Πόσο επιτυχημένη είναι η διαχείριση της γήρανσης στην Ελλάδα; 
πόσο-επιτυχημένη-είναι-η-διαχείριση-τ-562642039

Πόσο επιτυχημένη είναι η διαχείριση της γήρανσης στην Ελλάδα; 

Από τον ικαριώτικο πρωταθλητισμό μακροζωίας στις «γκρίζες ζώνες» των δεικτών ικανοποίησης, ατομικής ευημερίας και ποιότητας ζωής

Αντιγόνη Λυμπεράκη, Πλάτων Τήνιος, Αλεξάνδρα Τραγάκη, Θωμάς Γεωργιάδης
Ακούστε το άρθρο
SPECIAL REPORT
Η Εποχή Της Μακροβιότητας
  1. Το δημογραφικό μας πεπρωμένο
  2. Το «ασημένιο τσουνάμι» απειλεί την οικονομική και κοινωνική δομή
  3. Ο χάρτης του άγνωστου «πλανήτη μακροβιότητα»
  4. Τι δείχνει το «φύλλο αγώνα» για καθεμία από τις τρεις γενιές της ωριμότητας
  5. Προκλήσεις και επαγγελματικές ευκαιρίες μετά τα 50
  6. Πόσο επιτυχημένη είναι η διαχείριση της γήρανσης στην Ελλάδα; 

Μεταξύ των γεροντολόγων αποδίδεται σημασία στην έννοια της επιτυχούς ή επιτυχημένης γήρανσης που εισήγαγαν οι Rowe και Kahn στη συζήτηση με το βιβλίο τους Successful Ageing το 1998. Η (σκόπιμα ασαφής) έννοια ορίζει την επιτυχία ως συνδυασμό τριών παραγόντων με διεπιστημονική αναφορά:

  1. Αποφυγή ασθένειας και αναπηρίας
  2. Υψηλή γνωσιακή και φυσική λειτουργία 
  3. Ενεργό εμπλοκή στη ζωή

Η πολυπαραγοντική οπτική βρίσκει σύμφωνους τους ίδιους τους ηλικιωμένους: αν και δίδουν έμφαση σε θέματα υγείας, δεν λησμονούν ψυχολογία, οικονομική κατάσταση, κοινωνικές σχέσεις και κοινωνική ζωή. Η έννοια της «επιτυχίας» αναφέρεται σε ατομικές καταστάσεις, θα μπορούσε όμως να γενικευθεί και για συλλογικότητες. Πόσο «επιτυχημένη», λοιπόν, είναι η διαχείριση της γήρανσης στην Ελλάδα; 
Στην Ελλάδα για μεγάλο διάστημα ήμασταν πρωταθλητές της μακροβιότητας. Κατάλοιπο αυτής της κατάστασης είναι η παρουσία της Ικαρίας ως μία από τις έξι «γαλάζιες ζώνες» μακροζωίας στον κόσμο. Αν και διατηρείται ακόμη η τιμητική διάκριση, η ιεραρχική κατάταξη της Ελλάδας συνεχώς διολισθαίνει. Ενώ κατά τη δεκαετία του 1980 μοιραζόταν την κορυφή με κάποιες σκανδιναβικές χώρες, σήμερα αν και κάπως υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο η Ελλάδα είναι περίπου στη μέση, με τάσεις υποχώρησης. Το γράφημα για το προσδόκιμο ζωής δείχνει ότι, αν και άνδρες και γυναίκες κέρδισαν περί τα 6 χρόνια ζωής μεταξύ 1980 και 2017, άλλες χώρες είχαν πολύ καλύτερες επιδόσεις. Για παράδειγμα Ιταλοί άνδρες κέρδισαν μια ολόκληρη δεκαετία ζωής, σχεδόν διπλάσιο διάστημα από τους Ελληνες.

Ενας δείκτης που εστιάζει σε μεγαλύτερες ηλικίες είναι το προσδόκιμο στα 65, δηλαδή πόσο αναμένεται να ζήσει κάποιος αν έχει επιβιώσει ως τα 65. Η εικόνα και εδώ είναι παρόμοια: μια ευνοϊκή θέση το 1980 η οποία βελτιώνεται μεν, αλλά πιο αργά από άλλες χώρες. Η σχετική επιδείνωση είναι εντονότερη για τους άνδρες που υποχωρούν ταχύτερα στη σειρά κατάταξης.

 
Για να εξετάσουμε τις συγκριτικές επιδόσεις μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε κάποιον άλλο συνολικό δείκτη: τα έτη επιβίωσης με καλή υγεία. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν πάλι την Ελλάδα υψηλά μεν ως προς τον μέσο όρο, αλλά με συστηματική τάση επιδείνωσης. Τα έτη με καλή υγεία μειώθηκαν κατά 2 χρόνια περίπου στη δεκαετία 2010, όταν η γενική τάση παντού ήταν προς ισχυρή βελτίωση.

Ετσι, τουλάχιστον ως προς τα συνολικά στοιχεία, η Ελλάδα συμμετέχει μεν στη διεθνή τάση μακροβιότητας, υστερεί όμως ποιοτικά: Μια ερμηνεία είναι ότι «Ζούμε περισσότερο, αλλά όχι επιτυχημένα».

Στην κατάταξη του υψηλού βαθμού ικανοποίησης από τη ζωή η Ελλάδα έρχεται σαφώς και με διαφορά τελευταία.

Η μεγάλη εικόνα του ευρωπαϊκού χάρτη ικανοποίησης από τη ζωή, για τα άτομα άνω των 50 ετών, διακρίνει ανάμεσα σε τρεις καταστάσεις: απόλυτη ικανοποίηση, σχετική ικανοποίηση και λίγη/καθόλου ικανοποίηση από τη ζωή (γράφημα). Στην κατάταξη του υψηλού βαθμού ικανοποίησης από τη ζωή η Ελλάδα έρχεται σαφώς και με διαφορά τελευταία. Ομως έρχεται πρώτη σε εκείνους που δηλώνουν σχετικά ικανοποιημένοι από τη ζωή τους (67%), ενώ δεν ανήκει στην πρώτη πεντάδα των καθόλου ικανοποιημένων (αν και δεν είναι πολύ μακριά).

 

Η ποιότητα ζωής μπορεί να μετρηθεί με πολλούς τρόπους. Η έρευνα SHARE χρησιμοποιεί έναν σύνθετο δείκτη, τον δείκτη CASP που αναφέρεται σε 4 κρίσιμες διαστάσεις της ατομικής ευημερίας:

  1. Την αίσθηση ότι το άτομο διατηρεί τον έλεγχο στη ζωή του/της (control)
  2. Την ανεξαρτησία και αυτονομία του ατόμου (autonomy)
  3. Τη δυνατότητα πραγματοποίησης των επιθυμιών και στόχων (self-realisation)
  4. Την ευχαρίστηση (pleasure)

Με γνώμονα τον δείκτη ποιότητας ζωής CASP, τα άτομα 50+ στην Ελλάδα καταγράφουν τις χαμηλότερες επιδόσεις σε σύγκριση με όλες τις περιοχές της Ευρώπης (συμπεριλαμβανομένων και των άλλων νότιων χωρών). Αυτό ισχύει και για τις τρεις ηλικιακές ομάδες (50-64, 65-79 και 80+). Οπως, ίσως, είναι αναμενόμενο, η αυτο-αναφερόμενη ποιότητα ζωής λιγοστεύει όσο αυξάνει η ηλικία. Επίσης, ο δείκτης ποιότητας ζωής είναι χαμηλότερος για τις γυναίκες και επιδεινώνεται με την ηλικία. 

Αυτή η φτωχή επίδοση στον δείκτη ποιότητας ζωής για τους Ελληνες και τις Ελληνίδες πάνω από τα 50 σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους σε όλες τις άλλες χώρες του δείγματος ερμηνεύεται, ίσως, από την εξαιρετικά χαμηλή του συμμετοχή σε ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων: δεν συμμετέχουν ούτε σε εθελοντική εργασία, ούτε σε κάποιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, ούτε έχουν συχνή ενασχόληση με κάποιο αθλητικό ή κοινωνικό σωματείο.

