ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Νταγκ Σούλστα: «Η λογοτεχνία είναι σαν το ποδόσφαιρο»

dag-solstad-f-4

Τα ηλεκτρονικά κουδούνια στην είσοδο της πολυκατοικίας στο Φρόγκνερ ζητούσαν –σε άπταιστα γαλλικά– να πατήσω τον αριθμό του διαμερίσματος και ύστερα το κουδουνάκι. Έσπρωξα τη βαριά ξύλινη πόρτα της πολυκατοικίας του 19ου αιώνα και βρέθηκα στον διάδρομο. Από το κλιμακοστάσιο, στα αριστερά, ανέβηκα στον πρώτο όροφο. Μια πόρτα άνοιξε. Στο άνοιγμά της εμφανίστηκε αυτός που, χωρίς περιστροφές, αναγνωρίζεται από πολλούς ως ο μεγαλύτερος συγγραφέας της Νορβηγίας από την εποχή του Κνουτ Χάμσουν: ο 78χρονος Νταγκ Σούλστα – διαχρονικό enfant terrible της νορβηγικής λογοτεχνίας, αποδέκτης κάθε πιθανού λογοτεχνικού βραβείου της πατρίδας του, μανιακός ποδοσφαιρόφιλος, αμετανόητος βωμολόχος. 

Φορούσε σακάκι, παντελόνι και τις παντόφλες του. Άφησα τα παπούτσια μου στην είσοδο και με κάλεσε να καθίσουμε στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι του σαλονιού, συνοδεία τσαγιού, πολύτιμων χειρογράφων, αμέτρητων βιβλίων, ατάκτως ερριμμένων, και του τελευταίου τεύχους του Der Spiegel. Ο Σούλστα μοιάζει –διόλου παραδόξως– να είναι ένα κράμα όλων των αντιφατικών πρωταγωνιστών του: από τον διπλωμάτη Αρμάν Β., που υπηρετεί κατά γράμμα και με επιτυχία τη νατοϊκή του χώρα, ενώ μέσα του απεχθάνεται την αμερικανική ιμπεριαλιστική πολιτική, μέχρι τον Μπιορν Χάνσεν, τον άνδρα που προσποιείται ότι έχει πέσει θύμα χειρουργικής αμέλειας, ώστε να περάσει, με τη θέλησή του, το υπόλοιπο της ζωής του σε αναπηρικό καροτσάκι. Ένας λογοτεχνικός φαρσέρ που δεν παίρνει ούτε τον εαυτό του ούτε τη ζωή στα σοβαρά· ένας πρώην στρατευμένος ιδεολόγος που κουβαλά μέσα του μια βαθιά απέχθεια προς οποιαδήποτε ψευδαίσθηση ελέγχου.

Στο «Αιδημοσύνη και αξιοπρέπεια» –ένα βιβλίο του 1994, το πρώτο που εκδίδεται στα ελληνικά και κυκλοφορεί σε λίγο καιρό από τις εκδόσεις Ποταμός, σε μετάφραση Σωτήρη Σουλιώτη– ο ιψενομανής καθηγητής Ελίας Ρούκλα καταρρέει ψυχικά περιμένοντας στο φανάρι απέναντι από το γήπεδο Μπίσλετ, όταν συνειδητοποιεί ότι η εποχή του τον έχει ξεπεράσει με ταχύτητα αμείλικτη: οι μαθητές του αδιαφορούν παντελώς για την εμμονή του με τις «Αγριόχηνες», η γυναίκα του μοιάζει σαν μια σκιά που κάποτε ίσως να την κατέκτησε και ο καλύτερός του φίλος, ο άνθρωπος με τον οποίο έτρωγαν ψωμί κι αλάτι, υποσχόμενοι να μείνουν πιστοί στις ηθικές αρχές της σοσιαλδημοκρατίας, «την έκανε» με ελαφρά πηδηματάκια για τη Νέα Υόρκη, όπου ζει την πλουσιοπάροχη ζωή ενός επιτυχημένου γιάπη. 

Σκοτώνοντας τη σοσιαλδημοκρατία

Η απογοήτευση της σοσιαλδημοκρατίας είναι ένα καθ’ όλα γνώριμο πεδίο άσκησης για τον Σούλστα: στον απόηχο του Μάη του ’68, του πολέμου του Βιετνάμ και της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα, ιδρύθηκε στη Νορβηγία το Μαρξιστικό-Λενινιστικό Εργατικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο καλούσε τα καλοαναθρεμμένα παιδιά του επιτυχημένου μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας σε ένοπλη εξέγερση και κατάλυση του κράτους. Ο Σούλστα έγινε πρωτεργάτης και βασικός διανοούμενος του κινήματος. Τα παλαιότερα μυθιστορήματά του καταφέρονται εναντίον του μικροαστού και του σοσιαλδημοκράτη, παρόλο που ο ίδιος –καθ’ ομολογίαν του– δεν θέλησε ποτέ να αλλάξει τον κόσμο μέσα από τα γραπτά του. Φιλοδοξία του (ή και ανάγκη) ήταν να γίνει ο νέος Χάμσουν: τον πρωτοδιάβασε στα δεκάξι του κι έκτοτε «ο μοναδικός σκοπός της ύπαρξής του» ήταν να γίνει συγγραφέας. 

Η αντιφατικότητα της λατρείας ενός μαρξιστή-λενινιστή για έναν υμνητή του φασισμού αποτυπώνει καθαρά την υπόγεια κλωστή που συνδέει τους πραγματικά μεγάλους συγγραφείς μεταξύ τους: ο Σούλστα μαγεύτηκε από την παλαιάς κοπής γλώσσα του Χάμσουν, από τον ακριβή ρυθμό της, από τον τρόπο με τον οποίο γυροφέρνει τον στόχο και ξαφνικά, ευθύβολα και αναπάντεχα κατακεραυνώνει τον αναγνώστη. Αυτό του το μεράκι για τα νορβηγικά είναι η ακλόνητη βάση στην οποία στέκονται και τα 35 επιβλητικά βιβλία του, είτε είναι ογκώδη πολιτικά μυθιστορήματα, είτε παράδοξες υπαρξιακές νουβέλες, είτε αυτοβιογραφικά κείμενα για την οικογένεια ή τη χώρα του. Ο Σούλστα έζησε στο Βερολίνο δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Γερμανικά δεν έμαθε ποτέ. «Υπήρχαν τόσο πολλοί Νορβηγοί τριγύρω μου, έφτανε να κοιτώ τα πάντα με μάτια γουρλωμένα», λέει. Για έναν άνθρωπο που φημίζεται για τη γλωσσική μονομανία του, η εξήγηση αυτή κρύβει –υποπτεύομαι– μια πλήρως συνειδητή άρνηση να βγει από τα όρια του γλωσσικού του κόσμου.

ntagk-soylsta-i-logotechnia-einai-san-to-podosfairo0
© Agence Opale / Alamy Stock Photo/visualhellas.gr

Γλωσσικός ιμπεριαλισμός

Για του λόγου το αληθές, κάθε λίγο και λιγάκι ο Σούλστα κατακεραυνώνει δημοσίως τη διείσδυση της αγγλικής στο νορβηγικό λεξιλόγιο, προειδοποιώντας (με την κοψιά και την πυγμή προφήτη) ότι σε λίγα χρόνια τα νορβηγικά θα γίνουν ένα υβρίδιο κι ύστερα θα πεθάνουν. Στο καφέ της γειτονιάς του –διαμαρτύρεται– οι σερβιτόροι από τη Σουηδία δεν καταλαβαίνουν τι τους λέει και αναγκάζουν τους θαμώνες να «σουηδοποιήσουν» τα νορβηγικά τους για να παραγγείλουν έναν καφέ. Του υπενθυμίζω ότι δεν χρειάζεται να φοβάται: όλο και περισσότεροι μεταφραστές μεταφέρουν τη νορβηγική λογοτεχνία σε άλλες γλώσσες. Και εξάλλου το δικό του συγγραφικό ύφος καταλύει από μόνο του και συνεχώς τους επίσημους κανόνες της γλώσσας του: η μουσικότητα και η ποιητικότητά του αποτυπώνουν τον αυθορμητισμό, τα λάθη, τα τερτίπια του προφορικού λόγου. 

Τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, μαζί με τον καλό του φίλο και σπουδαίο συγγραφέα Γιον Μίσλετ, έγραψαν πέντε βιβλία για το Μουντιάλ (ναι, του ποδοσφαίρου), που μπήκαν σε όλα τα εφηβικά, και μη, δωμάτια της Νορβηγίας: ήταν μια εξαιρετική σύμφυση ποδοσφαιρικής και κοινωνιολογικής ανάλυσης σε εντυπωσιακή λογοτεχνική πρόζα. Οι δύο φίλοι ταξίδευαν στην εκάστοτε χώρα που φιλοξενούσε το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου και παρακολουθούσαν όσα περισσότερα ματς γινόταν, καταγράφοντας τις εντυπώσεις τους. Ο Σούλστα, παιδιόθεν μανιώδης οπαδός της ομάδας της πόλης του, Σάνεφιουρ, υποστήριζε την Αγγλία. «Εκτός από την εποχή των Φόκλαντ!» υπογραμμίζει. Και θυμάμαι κάτι που είχε δηλώσει σε παλιότερη συνέντευξή του: «Καλός λογοτέχνης είναι ο τυχερός λογοτέχνης, αυτός που σκοράρει την κατάλληλη στιγμή», όπως ο Χάμσουν. «Η λογοτεχνία είναι σαν το ποδόσφαιρο: μια καλή ομάδα είναι πάντα τυχερή». 

Ένας τυχερός λογοτέχνης

Ο Νταγκ Σούλστα νιώθει ένας τυχερός λογοτέχνης. Κι έχει κάθε δικαίωμα να νιώθει έτσι: τα τελευταία χρόνια ακούγεται μονίμως ως υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ. Τον ευχαριστώ για τον χρόνο του, τον καλώ να έρθει ξανά στην Ύδρα, την οποία είχε λατρέψει όταν πρωτοπήγε, το 1966, και κοντοστέκομαι στην εξώπορτα του διαμερίσματός του για μια τελευταία ερώτηση: σε ποιον θα έδινε τη σκυτάλη του Μεγάλου Νορβηγού Συγγραφέα; «Υπάρχουν πολλοί», μου απαντά, αλλά τελικά ένα όνομα βγαίνει από το στόμα του: Καρλ Ούβε Κνάουσγκορ.

Κατεβαίνω τα σκαλιά. Τα ιδιαίτερα νορβηγικά του αντηχούν ακόμα στα αυτιά μου. Στην εξώπορτα, η ηλεκτρονική οθόνη των κουδουνιών με αποχαιρετά στα γαλλικά. Διασχίζω τον δρόμο και μπαίνω στο απέναντι καφέ, να συλλέξω τις σκέψεις μου, να καταλαγιάσει μέσα μου η τόση ευχαρίστηση. Πλησιάζω τον πάγκο και η κοπέλα με ρωτάει στα σουηδικά: «Τι θα θέλατε, παρακαλώ;». ■