ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Κυριακή στην πόλη

Έχει γραφτεί ποίηση, η ποίηση έχει μελοποιηθεί και noir ταινίες έχουν αφιερωθεί σε αυτή την παράξενα όμορφη μέρα. Για αρκετούς είναι η ημέρα που αφιερώνεται ως ευχαριστία στα θεία, για άλλους η τελευταία μέρα ξεγνοιασιάς, ενώ την ίδια στιγμή για κάποιους είναι ήδη η πρώτη ημέρα της εβδομάδας. Γιατί άραγε αγαπούμε τόσο πολύ ή μισούμε (και πάλι) τόσο πολύ αυτή τη μέρα; Η αναμενόμενη απάντηση για την τελευταία μέρα ελευθερίας πριν από τη μεγάλη Δευτέρα της καταπίεσης των σχολείων και της δουλειάς, παρά το ότι είναι πράγματι λογική, δεν είναι αρκετή. 

Είναι Κυριακή, στην πόλη. 

Θα ξυπνήσεις εκείνη την ώρα που το σώμα θα έχει ξεκουραστεί χωρίς κάτι να το σηκώσει με τη βία αλλά και χωρίς κάτι να το κρατά άσκοπα στη θαλπωρή του παπλώματος. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά που λειτουργούν οι αισθήσεις, θα αντιληφθείς πως ο ήχος της πόλης δεν είναι ο ίδιος με χθες. Ο θόρυβος έχει καταλαγιάσει, η βοή από τον κόσμο που κινείται αδιάκοπα προς διάφορες και διαφορετικές κατευθύνσεις δεν υπάρχει, ο κόσμος στην πόλη «δεν υπάρχει». 

Αυτές οι πρώτες ώρες της ημέρας είναι που θα με τραβήξουν σε περιηγήσεις και εξερευνήσεις στην «άδεια» πόλη. Θα μπορέσω να παρατηρήσω τα κτίριά της. Τις άλλες μέρες δεν είναι παρά ένα θολό φόντο στη ρουτίνα της καθημερινότητας, σήμερα όμως στέκονται στα πόδια τους (στα θεμέλιά τους), έχοντας το ανάστημα εκείνο για το οποίο έχουν σχεδιαστεί και τους αρμόζει. Ίσως πάλι καμιά φορά να το φέρει η τύχη να περάσω από σπίτια παλιά και ερειπωμένα. Οι περαστικοί θα είναι λίγοι και η ευκαιρία να ανακαλύψω τις μνήμες τους στην ησυχία είναι πάντα μια επιστροφή «στα κοινά και κύρια». 

Οι δρόμοι, οι αρτηρίες ανθρώπων και οχημάτων σήμερα δεν είναι παρά οπτικές φυγές. Οδηγούν το βλέμμα μακριά και κάνουν έτσι την πόλη λίγο πιο οικεία. Η ματιά θα μπορέσει να διαβάσει σε προοπτική, όλο αυτό το οποίο μας περιβάλλει και μέσα στο οποίο ζούμε και κινούμαστε – μέχρι χθες σχεδόν μηχανικά. Η πληροφορία είναι τόση όση μπορούμε να διαχειριστούμε για να κατανοήσουμε πού βρίσκεται το σώμα μας, αντιλαμβανόμενοι το τώρα, τον παρόντα χρόνο. 

Ο χρόνος μοιάζει να διαστέλλεται και μας δίνει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τον τόπο, να συζητήσουμε, να ορίσουμε τον προσανατολισμό χωρίς βιασύνη. 

Η μέρα θα περάσει και αργά προς το βράδυ θα γυρίσω πίσω στο γραφείο. Η προετοιμασία για την εβδομάδα που έρχεται χωρίς το άγχος να τρέχει κανείς πίσω από τα πράγματα αλλά να τα ορίζει –όσο μπορεί– εκείνος θα κάνει τη μετάβαση πίσω στην καθημερινή πραγματικότητα πιο ομαλή. Αυτές οι λίγες αλλά τόσο σημαντικές ώρες θα είναι ταυτόχρονα και οι πιο σημαντικές για να κρατήσει κανείς τον εσωτερικό εκείνο ρυθμό μέσα στην ένταση του αδιάκοπου αγώνα της ζωής. 

Είναι τελικά ο ρυθμός της πόλης που αλλάζει τις Κυριακές και μας δημιουργεί όλα εκείνα τα συναισθήματα. Έρχεται πιο κοντά στον δικό μας, εσωτερικό, ανθρώπινο ρυθμό και μέτρο. Κι έτσι, αν μπορούμε να ζήσουμε με αυτό, είναι η μέρα που μπορούμε να αντικρίσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, να νιώσουμε πιο κοντά σε εμάς και την ίδια στιγμή ίσως και λίγο πιο κοντά στους άλλους. ■

* Η Μαγδαληνή Σγουρίδη είναι αρχιτέκτων μηχανικός ΕΜΠ RIBA, ζει και δραστηριοποιείται στο Λονδίνο, ενώ αναπολεί τις Κυριακές στην Αθήνα.