  

Εμπιστοσύνη στους άλλους και κοινωνικό κεφάλαιο

Γιατί μας ενδιαφέρει η εμπιστοσύνη και το κοινωνικό κεφάλαιο; Διότι η εμπιστοσύνη στους άλλους ανθρώπους φαίνεται ότι έχει δύο ειδών θετικές παρενέργειες:
Πρώτον, στο ατομικό επίπεδο, δηλαδή για τον ίδιο τον άνθρωπο που εμπιστεύεται συχνότερα και περισσότερο τους άλλους ανθρώπους κοντά του, ενισχύονται οι θετικές σκέψεις και πράξεις, συχνά τροφοδοτείται μια αλυσίδα βοήθειας και αλληλοβοήθειας, και σε γενικές γραμμές οι άνθρωποι με περίσσευμα εμπιστοσύνης είναι περισσότερο αισιόδοξοι και ικανοποιημένοι από τη ζωή τους. Αυτό με η σειρά του επηρεάζει θετικά την ποιότητα (και την πυκνότητα) των σχέσεών τους με τους άλλους ανθρώπους, τονώνει τη διάθεσή τους (ψυχική υγεία) και συχνά επηρεάζει θετικά και τη φυσική τους κατάσταση.

Το υψηλό απόθεμα εμπιστοσύνης αποτελεί μια μορφή πλούτου -ένα ξεχωριστό είδος κεφαλαίου- το οποίο διευκολύνει τη συνεννόηση, μειώνει τα κόστη των συναλλαγών, τονώνει την καινοτομία και αυξάνει την παραγωγικότητα.

Δεύτερον, στο συλλογικό επίπεδο, αυτό της κοινωνίας, το υψηλό απόθεμα εμπιστοσύνης αποτελεί μια μορφή πλούτου –ένα ξεχωριστό είδος κεφαλαίου– το οποίο διευκολύνει τη συνεννόηση, μειώνει τα κόστη των συναλλαγών, τονώνει την καινοτομία (συνήθως με όχημα τη συνεργασία) και έχει μετρηθεί ότι τελικώς αυξάνει την παραγωγικότητα και τον πλούτο ενώ βελτιώνει το κοινωνικό κλίμα.
Συνεπώς είναι πιθανό είτε υψηλό κοινωνικό κεφάλαιο, είτε βελτιώσεις σε αυτό, να σχετίζονται με την επιτυχία στη γήρανση: πιθανότατα τόσο ως κινητήρια δύναμη αλλά και ως επιστέγασμα και ανταμοιβή καλών επιδόσεων.
Ηδη γνωρίζαμε από τη σχετική βιβλιογραφία και αρκετές έρευνες κοινής γνώμης ότι το κοινωνικό κεφάλαιο στην Ελλάδα είναι ασθενικό και σε μικρότερη αφθονία σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρώπης, τόσο σε καιρούς αφθονίας όσο και σε καιρούς κρίσης. Στη στροφή της χιλιετίας (και αρκετά χρόνια πριν από την κρίση) η εμπιστοσύνη στη χώρα μας είχε μετρηθεί ως μια από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη και βρισκόταν κοντά στα ποσοστά που κατέγραφαν οι τότε λεγόμενες «χώρες της Μετάβασης», δηλαδή χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που είχαν νωπές τις τραυματικές εμπειρίες του βίαιου οικονομικού σοκ που προκάλεσε η απότομη αλλαγή οικονομικού συστήματος.

Δεκαπέντε χρόνια μετά, η Ελλάδα μεταξύ του ηλικιωμένου πληθυσμού βρίσκεται στην προτελευταία θέση ως προς το απόθεμα απόλυτης εμπιστοσύνης (και σε μια από τις τελευταίες θέσεις στη μερική/σχετική εμπιστοσύνη). Τα πρωτεία στο απόθεμα εμπιστοσύνης κρατούν οι βόρειες χώρες, ενώ οι (πρώην) χώρες της Μετάβασης δείχνουν να έχουν συσσωρεύσει σημαντικό κεφάλαιο εμπιστοσύνης.

 

Συγκρινόμενη με τις παλαιότερες επιδόσεις, η Ελλάδα δεν δείχνει βελτίωση, αφού αν υπήρχαν κέρδη στη δεκαετία της ευφορίας ως το 2010, αυτά αναιρέθηκαν από τη δεκαετία των μνημονίων και της κρίσης. Είναι ενδιαφέρον, επίσης, ότι η γενική επιφυλακτικότητα μεταφέρεται σε κάθε επιμέρους ομάδα – οι γενικές στάσεις δεν διαφέρουν ούτε ανά φύλο, ούτε ανά ηλικία.
Αν δούμε τη γενικευμένη έλλειψη εμπιστοσύνης ως ένα δείκτη επιτυχίας στη γήρανση, τότε η στασιμότητα μπορεί να σηματοδοτεί και μια στάση αναμονής: η ελληνική κοινωνία παρακολουθεί, επιφυλάσσεται και αναμένει.

 

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή