τα οποία στην πορεία αποδείχτηκαν κίβδηλα. Τιμωρήθηκε τότε με πρόστιμο 3.000 δολαρίων και παρέδωσε άλλα 20 γνήσια αρχαία νομίσματα στην εισαγγελία του Μανχάταν, ανάμεσά τους και πέντε ελληνικά, (τέσσερις ασημένιοι στατήρες και ένα ασημένιο δίδραχμο τα οποία παραδόθηκαν το 2014 στις ελληνικές προξενικές αρχές για να εκτεθούν στο Νομισματικό Μουσείο της Αθήνας). Αργότερα απολογήθηκε και δημοσίως. «Ημουν αρκετά δραστήριος στην αγορά αρχαίων νομισμάτων», έγραψε σε επιστολή του. «Εδινα μικρή σημασία σε νόμους ξένων κρατών, λες και δεν είχαν σημασία».