ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ελληνοτουρκικά: παρτίδα χωρίς τέλος

Ενώ όλη μας η προσοχή είναι στραμμένη στην εξέλιξη της πανδημίας, η κλιμακούμενη ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο προσθέτει επιπλέον πόντους αβεβαιότητας στην περιοχή μας. 

Ελληνοτουρκικά: παρτίδα χωρίς τέλος

Στους δύο πολυτάραχους αιώνες που έχουν μεσολαβήσει από την Ελληνική Επανάσταση, καμία σχέση δεν υπήρξε τόσο σημαντική από πλευράς ασφάλειας όσο αυτή με την Τουρκία. Αν θα έπρεπε να δώσουμε έναν τίτλο στους δύο αιώνες των ελληνοτουρκικών σχέσεων, θα δίναμε αυτόν του «Στρατηγικού Ανταγωνισμού». Οι δύο χώρες συνδέονται (συμπλέκονται θα λέγαμε) από την Ιστορία και τη Γεωγραφία. Υπό μία έννοια, η ταυτοτική συνείδηση των δύο εθνών-κρατών αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε σαν σε αντίστιξη μέσα από την αντίθεση του ενός προς το άλλο. 

Αποφεύγοντας μια λεπτομερή ιστορική αναδρομή, αξίζει να αναφέρουμε πως τον τελευταίο περίπου μισό αιώνα διανύουμε μια περίοδο αυξομειούμενης έντασης, που έχει αποκληθεί «ψυχρή ειρήνη» ή «μη πόλεμος». Το σημαντικότερο γεγονός που σημαδεύει την περίοδο αυτή και στοιχειώνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι το Κυπριακό ζήτημα με σημείο τριβής την τουρκική εισβολή και κατοχή του περίπου 40% της Κύπρου. Τα γεγονότα και οι κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών έχουν αποκτήσει κάποια σταθερά και μόνιμα χαρακτηριστικά που μας δίνουν την ορίζουσα των σημερινών σχέσεων. Ενώ τα πρώτα εκατό χρόνια μετά την Επανάσταση είχαμε τη ραγδαία επέκταση του Ελληνικού Κράτους σε βάρος κυρίως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα τελευταία πενήντα χρόνια η φορά της πίεσης έχει αναστραφεί. Η Τουρκία έχει εξελιχθεί σε μια αναθεωρητική δύναμη που επιδιώκει να ανατρέψει τα αποτελέσματα της Συνθήκης της Λωζάνης. 

Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, διάφορες κρίσεις έχουν κατά καιρούς φέρει τις χώρες στα πρόθυρα της σύγκρουσης. Οι κρίσεις αυτές κατά κανόνα εκτονώνονταν με κάποιες πολιτικές συμφωνίες διαχείρισης της κατάστασης, μετά από συναντήσεις των πολιτικών αρχηγών. Τις περιόδους εντάσεων συχνά ακολουθούσαν περίοδοι σχετικής ύφεσης, μέχρι κάποιο τυχαίο ή προσχεδιασμένο γεγονός να δημιουργήσει ένταση ξανά. Διαχρονικά όμως, σε ό,τι αφορά την εθνική κυριαρχία, αυτό λειτούργησε σαν το φαινόμενο της παλίρροιας, όπου η πλημμυρίδα ακολουθείται από την άμπωτη, αλλά σε βάθος χρόνου διαβρώνει την ακτή, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Διπλωματία του πειθαναγκασμού

Όλα αυτά τα χρόνια, οι ελληνικές ηγεσίες έχουν ορθά επιλέξει την αποφυγή της σύγκρουσης. Η Τουρκία όμως, αν δεν την επιδιώκει, την έχει σίγουρα εντάξει στον στρατηγικό της σχεδιασμό. Με την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεών της και την ανάπτυξη της αμυντικής της βιομηχανίας, ακόμα και σε τεχνολογίες αιχμής, η Τουρκία θεωρεί ότι έχει μεγαλύτερη δυνατότητα κλιμάκωσης και γι’ αυτό έχει πεποίθηση ισχύος. Ως εκ τούτου στηρίζεται στο ότι η ελληνική πλευρά, ορθολογικά δρώντας, θα αποφύγει τη χρήση βίας. Αλλά, ακόμα και αν αυτό δεν γίνει, πιστεύει πως θα απορροφήσει, χωρίς να κλονιστεί σοβαρά (λόγω μεγέθους και εκτοπίσματος), το χτύπημα και, εφόσον θα είναι η Ελλάδα που θα χρεωθεί την έναρξη της σύγκρουσης, θα νομιμοποιηθεί η όποια στρατιωτική απάντησή της. Εφόσον μάλιστα συνεπεία της σύγκρουσης ακολουθήσει διαπραγμάτευση αποκλιμάκωσης, τότε θα έχει πετύχει και τον αντικειμενικό της στόχο.

