ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Η μέρα του Θεού

Ξεκινώντας κάπως ανορθόδοξα αυτό το κείμενο, οφείλω να ομολογήσω μια προσωπική μου πεποίθηση: η Κυριακή δεν είναι μια απλή ημέρα, αλλά μια ιδέα. Μπορεί το δεύτερο μισό της να είναι μελαγχολικό, αλλά δεν παύει να είναι μια μέρα για την οποία συνεχίζω να κάνω σχέδια.

Στο άκουσμα της λέξης «Κυριακή» και των επιθέτων «κυριακάτικος, -η, -ο» θεωρώ πως γεννιούνται ή ξεπροβάλλουν καλά κρυμμένες μνήμες, πλαισιωμένες από ένα αίσθημα ευφορίας και ένα ελαφρύ μειδίαμα στα χείλη.

«Κυριακάτικος καφές», «κυριακάτικο πρωινό», «κυριακάτικο τραπέζι», «Κυριακή των εκλογών» ή «κυριακάτικη εφημερίδα» είναι έννοιες ξεχωριστές, η καθεμία για τον δικό της λόγο. Κι αν αρχίσουμε να μιλάμε γι’ αυτές, οι γραμμές αυτού του κειμένου δεν έχουν την απαραίτητη έκταση για να αποδώσουν με πλήρη σαφήνεια και τη δέουσα ένταση τη σημασία τους.

Για τους ανθρώπους μιας άλλης εποχής η Κυριακή ήταν η πιο σημαντική μέρα, κάτι σαν τον πανηγυρικό εορτασμό του τέλους της εβδομάδας. Όλες οι υπόλοιπες μέρες λειτουργούσαν σαν τα γρανάζια σε μια μηχανή που δουλειά της ήταν να προετοιμάσει την έλευση της Κυριακής.

Η «ημέρα του Θεού», θυμάμαι τη γιαγιά μου να λέει ετοιμάζοντας το κυριακάτικο τραπέζι μετά την εκκλησία, ένα τραπέζι στο οποίο απαραιτήτως κάθε μέλος της οικογένειας έπρεπε να παρευρεθεί. Ο κόσμος, για κάποιον λόγο, αδημονούσε έξι ολόκληρες ημέρες για να έρθει η έβδομη, η τελευταία ημέρα της εβδομάδας. Οι Κυριακές πάντα ξεχώριζαν για τα πρωινά τους, κυριακάτικα πρωινά μιας άλλης εποχής, που πλημμύριζαν από μυρωδιές φρεσκομαγειρεμένου φαγητού, φρεσκοψημένου ψωμιού ή ιδανικά κάποιου γλυκού. Για κάποιον που μεγάλωσε εκτός λεκανοπεδίου Αττικής, όπως εγώ, αυτά τα ερεθίσματα είναι κάτι παραπάνω από γνωρίσματα αυτής της μέρας, είναι η ίδια της η ταυτότητα.

Οι δικές μου μνήμες ξύπνησαν ένα κυριακάτικο πρωινό στα τέλη του Σεπτεμβρίου, σε μια γειτονιά του κέντρου της Αθήνας. Ένα απλό περπάτημα, ώστε να παρακάμψω την κυριακάτικη αργοπορία των μέσων μεταφοράς, ήταν αρκετό για να λάβω τα απαραίτητα ερεθίσματα, να ενεργοποιηθούν οι αισθήσεις και να ξυπνήσουν οι μνήμες.

Η ησυχία, οι γνώριμες μυρωδιές από τα σπίτια και οι σιγανές συνομιλίες των πρώτων Αθηναίων που έκαναν την εμφάνισή τους με ταξίδεψαν δεκαπέντε χρόνια πίσω και έφεραν στην επιφάνεια συναισθήματα παρόμοια με αυτά του δεκάχρονου τότε παιδιού.

Μπορεί το αστικό τοπίο της Αθήνας που αγαπάμε να απεχθανόμαστε να μη συμβαδίζει με αυτό της επαρχιακής πόλης της Πελοποννήσου όπου μεγάλωσα και να έχει καταπιεί ό,τι θυμίζει μια άλλη εποχή. Μπορεί ο κόσμος να μην είναι ο ίδιος, μπορεί εμείς να μην είμαστε οι ίδιοι, υπάρχει όμως σίγουρα κοινή συνισταμένη μεταξύ των δύο ασύμβατων κόσμων.

Είναι η συγκεκριμένη εκείνη στιγμή που η βουή της πόλης γίνεται υπόκωφη, που οι αισθήσεις ενεργοποιούνται και το ταξίδι ξεκινά. Μπορεί πολλά πράγματα να έχουν αλλάξει (ο κόσμος, οι αξίες, ο τρόπος ζωής), αλλά η ουσία και ο χαρακτήρας της ημέρας παραμένουν αναλλοίωτα – μέχρι «την κόρνα της λήξης», που θα σημάνει την αργόσυρτη είσοδο στη νέα εβδομάδα. Μπορεί πολλά στοιχεία «από τα παλιά» να έχουν αφομοιωθεί από το παρόν ή να έχουν εξαφανιστεί, σίγουρα όμως ένα πράγμα παραμένει και δεν μπορεί να αλλοιωθεί από τίποτα και κανέναν. Κι αυτό είναι οι μνήμες, οι πανίσχυρες μνήμες. ■

* Ο Παύλος Πατρινιός εργάζεται στο τμήμα Μάρκετινγκ της «Καθημερινής».