ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Τρώγοντας καρπούζι και κοιτώντας το φεγγάρι

Πριν από μισό αιώνα, η τηλεόραση στα σπίτια ήταν σαν βωμός. Ήταν το πιο σεβαστό απόκτημα και, καθώς λίγα σπίτια είχαν τηλεόραση το 1969, η τηλεόραση ήταν δείκτης όχι τόσο ευμάρειας, αλλά καλών αντανακλαστικών στις νέες τεχνολογίες. Αδυνατώ να φανταστώ ότι η νόνα μου, με την οποία μοιράστηκα την εμπειρία της τηλεοπτικής προσσελήνωσης, διέθετε εκείνα τα χρόνια καλά ρεφλέξ απέναντι στις πάσης φύσεως καινοτομίες, αλλά ήταν γεγονός ότι καθίσαμε δίπλα δίπλα να δούμε από τη «δική της» τηλεόραση τα πρώτα βήματα στο φεγγάρι.

Το σκηνικό στο σπίτι δεν είχε τίποτε το μελλοντολογικό. Περνούσα το καλοκαίρι μου, από εκείνα τα ατελείωτα καλοκαίρια της παιδικής ηλικίας, σε ένα παλιό σπίτι στη Γλυφάδα, που η νόνα είχε νοικιάσει για τη σεζόν. Οι γονείς ήταν στην Αθήνα, ο μπαμπάς είχε δουλειές. Έτσι, λοιπόν, οι μέρες και οι νύχτες, σε εκείνα τα καλοκαίρια που δεν τελείωναν ποτέ, σχημάτιζαν ομόκεντρους κύκλους γύρω από μια ρουτίνα που μας νάρκωνε στον ρυθμό της. 

«Tην Κυριακή θα πάμε στο φεγγάρι», μου είχε πει την προηγουμένη ο Μάκης, αυτό το ξανθό παιδί που έμενε απέναντι και που υποψιαζόμουν ότι είχε τηλεόραση, αλλά δεν το έλεγε για να μη μαζεύεται η γειτονιά (αυστηρή οδηγία μαμάς Μάκη). Ο Μάκης δεν το έλεγε γιατί δεν ήξερε ότι είχαμε και εμείς τηλεόραση. Και δεν το ήξερε γιατί η μαμά του έκλεινε τα παντζούρια τους όταν άρχιζε το πρόγραμμα, και έτσι δεν μας έβλεπε εμάς απέναντι με τα παράθυρα τέντα και το γαλαζωπό φως της Telefunken να ασημώνει τα έπιπλα.

Εκεί, μπροστά στον δικό μας «βωμό», καθίσαμε με τη νόνα να δούμε την προσσελήνωση. Ήταν μια μέρα σαν τη χθεσινή, μια μέρα σαν αυτή που θα ακολουθούσε, αλλά για κάποιον λόγο ξέραμε ότι έπρεπε με ευλάβεια και δέος (και με μια μικρή δυσπιστία ότι όλα αυτά συνέβαιναν αλήθεια) να δούμε τα πρώτα βήματα του ανθρώπου στο φεγγάρι. Είχα δίπλα μου ένα τεύχος των «Κλασσικών Εικονογραφημένων». Κανονικά θα έπρεπε να είναι το «Από τη Γη στη Σελήνη» του Ιουλίου Βερν (που το είχα, αλλά ήταν σε αυτά που είχα αφήσει στην Αθήνα), εκείνη την εβδομάδα όμως είχε βγει στα περίπτερα η «Ανταρσία του Μπάουντι». Και έτσι αυτό το τεύχος ήταν που είχα δίπλα μου σε ένα σκαμπό, δίπλα στον καναπέ. Στο γαλαζόλευκο ημίφως που μας επέβαλε η τηλεόραση είχε τυλιχτεί όλο το δωμάτιο-σαλόνι εκείνου του καλοκαιρινού σπιτιού (δεν ανάβαμε το φως όχι τόσο για να μη μας βλέπουν, αλλά για να μη μαζεύονται κουνούπια, παρά το κατόλ που κάπνιζε).

Σε λίγο θα άρχιζε η μετάδοση, αλλά η νόνα ήταν ακόμη στην κουζίνα. Την είδα να έρχεται από το βάθος με δύο πιάτα γεμάτα φέτες καρπούζι και με τρόμο διαπίστωσα ότι ακούμπησε το δικό μου πάνω στην «Ανταρσία του Μπάουντι».

Θυμάμαι αμυδρά τα πλάνα και τη φωνή της αναμετάδοσης. Πρέπει εκείνα τα λεπτά να κατάπια αρκετά κουκούτσια, η νόνα ήταν αμίλητη. Σκέφτηκα ότι –απέναντι– ο Μάκης μπορεί και εκείνος να έτρωγε καρπούζι μαζί με τη μαμά του και ότι μάλλον θα μιλούσαν και εκείνοι για το φεγγάρι. Εμείς δεν μιλήσαμε για το φεγγάρι. Το είδαμε όμως τρώγοντας καρπούζι, σιωπηλοί σαν σε λειτουργία όπου επιτρέπεται να φέρεις φαγητό από το σπίτι. Πατήσαμε στο φεγγάρι και η νόνα άναψε ένα πορτατίφ για το τελευταίο σταυρόλεξο της ημέρας. ■