ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Κάθε μέρα Κυριακή

Που λες, Παλαπουκίδη Ανέστη τον λέγαν. Γύρω στα ογδόντα. Ωραίος παππούς και ξηγημένος στην πληρωμή. Σταθερά το ίδιο δρομολόγιο κοντά στα πέντε χρόνια. Πήγαινα και τον έπαιρνα κάθε Κυριακή στις δέκα το πρωί απ’ το γηροκομείο, αυτό που ’ναι έξω απ’ τα Κοκκινόγεια αν ξέρεις. Στην πένα ο παππούς, μ’ ένα λουλούδι στο χέρι, με περίμενε στην είσοδο. Πάντα ήταν εκεί πριν από μένα.

Αυτός, που λες, είχε φύγει απ’ τους πρώτους στη Γερμανία, τζιμάνι ο παππούς, τη γλώσσα την έμαθε γρήγορα, εργοστάσιο κι εξυπηρετήσεις, χαρτούρα, γραφεία και τέτοια. Βοήθησε πολύ κόσμο απ’ τα χωριά να βολευτεί πάνω. Έκανε καλά λεφτά και έζησε καλά. Από τότε όμως που έφυγε η κυρά του, εδώ την έπεσε. Δεν ήθελε το φόρτωμα σε άλλους. Τι άλλους δηλαδή, έναν γιο είχε. Τον καμάρωνε πολύ, χημικός μηχανικός στην Αμερική. Τον καμάρωνε, αλλά μακριά πολύ, ρε φίλε. Εδώ εμένα καμιά φορά μου λένε για Θεσσαλονίκη και μου φαίνεται Κίνα, καλά τα φράγκα, αλλά εδώ γύρω, άντε μέχρι Δράμα. Αμέρικα μόνο σε ταινίες.

Τι σου ’λεγα, α ναι, ξηγημένος ο παππούς απ’ τη Χαριτωμένη, τον πήγαινα κούρσα στο χωριό κάθε Κυριακή στα μνήματα. Εμείς εδώ μνήματα τα λέμε, όχι νεκροταφεία. Που λες, ζάχαρο η κυρά του, κερασάκι το εγκεφαλικό, την έχασε ο φουκαράς. Αλλά εκεί, κάθε Κυριακή λουλουδικό, το καντηλάκι της αναμμένο. Καθόταν κάνα πεντάλεπτο στο μνήμα, εγώ τον περίμενα έξω και μετά επιστροφή. Αυτό θα πει αγάπη και μετά θάνατον. Αγάπη, όχι αστεία. Άμα θες, με πιστεύεις. Δουλεμένοι άνθρωποι, άλλη κοψιά, άλλη πάστα, ρε φίλε. Σήμερα πού να τα δεις αυτά. Αξιοπρέπεια στο συναίσθημα. Να, αυτά πρέπει να διδάσκουν στα σχολεία, όχι ποια η πρωτεύουσα της Κίνας.

Αλλά να σου πω, κι αυτό το γηροκομείο πολύ καλό, αξιοπρεπές, όχι σαν άλλα που τους έχουν πεταμένους. Θα μου πεις, ο παππούς είχε και τα φράγκα. Δούλεψε όμως, δεν τα ’κλεψε. Όταν εδώ Πασόκ, κλαδικές και ρουφιανιλίκι, αυτός φάμπρικα. Εδώ δεν ξέρουμε τι εστί εργοστάσιο στη Γερμανία. Εδώ φράπα και τη γυναίκα του γείτονα και κάνα κινέζικο λακόστ. Κατάλαβες; Όλοι αυτοί τώρα με την κρίση τσοντάρουν στα παιδιά και στα εγγόνια. Θα πεινούσαμε αλλιώς. 1.350 ευρώ ο παππούς κάθε μήνα. Ακούς; Ακούω να λες. Πρώτα τα φάρμακα και μετά αρχίζει η μοιρασιά, να κλείσουν τρύπες, να κυλάει το πράμα. Αλλιώς εδώ ποια καπνά και ποια σιτάρια, τέλειωσαν τα ψέματα.

Θα μου πεις, όμως, είναι λύση αυτό, δεν είναι. Ένας ένας φεύγουν κι αυτοί, πόσο να ζήσουν. Καλή η Γερμανία, αλλά και το πνευμόνι μαύρο στο κάνει. Ένας ένας στη γειτονιά με τα κυπαρίσσια. Και τον Ανέστη που σου λέω πριν δυο μέρες τον χαιρετίσαμε. Τέρμα τις Κυριακές η κούρσα. Αλλά να σου πω, αδερφέ, δεν με νοιάζει που ’χασα το πενηντάρικο τον μήνα. Είναι μαζί με την κυρά του τώρα, αναπαυμένοι και ήσυχοι. Τώρα κάθε μέρα Κυριακή γι’ αυτούς. Σε έπρηξα, φίλε, ε; Να τηνε και η Χαριτωμένη του συγχωρεμένου. Φτάνουμε. Να μου πεις πού θέλεις να σ’ αφήσω.
– Στα μνήματα.
– Όλοι εκεί θα πάμε. Σε παρέσυρα…
– Θα μου δείξεις τον τάφο του πατέρα μου;
– Ποιου;
– Δεν πρόλαβα… Ο γιος… του Ανέστη είμαι.

* Το τελευταίο βιβλίο του Κυριάκου Συφιλτζόγλου, «Σπίτι παιδιού», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες.