Ο εκδημοκρατισμός του συνδικαλισμού

Ο εκδημοκρατισμός του συνδικαλισμού

Οι περισσότερες ρυθμίσεις του νόμου 1264/1982 για τα δικαιώματα των εργαζομένων παραμένουν έως σήμερα αναλλοίωτες

6' 48" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Μετά το 1974, το συνδικαλιστικό κίνημα ακολουθεί την πορεία της ίδιας της δημοκρατίας της χώρας μας. Αποκαθίσταται, ενισχύεται και δοκιμάζεται, αναζητώντας και σήμερα σημεία ισορροπίας.

Ο εκδημοκρατισμός του συνδικαλισμού-1
Ο νόμος του 1982 έφερε μεγάλες αλλαγές στην προστασία του δικαιώματος των εργαζομένων στις απεργιακές κινητοποιήσεις. Δεξιά: 1.4.1982. Τις ρυθμίσεις του ν/σ που κατέθεσε στη Βουλή ο υπ. Εργασίας Απόστολος Κακλαμάνης παρουσιάζει στην πρώτη σελίδα η «Κ».

Η αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974 δεν μπορούσε να μην επιδράσει καθοριστικά στην πορεία του συνδικαλιστικού κινήματος, κρίσιμης παραμέτρου του δημοκρατικού πολιτεύματος. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή στη Βουλή: «Συνδικαλισμός χωρίς τη δημοκρατία δεν γίνεται, αλλά δεν γίνεται επίσης και δημοκρατία χωρίς τον συνδικαλισμό». Η ανάγκη για εκδημοκρατισμό ήταν, λοιπόν, έντονη. Η ένταση μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα ήταν αναμφισβήτητη κατά τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια. Δεν είχε γίνει ακόμη αποκατάσταση της δημοκρατικής λειτουργίας στις κατώτερες βαθμίδες, ώστε να μπορέσουν να εκπροσωπηθούν και να εκφρασθούν όλες οι ιδεολογικές τάσεις: εκείνα τα σωματεία τα οποία βρίσκονταν πριν από το 1967 εκτός ΓΣΕΕ, συνέχισαν, άλλωστε, να βρίσκονται και πάλι εκτός, καθώς δεν τους παραχωρήθηκε δικαίωμα συμμετοχής σε αυτήν. Ο έλεγχος των εγγραφών των εργαζομένων που θα γίνονταν μέλη των πρωτοβάθμιων σωματείων, αλλά και των εγγραφών των υποκείμενων σωματείων στις υπερκείμενες ομοσπονδίες και στη ΓΣΕΕ, δηλαδή ο αποκλεισμός αντιπροσωπευτικών σωματείων και η διατήρηση στη δύναμη σωματείων «σφραγίδων», εξασφάλιζε τον έλεγχο των διοικήσεων, τη διατήρηση του μη αντιπροσωπευτικού συσχετισμού στις υφιστάμενες διοικήσεις, αλλά και τη διάστασή τους από τη βάση.

Καθιερώνεται η απλή αναλογική ως υποχρεωτικό εκλογικό σύστημα και μάλιστα σε όλη την ιεραρχία του συνδικαλιστικού κινήματος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δυνάμεις της Αριστεράς, που τότε αποτελούσαν το δυναμικότερο κομμάτι του κινήματος, ήταν οιονεί απούσες από τη διοίκηση της συνομοσπονδίας, της ΓΣΕΕ, πράγμα που συνέτεινε στην πλήρη διάσταση μεταξύ της ηγεσίας και της βάσης του κινήματος. Τέλος, οι ρυθμίσεις του ν. 330/1976 κατηγορούνταν ως έντονα αντεργατικές και στα ζητήματα του δικαίου της απεργίας, η άσκηση της οποίας είχε οδηγήσει σε ορισμένες περιπτώσεις εργαζομένους σε ποινικά δικαστήρια.

Προστασία της απεργίας

Η κυβερνητική μεταβολή του 1981 με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία δεν μπορούσε παρά να έχει σημαντική επίδραση στη συνδικαλιστική νομοθεσία και γενικότερα στο συλλογικό εργατικό δίκαιο. Οπως προαναφέραμε, το προηγούμενο διάστημα ήταν έντονες οι διαμαρτυρίες για το γεγονός ότι διατηρείτο απρόσκοπτη η λειτουργία σωματείων με ανύπαρκτη αντιπροσωπευτικότητα, με μοναδικό στόχο τον έλεγχο της κορυφής του συνδικαλιστικού κινήματος και των εργατικών κινητοποιήσεων. Επίσης έντονο ήταν και το αίτημα προς τη νέα κυβέρνηση για προστασία απέναντι στην αντισυνδικαλιστική δράση και για κατάργηση των περιορισμών στις εργατικές κινητοποιήσεις.

Ο εκδημοκρατισμός του συνδικαλισμού-2
Η κυβέρνηση Παπανδρέου επιχείρησε τον εκδημοκρατισμό των συνδικαλιστικών οργανώσεων, όπως και την εδραίωσή τους στους χώρους εργασίας.

Ετσι, ο ν. 1264/1982, υλοποιώντας και τη συνταγματική διάταξη περί ουσιαστικής προστασίας του δικαιώματος του συνδικαλίζεσθαι και της απεργίας (άρθρο 23 του Συντάγματος), επιχειρεί τον εκδημοκρατισμό των συνδικαλιστικών οργανώσεων, όπως και την εδραίωσή τους στους χώρους εργασίας.

Δεν είναι έτσι τυχαίο ότι ο νέος νόμος έχει τον εμφατικό τίτλο «Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων». Εμπνεόμενος σε αρκετά σημεία από τους αντίστοιχους γαλλικούς και ιταλικούς νόμους, επιφέρει σημαντικές αλλαγές στο πεδίο του δικαίου των εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων και του απεργιακού αγώνα, οι περισσότερες από τις οποίες παραμένουν σε ισχύ χωρίς σημαντικές μεταβολές μέχρι και σήμερα. Ενώ αφορά τόσο τους εργαζομένους με σχέση εξαρτημένης εργασίας όσο και τους δημοσίους υπαλλήλους, εξαιρεί τους ναυτικούς και, σε ορισμένα σημεία, τους δημοσιογράφους.

Αποφασιστική συμβολή στη διαμόρφωση των εργασιακών σχέσεων

Αξιόλογη είναι, κατ’ αρχάς, η καθιέρωση της απλής αναλογικής ως υποχρεωτικού εκλογικού συστήματος και μάλιστα σε όλη την ιεραρχία του συνδικαλιστικού κινήματος. Σκοπός των νέων ρυθμίσεων είναι η ηγεσία των οργανώσεων όλων των βαθμίδων να ανταποκρίνεται στις πραγματικές προθέσεις των εργαζομένων και όχι να καθορίζεται από τον απόλυτο αριθμό των οργανώσεων που τυχαίνει να μετέχουν σε μια υπερκείμενη οργάνωση (ομοσπονδία – συνομοσπονδία), ανεξάρτητα από την πραγματική δύναμή τους, δηλαδή τον αριθμό των μελών τους.

Ταυτόχρονα, όλα τα ιδεολογικά ρεύματα, έστω και μειοψηφικά, θα εκπροσωπούνται πλέον αναλογικά στις διοικήσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενώ η πλειοψηφούσα τάση των μελών δεν μπορεί να αποκτήσει και το σύνολο των εδρών στο διοικητικό συμβούλιο. Και οι μειοψηφικές τάσεις θα εκφράζονται τελικά σε αυτό. Καμία συνδικαλιστική τάση ή παράταξη δεν είχε πλέον λόγο να δημιουργήσει μια ξεχωριστή οργάνωση, αφού ο λόγος της θα μπορούσε να διατυπωθεί μέσα στα όργανα της διοίκησης της ενιαίας οργάνωσης, στην οποία εκπροσωπείται αναλογικά με τη δύναμή της. Οι σημαντικές ιδεολογικές διαφορές δεν οδήγησαν, με τον τρόπο αυτό, σε ίδρυση ξεχωριστών οργανώσεων, αλλά μόνο στη λειτουργία στο εσωτερικό τους των λεγόμενων συνδικαλιστικών παρατάξεων. Μέσω, ακριβώς, των παρατάξεων συσπειρώνονταν στη χώρα μας οι ομονοούντες, πολιτικά και συνδικαλιστικά, προκειμένου να προωθήσουν τις θέσεις τους, να συμμετάσχουν οργανωμένα στις αρχαιρεσίες και να καταλάβουν θέσεις στην ηγεσία των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Δεν ακολούθησε, δηλαδή, η Ελλάδα την οδό π.χ. του γαλλικού και του ιταλικού συνδικαλιστικού κινήματος, στα οποία οι διαφορετικές ιδεολογικές αντιλήψεις εκφράσθηκαν μέσα από τη δημιουργία ξεχωριστών συνδικαλιστικών οργανώσεων στην κορυφή, οι οποίες στη συνέχεια διαχέονταν και προς τα κάτω.

Ο εκδημοκρατισμός του συνδικαλισμού-3

Η παραπάνω ρύθμιση, όμως, θα παρέμενε ίσως χωρίς σημαντικό περιεχόμενο αν δεν συνοδευόταν και από το δικαίωμα κάθε εργαζομένου να γίνει μέλος της αντίστοιχης συνδικαλιστικής οργάνωσης και, αντιστοίχως, το δικαίωμα κάθε συνδικαλιστικής οργάνωσης να γίνει μέλος της αντίστοιχης υπερκείμενης (δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας) συνδικαλιστικής οργάνωσης. Το δικαίωμα αυτό, σε συνδυασμό με το σύστημα της απλής αναλογικής, συνέβαλλε στη συγκέντρωση του συνδικαλιστικού κινήματος και απέτρεπε τη διάσπασή του. Απαγορεύεται, τέλος, η πολλαπλή συμμετοχή εργαζομένων σε διάφορες συνδικαλιστικές οργανώσεις, συμβάλλοντας σε εξορθολογισμό της συνδικαλιστικής ένταξης. Εν προκειμένω, ο Ελληνας νομοθέτης παρενέβη δραστικά με διατάξεις δημοσίας τάξεως προκειμένου να επιβάλει την εσωτερική δημοκρατία στη λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων, έστω και περιορίζοντας σε κάποιο βαθμό την εσωτερική αυτονομία τους.

Με λίγα λόγια, όσο και αν θα ήταν δύσκολο να αρνηθεί κανείς ότι η οργανωτική ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος ήταν μια δική του συνειδητή επιλογή, δεν θα πρέπει να παραβλέπει ότι και ο νομοθέτης έθεσε την υποδομή προς μια τέτοια κατεύθυνση.

Τα συνδικαλιστικά δικαιώματα

Σημαντική είναι, επίσης, η αναγνώριση από το ν. 1264/1982 ότι τα συνδικαλιστικά δικαιώματα ασκούνται και στον τόπο εργασίας. Ο ισχυρισμός, κυρίως της εργοδοτικής πλευράς, ότι η συνδικαλιστική δράση ασκείται ελεύθερα, αλλά μόνο εκτός της επιχείρησης, στη βάση της απόλυτης ουδετερότητας αυτής της τελευταίας, δεν είχε πλέον βάση.

Ολα τα ιδεολογικά ρεύματα, έστω και μειοψηφικά, θα εκπροσωπούνται πλέον αναλογικά στις διοικήσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Περαιτέρω, η γενική αυτή αρχή συγκεκριμενοποιείται και με ειδικές διατάξεις. Ο νομοθέτης προβλέπει, έτσι, μια σειρά διευκολύνσεων προκειμένου να ενισχύσει τη θέση των οργανώσεων στην επιχείρηση και να καταστήσει ουσιαστικότερη την άσκηση του συνδικαλιστικού δικαιώματος, όπως την παραχώρηση χώρου για συνδικαλιστικό γραφείο και το δικαίωμα ανάρτησης συνδικαλιστικού πίνακα και διανομής ανακοινώσεων στον τόπο εργασίας, όπως και την επιβολή υποχρέωσης για χορήγηση συνδικαλιστικών αδειών με σκοπό την εκπλήρωση συνδικαλιστικών καθηκόντων.

Ακόμη, ενισχύεται η προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Τέλος, σημαντικές είναι και οι ρυθμίσεις για την άσκηση της απεργίας. Δεν επιτρέπεται η δικαστική απαγόρευσή της με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διαδικασία που είχε προκαλέσει νομικές συζητήσεις ως προς το εάν οδηγεί ή όχι σε φαλκίδευση του δικαιώματος στην απεργία. Επιπλέον, απαγορεύονται η ανταπεργία και η πρόσληψη εργαζομένων προκειμένου να αντικαταστήσουν απεργούς, ρυθμίσεις που προκάλεσαν τις αντιδράσεις της εργοδοτικής πλευράς. Τέλος, αναγνωρίζεται η διεθνική απεργία αλληλεγγύης, ρύθμιση στην οποία ποτέ δεν έγινε προσφυγή, μάλλον λόγω του προωθημένου, σε σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα, χαρακτήρα της. Και ασφαλώς δεν ισχύει πλέον η ποινική καταστολή της απεργίας.

Πάντως, ναι μεν δεν διακηρύσσεται, όπως στον ν. 330/1976, με έμφαση η απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης του απεργιακού δικαιώματος, αλλά αυτή η απαγόρευση διατηρείται, τελικά, μέσω μιας αντίστοιχης διάταξης του Αστικού Κώδικα (άρθρο 281 ΑΚ).

Ο νόμος 1264/1982 επηρεάσθηκε –δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς– από το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον. Συνέβαλε, όμως, αποφασιστικά στην πορεία του συνδικαλιστικού κινήματος και στη διαμόρφωση των εργασιακών σχέσεων στη χώρα μας. Οσο και αν ενίσχυσε τη θέση της εργατικής πλευράς, κατάφερε να εξασφαλίσει ισορροπίες αναγκαίες για την πορεία των επιχειρήσεων. Κυρίως εξασφάλισε τη δημοκρατική λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων και συνέβαλε στη διατήρηση της ενότητάς τους. Οι πιο πολλές ρυθμίσεις του παρέμειναν έως σήμερα αναλλοίωτες και μόνο σε ορισμένα, λίγα, σημεία επιχειρήθηκε προσαρμογή τους στις νέες συνθήκες και κάποιος εξορθολογισμός.

*Επιμέλεια: Ευάνθης Χατζηβασιλείου

*Ο κ. Κώστας Δ. Παπαδημητρίου είναι ομότιμος καθηγητής Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT