ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Ημέρα χωρίς όνομα

Ποτέ δεν κατάλαβα τον θόρυβο γύρω από την Κυριακή. Ίσως φταίει το ότι μεγάλωσα σε μια μάλλον άχαρη κωμόπολη της ελληνικής επαρχίας. Ξέρω, δεν είναι «σωστό» να αποκαλείς τις εσχατιές της ελληνικής επικράτειας «επαρχία», ωστόσο αυτή ήταν η λέξη που ακουγόταν τα χρόνια που μεγάλωνα, τη δεκαετία του ’70. Οι κάπως μεγαλύτεροι θα θυμάστε ότι στα χρόνια της παντοδυναμίας του Ανδρέα Παπανδρέου η αδόκιμη πλέον λέξη «επαρχία» αντικαταστάθηκε από την πολύ πιο συναισθηματικά ουδέτερη και κάπως τεχνοκρατική έννοια της «περιφέρειας». Αν δεν παρακολουθούσες τις πολιτισμικές εξελίξεις στην Ελλάδα του ’80, ήσουν άξεστος, οπισθοδρομικός και κρυφορατσιστής.

Έπρεπε να κατέβω στην Αθήνα για να καταλάβω τις ατέλειωτες μικρές επαρχίες που κρύβει η ίδια η πρωτεύουσα. Πιτσιρικάς, πάντως, καρφωνόμουν στην τηλεόραση (μικρός είχα ένα ανεξήγητο πάθος για τα δελτία ειδήσεων), για να ξεκλέψω κάποια εικόνα μεγαλούπολης, που στο μυαλό μου δεν μπορούσε να είναι κάτι άλλο από την Αθήνα. Μου φαινόταν αδιανόητη η απεραντοσύνη της, το γεγονός ότι μπορούσες να περάσεις μια ζωή χωρίς να γνωρίσεις αυτόν που έμενε στον ίδιο δρόμο μ’ εσένα. Ένιωθα πεταλούδες στο στομάχι από την ανεξέλεγκτη χαρά που μπορούσε να μου προκαλέσει μια τόσο τολμηρή ονειροπόληση.

Αν ήμουν πραγματικά κυνικός, θα έλεγα ότι μία από τις διασκεδάσεις μου ήταν να ακούω την γκρίνια των συνομηλίκων μου στην κατασκήνωση της Χαλκιδικής για το πόσο χάλια ήταν τα δικά τους κυριακάτικα απογεύματα, κυρίως στη Θεσσαλονίκη. Άκουγα για τη «μελαγχολία του κυριακάτικου απογεύματος» και για το περίφημο σήμα της «Αθλητικής Κυριακής» και δεν μπορούσα να μην γελάσω· έστω κι από μέσα μου. 

Γιατί η δική μου μελαγχολία είχε σημείο εκκίνησης τη στιγμή που άνοιγα τα μάτια μου. Αν και δεν γνώριζα πώς είναι να μεγαλώνεις σε άλλο μέρος, ποτέ δεν συμφιλιώθηκα με το αίσθημα βαθιάς εφηβικής δυσφορίας στο οποίο βούλιαζα κάθε Κυριακή πρωί. Δεν ήταν σίγουρα το σχολείο, δεν ήταν σίγουρα τα μαθήματα της επόμενης ημέρας και δεν ήταν σίγουρα το σήμα της «Αθλητικής Κυριακής» (δεν είχα το παραμικρό ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο, αν και ο πατέρας μου υποστήριζε χλιαρά τον Ηρακλή Θεσσαλονίκης). Εξαιτίας του βαλκανικού μας καιρού, οι χειμώνες ήταν πραγματικά ανυπόφοροι, με πολλή υγρασία, αρκετό χιόνι και ομίχλες. Δεν θυμάμαι να ξύπνησα μια Κυριακή και να πετάχτηκα από το κρεβάτι μου ενθουσιασμένος, ξεσηκώνοντας το σπίτι με τις φωνές, «λιακάδα, λιακάδα, λιακάδα!».

Το αποτέλεσμα ήταν συνήθως να μην κυκλοφορεί ψυχή στους δρόμους, εκτός από τους πιστούς της πρωινής λειτουργίας, και να τρώμε νωρίς για τα ελληνικά δεδομένα· στη μία, το τραπέζι ήταν στρωμένο και μισή ώρα αργότερα άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση για τη Δευτέρα. Αλλά για μένα η «Δευτέρα» και το σχολείο ήταν ευλογία, ένας λόγος για να σηκωθώ από το κρεβάτι, μια μέρα που θα με έφερνε λίγο πιο κοντά σε αυτό που ήθελα να γίνω: καλός μαθητής, μελλοντικός φοιτητής και κάτοικος μιας (πολύ) μεγαλύτερης πόλης· ίσως και μιας άλλης χώρας.

Τα μεσημέρια οι περισσότεροι συμμαθητές μου θα μαζεύονταν σε κάποιο σπίτι· εκτός κι αν είχε σπάσει ο διάολος το ποδάρι του και είχε πραγματικά καλή μέρα. Όμως, σε ένα τόσο μικρό μέρος ήσουν υποχρεωμένος να τους δεις όλους, κι αυτούς που συμπαθούσες, κι αυτούς που δεν συμπαθούσες τόσο. Έτσι, τις πιο πολλές φορές επέλεγα το δωμάτιό μου, εκεί όπου τελικά καταστρώθηκαν όλα τα μυστικά μου σχέδια για το μέλλον. Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, είμαι στην ευχάριστη θέση να πω ότι τα περισσότερα από αυτά βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη.  ■

* Ο κ. Δαμιανός Καραμανίδης είναι γιατρός.