Εάν δούμε λοιπόν τη συνολική εικόνα, γίνεται αντιληπτό ότι η Τουρκία εφαρμόζει με συνέπεια εδώ και δεκαετίες μια «διπλωματία πειθαναγκασμού» προς τη χώρα μας. Η «διπλωματία πειθαναγκασμού» αποτελεί μια στρατηγική δημιουργίας και διαχείρισης κρίσεων μεταξύ της ειρήνης και του πολέμου, που βασίζεται περισσότερο στην απειλή βίας παρά στη χρήση της. Έχει ως στόχο, μέσω της εφαρμογής αυξομειούμενης και ελεγχόμενης πίεσης, να παρακινήσει την Ελλάδα στο να συμμορφωθεί με τα τουρκικά αιτήματα ή να διαπραγματευτεί από μειονεκτική θέση. Ιστορικά παραδείγματα των παραπάνω είναι η κρίση του 1976, που οδήγησε στο Πρωτόκολλο της Βέρνης, η κρίση του Μαρτίου του 1987, που οδήγησε στη Συμφωνία Παπανδρέου-Οζάλ στο Νταβός, και η κρίση των Ιμίων, που οδήγησε στη Διακήρυξη της Μαδρίτης (1997). Και στις τρεις παραπάνω περιπτώσεις, η Τουρκία κεφαλαιοποίησε πολιτικά τους όποιους συμβιβασμούς και χρησιμοποίησε τις συμφωνίες ως σημείο εκκίνησης για τον «επόμενο γύρο». Άλλα παραδείγματα επιτυχούς, από πλευράς Τουρκίας, στρατηγικού εξαναγκασμού είναι το casus belli της Τουρκίας κατά της χώρας μας το 1995 και ο συνακόλουθος αυτοπεριορισμός της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 6 ναυτικά μίλια, η μη εγκατάσταση του αντιαεροπορικού συστήματος βλημάτων S-300 στην Κύπρο, αλλά και η αυτοσυγκράτηση της χώρας μας από οποιαδήποτε εμφανή άσκηση κυριαρχίας σε κάποιες περιπτώσεις. Με τις υπάρχουσες ενδείξεις, ο χρόνος δεν μετράει υπέρ μας και η διάβρωση δεν πρέπει να αφεθεί να προχωρήσει άλλο.

Στο πλαίσιο των παραπάνω, το 2021 βρίσκει την Τουρκία διεκδικητική και επιθετική απέναντί μας όσο ποτέ. Το ιδεολόγημα της «γαλάζιας πατρίδας» ενσωματώνει παλαιότερες διεκδικήσεις συνδιαχείρισης του μισού Αιγαίου, μαζί με νέες, όπως το μνημόνιο Τουρκίας-Σάρατζ, η εφαρμογή του οποίου θα οδηγούσε σε συρρίκνωση του ελληνισμού. Η Ελλάδα θα αποκοπτόταν από την Ανατολική Μεσόγειο και τα κυριαρχικά της δικαιώματα στο Αιγαίο θα περιορίζονταν μέχρι τον 25ο μεσημβρινό. Τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου θα περιέρχονταν στον γεωστρατηγικό έλεγχο της Τουρκίας. Αυτό είναι ένα εφιαλτικό σενάριο που καμιά ελληνική κυβέρνηση δεν θα δεχόταν ποτέ, όμως η εφαρμογή του σχεδίου μπορεί να γίνει σταδιακά. Ένα μικρό βήμα την κάθε φορά, υπολογισμένα μικρό, ώστε να βρίσκεται κάτω από το κατώφλι της σύγκρουσης. 

«Πεποίθηση Ισχύος» και «πεποίθηση Δικαίου»

Υπό το φως των παραπάνω, το να επιδιώξουμε τη σύγκρουση θα ήταν στρατηγικό λάθος και το να κλοτσάμε το τενεκεδάκι παρακάτω ελπίζοντας, μεταφυσικά σχεδόν, σε μια μελλοντική λύση όπως τη φανταζόμαστε, μάλλον δεν ωφελεί σε βάθος χρόνου. Αν η Τουρκία έχει «πεποίθηση Ισχύος» εμείς έχουμε «πεποίθηση Δικαίου». Αν η Τουρκία θέλει να φέρει τις διμερείς σχέσεις στο πεδίο της Ισχύος, εμείς έχουμε κάθε λόγο να θέλουμε οι σχέσεις να εκτυλιχθούν στο πεδίο του Δικαίου. Αν η Τουρκία θέλει έναν κατά βάση πολιτικό διάλογο, εμείς θέλουμε έναν διάλογο δομημένο και οριοθετημένο στη βάση του Διεθνούς Δικαίου. Αν η Τουρκία θέλει να καταργήσει τη Συνθήκη της Λωζάνης, εμείς θέλουμε να την επιβεβαιώσουμε. Με βάση όλα αυτά, δεν πρέπει να θεωρούμε την προσφυγή στη Χάγη ως παραχώρηση, επειδή ενδεχομένως δεν θα μας αποδώσει όλα όσα διεκδικούμε, αλλά ως βασική στρατηγική επιλογή, επειδή έτσι θα κατοχυρώσουμε τα δικαιώματά μας. 

Το να δεχτεί η Τουρκία την προσφυγή στη Χάγη, κάτι που συνεπάγεται μεταξύ άλλων το τέλος των μαξιμαλιστικών και μεγαλοϊδεατικών επιδιώξεων της «γαλάζιας πατρίδας», με τη θεσμική απόρριψη των παράλογων και κατάφωρα παράνομων αξιώσεών της, δεν είναι απλό ούτε εύκολο. Δεν είναι όμως αδύνατο. Η Ελλάδα επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο και η αποτελεσματικότερη μορφή επίκλησης ενός κανόνα είναι η εφαρμογή του. Η χώρα μας το έχει ήδη κάνει στην πράξη με τις οριοθετήσεις ΑΟΖ που συμφώνησε με Ιταλία και Αίγυπτο. Ενδεχόμενη προσφυγή στη Χάγη για την οριοθέτηση με Αλβανία θα ενδυναμώσει ακόμα περισσότερο το δικαιικό πρότυπο επίλυσης διεθνών διαφορών στην περιοχή και θα κάνει ακόμα πιο δύσκολη για την Τουρκία την άρνηση να λειτουργήσει με τους ίδιους κανόνες. 

Για να συναινέσει η Τουρκία σε προσφυγή στη Χάγη, θα πρέπει να διαπιστώσει πρώτα απ’ όλα πως η συνέχιση της επιθετικής και παράνομης δραστηριότητάς της οδηγεί σε αδιέξοδο και της προκαλεί φθορά. Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται στρατηγικός σχεδιασμός από πλευράς μας, ο οποίος θα πρέπει να εφαρμοστεί με αποφασιστικότητα, επιμονή, μεθοδικότητα και υπομονή σε βάθος χρόνου. Απαιτούνται επίσης διαλλακτικότητα και ευελιξία. Για να πετύχει αυτή η στρατηγική, πρέπει να πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις.

«Η Τουρκία δεν θα κάνει πίσω έως ότου της δείξεις τα δόντια σου»

