ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Λεβαντίνοι: Οι τελευταίες φωνές της παλιάς Σμύρνης

Τρεις γενιές Σάιμς: Άλφρεντ, Ρόντνι και Άντριου. Μία από τις τελευταίες οικογένειες Αγγλολεβαντίνων της Σμύρνης. © Αλέξανδρος Μασσαβέτας

Κάθε Σεπτέμβριο, όσοι έχουμε μικρασιατική καταγωγή θυμόμαστε τη Σμύρνη και όσα τραγικά συνέβησαν πριν από 98 χρόνια. Μια άγνωστη στην Ελλάδα ιστορία είναι η επιβίωση στη Σμύρνη, μέχρι σήμερα, μιας μικρής κοινότητας καθολικών. Τα γηραιότερα μέλη της είναι οι τελευταίοι ελληνόφωνοι της πόλης και οι τελευταίοι ομιλητές της σμυρναίικης διαλέκτου.

Κανείς περαστικός δεν ήξερε πού βρισκόταν ο Σεν Πολικάρπ, καθολική εκκλησία αφιερωμένη στον πολιούχο της Σμύρνης. Η Σοφία είχε αρχίσει να εκνευρίζεται – τι γυρεύαμε καταμεσήμερο, κάτω απ’ τον αυγουστιάτικο ήλιο, στο τσιμεντένιο κέντρο της Σμύρνης; Τριγυρίζαμε σαν την άδικη κατάρα, που θα έλεγε η γιαγιά μου, σε μια πόλη όπου δεν ξέραμε κανέναν και τίποτε, ψάχνοντας μια εκκλησία. Η Σοφία θα προτιμούσε να καθόμασταν στη δροσιά, στη σκιά ενός καφενείου στα παζάρια, για παράδειγμα.

«Μα τι το ιδιαίτερο έχει αυτή η εκκλησία;» ρώτησε η συνταξιδιώτισσά μου. «Είναι ορόσημο. Αν τη βρούμε, θα ξέρουμε πού, πάνω κάτω, βρίσκονταν η Αγία Φωτεινή και η Ευαγγελική Σχολή – ήταν δύο τετράγωνα μακριά της». Ούτε η Σοφία συμμεριζόταν τη νοσταλγία μου ούτε η πόλη την ενθάρρυνε. Στην Κωνσταντινούπολη, ολόκληρες νησίδες στο Πέρα, στον Γαλατά, στο Φανάρι σώζουν σχεδόν ακέραιο το αστικό τοπίο της αυγής του 20ού αιώνα. Εύκολα εντοπίζεις τους δρόμους και τα κτίρια που αναφέρουν ο Θεοτοκάς και η Ιορδανίδου. Στο κέντρο της Σμύρνης, όμως, η Φωτιά σάρωσε τα πάντα. Δεν σώζεται καν η ιστορική της πολεοδομία.

Ένας αστυνομικός μάς οδήγησε απέναντι από τον ουρανοξύστη του Χίλτον, σημείο αναφοράς στο τοπίο. Βρήκαμε, επιτέλους, τον μαντρότοιχο της εκκλησίας. Χτύπησα στην εξώπορτα. Χτύπησα και δεύτερη και τρίτη φορά, και τελικά η πόρτα άνοιξε. Μια γυναίκα ξεπρόβαλε έκπληκτη και –πριν προλάβουμε να αρθρώσουμε λέξη– μια γάτα χίμηξε έξω και μπλέχτηκε στα πόδια μου. «Ψιψίνα, έλα μέσα εσύ!» είπε η γυναίκα στα ελληνικά. Μείναμε εμβρόντητοι.

Η Ωντρέ Ισηγόνη –μακρινή συγγενής του σχεδιαστή του Μίνι, Σερ Άλεκ Ισηγόνη– εργάζεται για την Caritas. Καθώς μας ξεναγούσε στον ναό, τα ελληνικά της έρρεαν με φυσικότητα. «Εμείς βαστάμε τη γλώσσα μας, που την εμάθαμε από τους γονιούς μας», είπε. «Η γλώσσα μας» δεν ήταν άλλη από τη σμυρναίικη διάλεκτο της ελληνικής. «Η φαμίγια Ισηγόνη είχε και ορθόδοξοι και καθολικοί. Όσοι ημείναμε μετά τη Φωτιά είμαστε ούλοι Καθολικοί – οι Ορθόδοξοι έπρεπε να φύουνε. Η φραγκολογιά τση Σμύρνης είμαστε οι τελευταίοι που μιλάμε τα σμυρναίικα. Καμιά χιλιάδα βαστάμε εδώ».

Ο Ενίς Τεζτζάν και ο Άντριου Σάιμς, ξαδέλφια, στο ερείπιο λεβαντίνικης έπαυλης. © Αλέξανδρος Μασσαβέτας

 

Ήταν περίεργο να ακούω να ομιλείται σήμερα ένα ιδίωμα που συνάντησα στα βιβλία του Κοσμά Πολίτη. Είχα ακούσει πολλά για τους Λεβαντίνους, αλλά δεν περίμενα να τους συναντήσω στη Σμύρνη. Η Ωντρέ δεν μας άνοιξε μονάχα την εξώπορτα της εκκλησίας: μας ξεκλείδωσε και έναν μικρόκοσμο προς εξερεύνηση. «Εμείς είμαστε η ιστορία τση πόλης», είπε, και είχε δίκιο. Περπατώντας στην Πούντα (Άλσαντζακ) τις επόμενες μέρες, πέσαμε δυο τρεις φορές πάνω σε Λεβαντίνες γιαγιάδες που σεργιάνιζαν κουβεντιάζοντας ελληνικά. Την ιστορία της Σμύρνης έπρεπε να την ψάξω στους ανθρώπους, όχι στα κτίσματα.

Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να επιστρέψω, ώστε να μάθω περισσότερα για τους Λεβαντίνους. Εντόπισα μια ομάδα στο Facebook, forum επικοινωνίας των Λεβαντίνων στη Σμύρνη και στη διασπορά. Ο εκκεντρικός διαχειριστής της, Άντριου Σάιμς, αγωνίζεται ενάντια στην αφομοίωση των Λεβαντίνων.

Η νεολαία: ρίζες στη Σμύρνη, σχέδια φυγής (2009)

Επέστρεψα το καλοκαίρι του 2009. Ο Άντριου υποσχέθηκε να μου γνωρίσει νέους της κοινότητας. Τον συνάντησα, μαζί με τα ξαδέλφια του Πιερ Κορσίνι και Ενίς Τεζτζάν, στην Προκυμαία. Η φάλαγγα των πολυώροφων πολυκατοικιών της θυμίζει την παραλία της Θεσσαλονίκης. Μόνο που εδώ τα μεγέθη είναι πολύ μεγαλύτερα – το ύψος των κτιρίων, το πλάτος της προκυμαίας, το άπλωμα του κόλπου.

Περπατήσαμε από την Πούντα έως την παράλια πλατεία Τζουμχουριέτ, με τον ανδριάντα του Ατατούρκ. Σταθήκαμε εισπνέοντας τον μπάτη, το αεράκι που έρχεται από το Αιγαίο ποτισμένο από το άρωμα της αρμύρας. Ο Άντριου μας ξενάγησε στο τσιμεντένιο πανόραμα. «Στη θέση της πλατείας βρίσκονταν τα δύο πολυτελέστερα ξενοδοχεία της παλιάς Σμύρνης, το Huck και το Kraemer. Εκεί πέρα που τσακίζει η Προκυμαία ήταν η Μπελλαβίστα…» Εκτός από το αστικό τοπίο, μεταλλάχθηκε και η ίδια η Προκυμαία. Τη δεκαετία του 1990, επιχωματώσεις προσέθεσαν πλατιά λωρίδα αναψυχής, στρωμένη με χλοοτάπητα, με διαδρόμους για τζόκινγκ, παγκάκια, αγάλματα…

Η Ναταλί Κορσίνι στα ερείπια λεβαντίνικης βίλας προς το Κορδελιό. © Αλέξανδρος Μασσαβέτας

 

«Όλοι οι Λεβαντίνοι, αν εξετάσουμε τα οικογενειακά μας δέντρα, θα βγούμε συγγενείς», είπαν ο Άντριου και ο Πιερ. Ο Άντριου έχει αγγλικό όνομα, βρετανικό διαβατήριο και πρώτη γλώσσα την αγγλική. Μεγάλωσε με τουρκικά φαγητά, ελληνική μουσική και χορεύει συρτάκι και ζεϊμπέκικο. Στην Αγγλία πέρασε μόνο τα χρόνια των σπουδών του. Ο Πιερ πάλι έχει γαλλικό όνομα, ιταλικό επίθετο και γαλλικό διαβατήριο. Γαλλόφωνος, σπούδαζε τότε στη Γαλλία. «Η μητέρα μου Μαρίνα Κορσίνι και ο μακαρίτης ο πατέρας του Πιερ ήταν αδέλφια», εξήγησε ο Άντριου. Ο Ενίς είναι γιος Τούρκου και Λεβαντίνας.

Τα ελληνικά πλάι στον καθολικισμό, θεμέλιο της λεβαντίνικης ταυτότητας

Αγγλόφωνος ο Άντριου, γαλλόφωνος ο Πιερ, συνεννοούνται στα τουρκικά. Ο Ενίς, ο μόνος από τους τρεις με κάποια τουρκική καταγωγή, είναι και ο μόνος που δεν τα μιλάει: μεγάλωσε και ζει στις ΗΠΑ. «Σήμερα μιλάμε μεταξύ μας τουρκικά, γιατί είναι η γλώσσα της πόλης», εξήγησε ο Άντριου. «Για τον ίδιο λόγο οι παππούδες μας μιλούσαν ελληνικά. Οι Λεβαντίνοι ήταν κοινότητα υβριδική, την οποία δημιούργησαν γάμοι ανθρώπων διαφορετικών καταγωγών. Η ελληνική ήταν συχνά η μόνη κοινή γλώσσα των συζύγων». Οι Ευρωπαίοι πάροικοι γρήγορα εξελληνίστηκαν και η ελληνική αποτέλεσε, πλάι στον καθολικισμό, θεμέλιο της λεβαντίνικης ταυτότητας. «Όλοι, εξάλλου, έχουμε κάποια ελληνική ρίζα, από νησιώτες. Εγώ έχω συγγενείς στα καθολικά χωριά της Τήνου».

Ακολούθησα τα ξαδέλφια σε ένα ρεμπετάδικο στο Κορδελιό. Μια παρέα νέοι Λεβαντίνοι είχαν βγει Σάββατο βράδυ να διασκεδάσουν, οι περισσότεροι με τους γονείς και κάποιοι με τους συντρόφους τους. «Εμείς εδώ είμαστε διαφορετικοί από τους νέους στην Ευρώπη. Οι φαμεγιές είναι πιο δεμένες. Όλο με αδρέφια, εξαδρέφια, γονιοί κάνουμε. Καθόμαστε με τσι γονιοί μας και μετά τα δεκαοκτώ», μου είπε η Λένα Τσαούσογλου, από τους ελάχιστους νέους που μιλούν τα σμυρναίικα. Το όνειρό της ήταν να συνεχίσει τις σπουδές της στις ΗΠΑ.

Αναρωτήθηκα πόσο ντόπιοι αισθάνονταν, πού έβλεπαν το μέλλον τους. «Είμαστε ξένοι παντού», είπε ο Άντριου. «Ξένοι κι εδώ, ξένοι και στη χώρα του διαβατηρίου μας, την οποία οι περισσότεροι σπάνια επισκέπτονται». Συγκρίνοντάς τους με τους Τούρκους, ο Πιερ έβρισκε πως οι Γάλλοι «δεν είναι τόσο ζεστοί και ευγενικοί». Η αδελφή του Ναταλί, που μόλις είχε τελειώσει το λύκειο, θεωρούσε τη Σμύρνη σπίτι της. «Αλλά δεν αισθάνομαι Τούρκισσα… Είμαι και δεν είμαι ξένη». Πού θα ήθελαν να ζήσουν στο μέλλον; Η αυθόρμητη απάντηση που έδωσαν τα δύο αδέλφια με εξέπληξε: στις Σεϋχέλλες, πατρίδα της μητέρας τους. Εκεί δεν αισθάνονταν μειονότητα και δεν τους ξένιζε τίποτε.

Η μουσική δυνάμωσε. Κάποιοι χόρευαν ζεϊμπέκικο και τσιφτετέλια και άλλοι πετούσαν χαρτοπετσέτες στην πίστα. Ο Ενίς είχε μείνει –κυριολεκτικά– με το στόμα ανοιχτό. «Έχεις ξαναπάει ποτέ σε τέτοιο μέρος;» με ρώτησε. Είχε να έλθει στη γενέτειρα των γονιών του από παιδί.

Μαρτυρίες των τελευταίων ελληνόφωνων (2013)

Στα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν, η πορεία των νέων που γνώρισα έδειχνε προς τα πού οδεύει η κοινότητα. Ο Πιερ εγκαταστάθηκε στις Σεϋχέλλες, η Ναταλί στην Αυστραλία, η Λένα στην Αμερική. Τόσο η Λένα όσο και η Μόιρα, η αδελφή του Άντριου, έκαναν δεσμούς με Τούρκους. Εκείνος παρέμενε στη Σμύρνη. Στην τρίτη μου επίσκεψη θέλησα να μιλήσω με τους γηραιότερους Λεβαντίνους για τις μνήμες τους – στα ελληνικά.

Ο Ρολάν και η Ήβη Ρικικί με τα σκυλιά της Μαρίνας Κορσίνι, Μπέλλα και Φοίνιξ. © Αλέξανδρος Μασσαβέτας

 

Όποτε επισκεπτόμουν τη Μαρίνα Κορσίνι, η Μπέλλα σήκωνε τον κόσμο. Το υπέργηρο πίνσερ σεληνιαζόταν μόλις με έβλεπε. Έτρεμε ολόκληρη, μου έδειχνε τα δόντια της και έσκουζε μανιασμένα. «Είναι καλό ζωντανό, μονάχα που φοβάται τσι ξένοι. Δεν σε αφήνει να την κανακέψεις και δεν θα σε δώσει το κανί της». Καθόμασταν στον καναπέ και η Μαρίνα βυθιζόταν στις αναμνήσεις. Είναι η τελευταία γενιά που μεγάλωσε με τα ελληνικά στο σπίτι και με ιστορίες της παλιάς Σμύρνης. «Πριν από τη Φωτιά, ούλοι οι χριστιανοί ρωμαίικα ημιλούσανε. Μα και μετά, δεν σταματήσανε να τα μιλάνε όσοι ημείνανε. Ήρθανε οι Τούρκοι από την Κρήτη, που μόνο ελληνικά ηξέρανε. Ήρθανε και πολλές κοπέλες από τη Χίο να δουλέψουνε σε σπίτια Λεβαντίνων. Αυτές βοηθήσανε να μάθουνε τα παιδιά ελληνικά. Όταν ήμουνα νέα, στα σοκάκια τση Πούντας παντού ελληνικά ήκουες». Οι αφηγήσεις της σκιαγραφούσαν μια κοινωνία εσωστρεφή και συντηρητική – ήταν η πρώτη στην οικογένειά της που σπούδασε. «Ο πατέρας μου ήτανε πολύ strict. Έπρεπε να του γυρέψω άδεια να πάγω σεργιάνι, άμα ήμουνα είκοσι ενός. Κι άμα ήλεγε όχι, δεν επήαινα».

Σε κάθε λεβαντίνικο σπίτι ομιλούνται πολλές γλώσσες ταυτόχρονα. «Με τσου γονείς μου μιλούσαμε κυρίως γαλλικά. Με τη μάμα μου ελληνικά και γαλλικά, με τον πάπα μου γαλλικά και πότε πότε ιταλικά. Με τον αδρεφό και την αδρεφή μου αγγλικά και τούρκικα. Με τον Ρόντνι, τον άντρα μου, μιλούσαμε πιότερο ελληνικά – μαζί του τα καλυτέρεψα. Μα μετά που ηγέννησα τον Άντριου, οι τρεις μας μιλούσαμε αγγλικά, να τα μάθει το παιδί. Τώρα, όμως, στα παιδιά μου πιότερο τουρκικά μιλάω. Μα ο Άντριου είναι πολύ Άγγλος. Όποτε του μιλάω τουρκικά, απαντά αγγλικά. Τώρα που χωρίσαμε με τον Ρόντνι, το γυρίσαμε πάλι στα ελληνικά!»

Η Κατερίνα Βεντούρα στο σπίτι όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, στην Πούντα. Η φωτογραφία είναι του 2013. Έφυγε από τη ζωή λίγα χρόνια μετά. © Αλέξανδρος Μασσαβέτας

 

Ολόκληρη η συνοικία της Πούντας και κομμάτια της Προκυμαίας γλίτωσαν τη Φωτιά, θυμάται η Ενρικέτα Μικάλεφ. Δεν γλίτωσαν, όμως, την ανοικοδόμηση. «Όλες οι φαμεγιές εκαθούντοστο σ’ ένα σπίτι. Στο πρώτο κάτι [=πάτωμα] ήτανε τα σαλόνια, στο δεύτερο οι κρεβατοκάμαρες. Η παραλία ξέρετε τι ωραία που ήτανε, ούλη με δυο κάτια σπίτια; Ερχούντανε ο ιμπάτης, τση Σμύρνης ο αέρας, και σε δρόσιζε. Μα άμα τα γκρεμίσανε ούλα και τα κάμανε εννιά κάτια, πού να περάσει, μου λες, ο αέρας να έρθει να σε δροσίσει;»

Λεβαντίνοι και Έλληνες αποτελούσαν πριν από την Καταστροφή ενιαίο γλωσσικό και κοινωνικό χώρο. «Όλο μαζί ήτανε. Στις ίδιες γειτονιές καθόντουστε, την ίδια γλώσσα μιλούσανε, μεταξύ τους παντρευόντουστε», είπε ο Πίτερ Πάπι, που τον γνώρισα στην εκκλησία του Ροζαρίου στην Πούντα. «Μέχρι τη Φωτιά, ούλες οι ορθόδοξες τση Πούντας παντρευτήκανε ούλους τους Ιταλούς. Η μαμά μου μου ήλεγε πως ήτανε χωρισμένες βασιλικές-βενιζελικές και τσακωνόντουστε», θυμόταν η Κατερίνα Βεντούρα, μια τσαπερδόνα που γνώρισα στα σοκάκια της Πούντας να κουτσομπολεύει στα ελληνικά με δύο μεσήλικες Τουρκοκρητικούς.

Η μεγάλη ανησυχία όλων είναι η αφομοίωση – κυρίως μέσω μεικτών γάμων με Τούρκους. «Τον καιρό μας, οι παντρειές με Τούρκοι ήτανε πέντ’ έξι» είπε η Ενρικέτα. «Σήμερα ούλες οι κοπέλες, τα παλικάρια μας παντρεύονται Τούρκοι. Δεν μπορώ να το χωνέψω, κι αυτό και άλλα – που μιλάνε όλο τούρκικα… Εμείς τόσα χρόνια βαστήξαμε τσι γλώσσες μας, τη θρησκεία μας, τα ήθη μας, και προπαντός αγαπήσαμε τον τόπο. Γι’ αυτό μείναμε. Αλλά θα ’μαστε οι τελευταίοι». Όλοι συμφωνούν: σε δύο δεκαετίες δεν θα ομιλούνται πια τα σμυρναίικα στη Σμύρνη. Τα παιδιά των μεικτών γάμων θα είναι Τούρκοι, που ίσως διατηρούν το καθολικό δόγμα. «Πάντως δεν θα ’ναι Λεβαντίνοι», λέει με παράπονο η Ενρικέτα.  ■


Το σμυρναίικο ιδίωμα στο στόμα των Λεβαντίνων

Μαθητές γαλλικού σχολείου της Σμύρνης διασταυρώνονται με κομψές Σμυρναίες στην περίφημη Προκυμαία της πόλης κατά την πρώτη δεκαετία του 1900. ©  Εκδόσεις Καπόν, «Η ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ-Ανιχνεύοντας ένα σύμβολο προόδου και μεγαλείου»

 

«Έφταξες; Έχω σιάξει να δεις δυο τρεις νομάτοι». «Έχει και έναν αδρεφό τζέμελλο [δίδυμο], που τα μούτρα τους είναι ταμ [εντελώς] ίδια». «Μου τον έφερε ο γιος μου ρεγάλο [δώρο]. Είναι πολύ καλό ζωντανό. Ηύρα έναν που τόνε σεργιανίζει με παράδες». (Marina Corsini)

«Μετά το ’22 ηρχόντουσαν πολλές κοπέλες εδώ από τη Χίο, να δουλέψουνε καθαρίστριες και παραμάνες. Από αυτές τσι δούλες ημάθανε πολλά παιδιά τα ελληνικά, ενώ κάποιες ημείνανε κι ηπαντρευτήκανε Λεβαντίνους. Χάρη σ’ αυτές τα σμυρναίικα μείνανε ζωντανά στα χριστιανικά σπίτια…» (Alex Baltazzi)

«Παπά, θα ’ρθούνε η Κορσίναινα [Marina Corsini], η Καποράλαινα [Rose-Marie Caporal] και η Μισίραινα [Jeanne Missir]. Θα πάμε κι εμείς;» (Jocelyne Sireilles)

«Είμαστε φαμεγιά με τη Μαρίνα, μα αλαργινοί». «Οι γονείς και οι γιαγιάδες μου μιλούνε ούλοι pour le moins [τουλάχιστον] τα γαλλικά και τα ελληνικά». «Ημείς οι Λεβαντίνοι μιλούμε πολλές γλώσσες, μα καμία parfaitement [απταίστως]! Αρχινάμε στα γαλλικά, τελεύουμε στα τουρκικά, με πολλές ελληνικές λέξεις εδώ κι εκεί. Ρωτάμε ελληνικά, απαντάμε ιταλικά και βάζουμε τούρκικα exclamations: maşallah, inşallah. Έχομε και ιδικές μας λέξεις, που ανακατώνουν τσι γλώσσες, όπως bonjourakia…» (Fabio Tito)

