ΙΑΝ ΜΠΡΕΜΕΡ

Ο «θρόνος» είναι κενός

Ο «θρόνος» είναι κενός

Γιατί η εκλογή Μπάιντεν δεν θα καλύψει το έλλειμμα παγκόσμιας ηγεσίας.

Η εκλογή του Τζο Μπάιντεν έκανε εκατομμύρια Αμερικανούς να πανηγυρίζουν και εκατομμύρια άλλους να φρίττουν. Τόσο οι υποστηρικτές όσο και οι επικριτές του προβλέπουν ότι η διακυβέρνησή του θα ανοίξει τον δρόμο για σημαντικές αλλαγές σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό είναι μάλλον απίθανο να συμβεί, για μια σειρά από λόγους. 

Ας ξεκινήσουμε από τα «εν οίκω» των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι εκλογές του Νοεμβρίου απέδειξαν, για πολλοστή φορά, ότι είναι βαθύτερα διχασμένες από κάθε άλλη δημοκρατία του ανεπτυγμένου κόσμου, γεγονός ιδιαίτερα προβληματικό για μια χώρα που υποτίθεται ότι διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Αριστεροί εναντίον δεξιών, κατεστημένο και κόντρα-κατεστημένο, κορωνοϊο-φοβικοί εναντίον κορωνοϊο-αρνητών και πάει λέγοντας, αυτός ο πολυμέτωπος διχασμός έκανε τόσο το αμερικανικό κοινό όσο και την πολιτική τάξη να ενδιαφέρονται πολύ λιγότερο για τον ρόλο του «παγκόσμιου χωροφύλακα» και τον στρατιωτικό επεμβατισμό που αυτός συνεπάγεται.

Οι ίδιες διαχωριστικές γραμμές στο εσωτερικό της χώρας κλόνισαν την πίστη των Αμερικανών στο ελεύθερο εμπόριο, καθώς ομάδες που δοκιμάζονται επικεντρώθηκαν περισσότερο στο να εξασφαλίσουν ένα μεγαλύτερο κομμάτι της παγκόσμιας οικονομικής «πίτας» για τον εαυτό τους παρά να συμβάλουν στο να μεγαλώσει η πίτα για όλους. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι μια αμερικανική κοινή γνώμη που δεν ενδιαφέρεται πλέον για τον τύπο της παγκόσμιας ηγεσίας που άσκησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, τόσο στο μέτωπο της οικονομίας όσο και σε αυτό της ασφάλειας.

Αν και ο Μπάιντεν θα αποδειχθεί λιγότερο διχαστικός από τον προκάτοχό του, αυτές είναι δομικές προκλήσεις τις οποίες, ρεαλιστικά μιλώντας, κανένας πρόεδρος των ΗΠΑ δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει στο χρονικό περιθώριο μίας θητείας ή ακόμα και δεύτερης.

Ακόμα όμως και αν το αμερικανικό κοινό και πολιτικό κατεστημένο έβλεπαν με καλό μάτι η χώρα να αναλάβει εκ νέου τον ηγετικό της ρόλο, ο ίδιος ο κόσμος έχει αλλάξει τόσο θεαματικά, σε σχέση με τα τέλη του 20ού αιώνα, που δεν θα έκανε μεγάλη διαφορά.

*Ο Ίαν Μπρέμερ είναι Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας και εξειδικεύεται στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, στον μετασχηματισμό κρατών και στα παγκόσμια πολιτικά ρίσκα. Είναι πρόεδρος του Eurasia Group και της GZERO Media και συγγραφέας του βιβλίου «Us vs. Them: The Failure of Globalism» (Portfolio, 2018). 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει προσκολλημένη στις δικές της εσωτερικές διαφορές, όπως πάντα: πέρα από τις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις για το Brexit, η πιο πρόσφατη ενδοευρωπαϊκή διαμάχη στράφηκε γύρω από την προσπάθεια της Ουγγαρίας και της Πολωνίας να σαμποτάρουν τη διαδικασία του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης λόγω πολιτικών αντιρρήσεων με τη ρήτρα για το «κράτος δικαίου». Η Ρωσία παραμένει μια χώρα σε πορεία παρακμής, που θεωρεί ότι είναι περισσότερο προς το συμφέρον της να περιπλέκει τα ζητήματα για τις άλλες γεωπολιτικές δυνάμεις παρά να συνεργάζεται εποικοδομητικά μαζί τους. Και τέλος είναι η Κίνα, μια παγκόσμια δύναμη που διαρκώς μεγαλώνει, αλλά και η οποία διαφωνεί ριζικά με τις φιλελεύθερες δημοκρατικές αρχές που χαρακτήρισαν τον 20ό αιώνα. Αλλά η Κίνα δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει μια παγκόσμια τάξη πραγμάτων κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της (τουλάχιστον όχι ακόμη): το πολιτικό της μοντέλο κρατικού καπιταλισμού και αυταρχισμού έχει αποδειχθεί πολύ λιγότερο ελκυστικό ως «εξαγώγιμο προϊόν» απ’ ό,τι ήταν η δημοκρατία της ελεύθερης αγοράς κατά τον 20ό αιώνα. Το αποτέλεσμα είναι μια φθίνουσα φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων, που πασχίζει διαρκώς να βρει θέση για μια ανερχόμενη Κίνα, γεγονός που της προκαλεί ακόμα βαθύτερα ρήγματα.

Τέλος, έχουμε τους πολυμερείς θεσμούς (ΝΑΤΟ, ΠΟΥ, Συμβούλιο Ασφαλείας ΟΗΕ, κ.ο.κ.) που καθιστούν την παγκόσμια τάξη πραγμάτων περισσότερο λειτουργική. Στην τετραετία του ο Τραμπ σωστά ανέδειξε τις δυσλειτουργίες των θεσμών αυτών και τις εκμεταλλεύτηκε για το δικό του πολιτικό όφελος στο εσωτερικό, αλλά ελάχιστα έπραξε για να βοηθήσει να διορθωθούν. Το βασικό πρόβλημα και πάλι έγκειται στο γεγονός ότι οι οργανισμοί αυτοί αντανακλούν περισσότερο τον κόσμο του 1950 παρά αυτόν του 2020. Αν λάβουμε δε υπόψη ότι πολλές από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ανθρωπότητα σήμερα -η άνοδος της Κίνας, οι κυβερνοεπιθέσεις, η κλιματική αλλαγή, ο πόλεμος με drones, η προστασία των δεδομένων-, δεν υπήρχαν καν όταν οι θεσμοί αυτοί δημιουργήθηκαν, αντιλαμβανόμαστε το εύρος του προβλήματος.

Ο Μπάιντεν σίγουρα θα βοηθήσει εκφράζοντας την υποστήριξή του και χρηματοδοτώντας πολυμερείς προσπάθειες αντιμετώπισης αυτών των προκλήσεων, αλλά οι θεσμοί χρειάζονται ριζικές και εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις, ένα εγχείρημα εξαιρετικά δύσκολο ακόμα και υπό κανονικές συνθήκες – πόσω μάλλον σε καιρό μιας παγκόσμιας πανδημίας. Αυτή είναι μια πρόκληση για μια ολόκληρη γενιά φορέων χάραξης πολιτικής, όχι απλώς για την επόμενη κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Η έλευση του Τζο Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο είναι σημαντική. Πέρα από την τόσο απαραίτητη αλλαγή στη διπλωματική ρητορική, η ειλικρινής προσήλωσή του στη διαχείριση της κλιματικής αλλαγής είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτη. Αναλαμβάνοντας την εξουσία, ο Μπάιντεν και η ομάδα του θα μπορέσουν να συνεργαστούν με ομοϊδεάτες συμμάχους για να οδηγήσουν τον κόσμο σε μια πορεία προς τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις και το πνεύμα συνεργασίας που απεγνωσμένα χρειάζεται. 

Όλα αυτά όμως θα χρειαστούν προσπάθεια, πόρους, συμβιβασμούς και εφευρετικότητα. Απαιτούν επίσης χρόνο και υπομονή.