ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Η Κυριακή που πήγα ξανά στο περίπτερο

Δεν θυμάμαι την Κυριακή που σταμάτησα να αγοράζω εφημερίδες. Κυρίως, ουδέποτε περίμενα ότι θα συμβεί αυτό.

Στην εφηβεία, πάντα αθλητική εφημερίδα στην πίσω τσέπη, για να πανηγυρίζουμε τις μεγάλες νίκες της ομάδας μας. Αν και ακόμα θυμάμαι τη φιλόλογο που επέμενε να αγοράζουμε κυριακάτικη εφημερίδα, για να «αναπτύξουμε το λεξιλόγιό μας», αυτή ήταν η διατύπωση. Αλλά ποιος την άκουγε; 

Στα χρόνια του πανεπιστημίου, αρχικά ήταν μόνο η κυριακάτικη εφημερίδα και σιγά σιγά, προς τα ώριμα χρόνια της επαγγελματικής ενηλικίωσης, έγινε απαραίτητη και η καθημερινή. Εν τω μεταξύ, «η κυριακάτικη» έγινε «οι κυριακάτικες». Μιλάμε για δύο και τρεις, και τέσσερις κάποιες φορές. Καθημερινή συνήθεια σημαίνει να ξέρεις το πού και το τι, σε ποια σελίδα, ποια στήλη, ποιος αρθρογράφος, εκεί για σένα. Παρέα, όχι αστεία.

Τις εφημερίδες τις έχω αποδελτιώσει σε κατηγορίες και ταξινομήσει μέσα σε ντοσιέ· διαφορετικό χρώμα – διαφορετική κατηγορία. Τις έχω χρησιμοποιήσει ως εποπτικό υλικό στη δουλειά μου, με τους μαθητές και τις μαθήτριές μου παλιότερα είχαμε φτιάξει τα δικά μας έντυπα, άλλες τις έχω ακόμα στο πατάρι του πατρικού σπιτιού με κριτήριο κάποια καθαρά προσωπικά ορόσημα: πριν ή μετά το 2000, άρθρα που θα με βοηθούσαν στη μεταπτυχιακή εργασία στο πανεπιστήμιο, έχοντας δαπανήσει ατελείωτες ώρες να ξεφυλλίζω με προσοχή κίτρινα φύλλα με ευαισθησία, να φωτοτυπώ με μεγάλη ένταση. Μερικές τις έχω δωρίσει στην αγαπημένη μου βιβλιοθήκη, όταν πια η μετακόμιση ήταν οριστική και δεν μπορούσαν να πηγαινοέρχονται από ενοίκιο σε ενοίκιο. Και δίπλα στα κιτρινισμένα φύλλα, δεκάδες βίντεο, CD, DVD, βιβλία, λογοτεχνία, εγκυκλοπαίδειες, τόμοι ολόκληροι από τις εφημερίδες. Σωστή περιουσία, ένας πλούσιος άνθρωπος.

Οι εφημερίδες με έχουν συντροφέψει. Θυμάμαι ταξίδια με σακίδιο ή βαλίτσα, να μη χωράνε και να μαυρίζουν τα χέρια μου και τα ρούχα. Να βρίσκομαι στο εξωτερικό για ημέρες και να μου λείπει πρώτα η θάλασσα και μετά η εφημερίδα με τη γλώσσα μου, τη γλώσσα της, την ελληνική. Το καλοκαίρι σε ξαπλώστρες να τις παίρνει ο αέρας και να τις κυνηγώ, να τις αναζητώ σε περίπτερα και να έχουν εξαντληθεί –μικρό νησί, μεγάλος καημός–, να έχουμε, ως οικογένεια, περάσει πρωινά Κυριακής παρέα με τον καφέ και το διάβασμα εφημερίδων όλοι μαζί. Ο καθένας και η καθεμία με τις προτιμήσεις του, τις στήλες του, τα περιοδικά του, το χάσιμό του, τη λαχτάρα της. Φωτεινές Κυριακές, διαβασμένες καλά.

Και όμως. Κάποια στιγμή όλο αυτό σταμάτησε ξαφνικά. Πρώτα κόπηκε το καθημερινό φύλλο, ο λόγος ήταν οικονομικός. Αντικαταστάθηκε από την τηλεόραση και το διαδίκτυο, ώστε σταδιακά, με την ανάπτυξη και την είσοδο των εφημερίδων στον μαγικό κόσμο του διαδικτύου, μπορεί να μη μου κακοφαινόταν τόσο, ποτέ όμως δεν ήταν τελικά το ίδιο. Τώρα το ξέρω καλά, δεν είναι το ίδιο.  

Όταν οι δύο μισθοί έγιναν ένας, πάει και η αγαπημένη κυριακάτικη συνήθεια. Τέσσερις Κυριακές τον μήνα επί δύο τρεις εφημερίδες τη φορά, να το φροντιστήριο του μικρού. Πέρασαν δύο χειμώνες που ταξίδια κι άλλα καλούδια του πολιτισμού (μαζί κι οι εφημερίδες) μπήκαν στην αναμονή, περιμένοντας τις καλύτερες μέρες. 

Την προηγούμενη Κυριακή, πήγα ξανά στο περίπτερο. Εγώ, εμείς έχουμε αλλάξει, κι εκείνες επίσης. Αναμενόμενο, δύο χρόνια ήταν, έχουν αλλάξει πολλά. 

Η εφημερίδα είναι όπως μια νέα πατρίδα, ένας άλλος τόπος. Θέλουν χρόνο. Ας διαβάσουμε.          ■

* Ο Μιχάλης Μελαχροινούδης είναι εκπαιδευτικός.