 «Ταλιάνα είμαι βεβαίως, μα τα ρωμαίικα έχω πρώτη γλώσσα». «Πενήντα τέσσαρα χρόνια ημείνανε παντρεμένοι ο παππούς με τη γιαγιά. Εκείνος τση μιλούσε στα ιταλικά, εκείνη στα ελληνικά. Μια χαρά συνεννοούνταστε». (Caterina Ventura)

«Εμείς τα σμυρναίικα τα μάθαμε από τα μικράτα μας, από τσι γονιοί μας. Οι Έλληνες ήτανε εντόπιοι εδώ, οι γονιοί μας είχανε έρθει απ’ ούλα τα μέρη – Ιταλοί, Γάλλοι, Μαλτέζοι. Ερχούνταστε να βγάλουνε παράδες, να σιάξουνε σπίτια. Σμίξαμε εδώ πέρα πολλοί ξένοι…» «Τα μεγάλα γράμματα [κεφαλαία] τα ξέρουμε, τα μικρά όχι. Τώρα με την τηλεόραση την ελληνικιά, κάπως τα κατορθώσαμε». (Enrichetta Micaleff)

«Πολλές βολές ο Έλληνας θα με μπερδέψει, επειδής εμείς μιλάμε λίγο αλλιώτικα. Εμείς λέμε “αλάργα”, εσείς λέτε “μακριά”. Εμείς λέμε “και καλύτερα!”, εσείς λέτε “περαστικά!”. Πιότερο μπερδεύομαι όταν μου λένε “έχω χρόνο” – εμείς λέμε “έχω καιρό”». «Ο Λεβαντίνος τι είναι; Δεν είναι τίποτες παρά μια κουλτούρα. Και η Σμύρνη ήτανε μια ευρωπαϊκή μετρόπολη πούρα…» (Peter Pappi)

«Ο πάπας του παππού μας, ο James Hale, ήρθε από την Αγγλία να δουλέψει τσι σιδερόδρομοι. Η αδρεφή μου κι εγώ είμαστε Εγγλέζοι από τον πάπα μας. Μα στη φαμίλια μας είναι πολλοί Ταλιάνοι και καμπόσοι Έλληνοι. Έχομε συγγενείς παντού. Ούλοι οι Φράγκοι μια φαμεγιά είμαστε». (Cedric Hale)

«Είμαστε, βλέπεις, επί ποδός. Εχθές είχαμε σπίτι την παραδουλεύτρα και παστρέψαμε κομμάτι. Είναι και το ζωντανό, που δυο φορές την ημέρα το σεργιανίζουμε…» (Ήβη Richichi)

«Με τσου γονιοί μας μιλούσαμε ταλιάνικα και ρωμαίικα. Τα ρωμαίικα έτσι τα μάθαμε, ακούγοντας εκείνους να τα μιλούνε. Δεν μας τα μάθανε στο σχολείο: τα ξέρουμε επειδής ήτανε η γλώσσα τση πόλης. Οι παππούδες μας έπρεπε να τα μάθουνε για να ψουνίσουνε, γιατί ο μανάβης, ο μπακάλης και όλο το εσνάφι [επαγγέλματα] ήτανε Έλληνοι. Έλληνοι ήτανε και οι φίλοι, το milieu social [κοινωνικός περίγυρος]. Έτσι τα ελληνικά είναι η γλώσσα μας, μα μια γλώσσα orale et non écrite [προφορική και όχι γραπτή]. Τα παιδιά μου, δυστυχώς, δεν ξέρουν να τα μιλήσουν καθόλου. Κι εγώ, τώρα που τα μιλώ λιγότερο, τα ’χασα λίγο. Μαζί με τη δική μου τη génération [γενιά] θα πεθάνουν και τα σμυρναίικα…» (Ingrid Bragiotti)

Από την τελευταία μου επίσκεψη, η Κατερίνα Βεντούρα και πολλοί άλλοι Λεβαντίνοι που γνώρισα μας άφησαν. Ο Άντριου παντρεύτηκε μια κοπέλα από τη Ρουμανία. Στον γάμο του, ο Πίτερ Πάπι έσπασε το πόδι του χορεύοντας συρτάκι…