Θα πρέπει κατ’ αρχάς η χώρα μας να αυξήσει σημαντικά τη «σκληρή ισχύ» της. Ο Αμερικανός πρέσβης Τζέιμς Τζέφρι, που γνωρίζει καλά την Τουρκία, είχε πει σε άλλη περίσταση πως «η Τουρκία δεν θα κάνει πίσω έως ότου της δείξεις τα δόντια σου» και έχει σε μεγάλο βαθμό δίκιο. Μετά τις κυρώσεις των ΗΠΑ και την αποβολή της Τουρκίας από το πρόγραμμα του F 35, η ενδεχόμενη αύξηση της αεροπορικής μας ισχύος, ιδίως με την απόκτηση αεροσκαφών 5ης γενιάς, θα φέρει την Τουρκία στρατηγικά σε πολύ δύσκολη θέση. Ή θα πρέπει να αποδεχτεί τη δική μας αεροπορική υπεροχή ή θα πρέπει να στείλει πίσω σε πακέτο τους S 400, με μεγάλο αντίκτυπο στην αξιοπιστία της και στις σχέσεις της με τη Ρωσία, ή να αγοράσει αντίστοιχα των αμερικανικών αεροσκάφη από τη Ρωσία (ή την Κίνα), κάτι που θα της δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα. Είναι επίσης αδήριτη η ανάγκη να αποκτήσουμε νέες φρεγάτες για την ενίσχυση του στόλου μας. Μην ξεχνάμε ότι η «γαλάζια πατρίδα» που απειλεί ζωτικά μας συμφέροντα είναι ένα σχέδιο ναυτικής κυριαρχίας.

Σημαντική είναι, επίσης, η ένταξη της επιδίωξής μας αυτής στον ευρύτερο γεωστρατηγικό σχεδιασμό της Δύσης για σταθερότητα στην περιοχή, εναλλακτική όδευση των ενεργειακών ροών και ενεργειακή ασφάλεια της Δύσης. Έχουμε πολλές φορές διαφορετική οπτική, ίσως και διαφορετικές αφετηρίες με τις ΗΠΑ και τις άλλες χώρες της ΕΕ, αλλά κοινό συμφέρον σε μια διευθέτηση που θα εμποδίζει την τουρκική επεκτατικότητα, θα επαυξάνει τη σταθερότητα και θα διατηρεί την Τουρκία αγκυροβολημένη στο δυτικό στρατόπεδο. Με την Τουρκία είμαστε συζευγμένοι από τη γεωγραφία και είμαστε εμείς που θα έχουμε το μεγαλύτερο πρόβλημα από μια αποσταθεροποίηση της Τουρκίας, όπως ακριβώς θα έχουμε και το μεγαλύτερο όφελος από μια σταθερή, δημοκρατική και ευημερούσα γείτονα. Σε μια «Ευρώπη-φρούριο» δεν θα είμαστε ασφαλείς στο κέντρο, αλλά στον προμαχώνα, κάτι που σε βάθος χρόνου θα συσσωρεύει φθορά και κινδύνους.

Η συμμετοχή μας στους ευρωατλαντικούς θεσμούς λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής διπλωματικής ισχύος. Όμως, όσο και αν ακούγεται παράδοξο, το μέγιστο όφελος θα το πάρουμε όταν σταματήσουμε να συμπεριφερόμαστε ως οι θεσμοί αυτοί να αποτελούν fora συζήτησης και επίλυσης των Ελληνοτουρκικών. Το ΝΑΤΟ ειδικά δεν είναι «σύμβουλος γάμου» ούτε διεθνές δικαστήριο. Γι’ αυτό και θα ήταν αποδοτικότερη η έμμεση προσέγγιση. Πρέπει να επιδιώξουμε τη διασύνδεση των συμφερόντων, ώστε η ασφάλεια και η σταθερότητα της Ελλάδας να αποτελούν συστατικό της αρχιτεκτονικής ασφάλειας της Δύσης. Για να έχουμε όμως λόγο στην αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρώπης, πρέπει να συμμετέχουμε ενεργά και δραστήρια σε αυτήν, απαλλαγμένοι από αγκυλώσεις και φοβίες πολιτικού κόστους. Οι τριμερείς με Ισραήλ, Αίγυπτο και Ιορδανία είναι εξαιρετικές πρωτοβουλίες, αλλά, για να έχουν ουσιαστικό στρατηγικό όφελος, πρέπει να ενταχθούν στην ευρύτερη αρχιτεκτονική ασφάλειας της Δύσης για την Ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτή την περίπτωση θα αναβαθμιστεί σημαντικά η γεωπολιτική θέση της χώρας μας. 
 
Η παράμετρος του Κυπριακού

Μια ολιστική θεώρηση της προοπτικής των Ελληνοτουρκικών θα ήταν ελλιπής χωρίς αναφορά στο Κυπριακό. Η Κύπρος έχει υποστεί μια τεράστια, αλλά δυστυχώς ανεπανόρθωτη, αδικία από την εισβολή του 1974. Όσο διαρκεί ο ακρωτηριασμός του νησιού, το τραύμα παραμένει ανεπούλωτο και η πληγή χαίνουσα. Η διατήρηση όμως της παρούσας κατάστασης δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη και δημιουργεί μεγάλους κινδύνους για τον ελληνισμό. Η μεγαλύτερη επιτυχία της εξωτερικής μας πολιτικής τα τελευταία χρόνια ήταν η είσοδος της Κύπρου στην ΕΕ. Μόνο που αυτή έγινε με την προσδοκία, αν όχι σιωπηρή συνεννόηση, ότι θα διευκολύνει την επίλυση του Κυπριακού. Τα μέχρι τώρα σχέδια που συζητήθηκαν στη βάση της «δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας» ήταν σε έναν βαθμό άδικα και μεροληπτικά υπέρ της Τουρκίας, αλλά, αν είμαστε ρεαλιστές, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι σε έναν βαθμό προδιαγράφουν τα όρια και τις παραμέτρους της όποιας λύσης. Καλώς ή κακώς, από την απόρριψη του σχεδίου Ανάν και μετά, είναι η ελληνική πλευρά αυτή που «χρεώνεται» απροθυμία συμφωνίας. Πρέπει να πείσουμε ότι ειλικρινά επιθυμούμε τη λύση.

Η μόνη λύση που θα ικανοποιούσε τα ιστορικά μας δίκαια, το να γυρίσουμε δηλαδή πίσω στο 1973, είναι προφανώς αδύνατη. Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μια σειρά κακών επιλογών και πρέπει να επιλέξουμε (και να επιδιώξουμε όσο είναι ακόμα εφικτή) τη λιγότερο κακή. Η Τουρκία μπλοφάρει όταν απειλεί με «διχοτόμηση», γιατί στρατηγικά δεν τη συμφέρει, όμως είναι πιθανή μια λύση «Συνομοσπονδίας», πολύ χειρότερη από τα σχέδια που στο παρελθόν απορρίψαμε. Ακόμα εφιαλτικότερη προοπτική είναι να ενσωματώσει η Τουρκία την Αμμόχωστο στα κατεχόμενα, να φορτώσει με εποίκους και στρατό το βόρειο κομμάτι και οι Τουρκοκύπριοι, απογοητευμένοι από την έλλειψη προοπτικής λύσης, να ζητήσουν μαζικά κυπριακά διαβατήρια, δημιουργώντας μια νέα κατάσταση. Θα πρέπει λοιπόν εμπροσθοβαρώς να επεξεργαστούμε Ελλάδα και Κύπρος από κοινού ένα λεπτομερές σχέδιο, στη βάση των όσων έχουν μέχρι τώρα συμφωνηθεί, το οποίο θα καλύπτει σε έναν αποδεκτό βαθμό τις προσδοκίες μας. Με αυτό το σχέδιο θα πρέπει να πείσουμε τους εταίρους μας αλλά και τη διεθνή κοινότητα πως επιθυμούμε τη λύση και είμαστε έτοιμοι γι’ αυτήν τόσο για το δικό μας όσο και για το ευρωπαϊκό συμφέρον. Το βάρος της αποδοχής ή της απόρριψης θα πέσει στην άλλη πλευρά. Σε κάθε περίπτωση θα έχουμε ένα σχέδιο διαπραγμάτευσης και θα ξέρουμε μέχρι πού θέλουμε να φτάσουμε. Αν δεν αποσαφηνίσουμε το τι θέλουμε (όχι με γενικότητες, αλλά συγκεκριμένα), δεν πρόκειται ποτέ να το πετύχουμε! Ας έχουμε υπόψη πως, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, η «διχοτόμηση» είναι μεγαλύτερη απειλή για την Τουρκία από ό,τι για την Ελλάδα και την Κύπρο, αρκεί να μην αποδοθεί σε δική μας αβελτηρία. Μια συμφωνία, όπως και μια σχέση, είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη και σταθερή όταν η διατήρησή της αποφέρει περισσότερα οφέλη στις δύο πλευρές από όσα η διάλυσή της. Η λύση του Κυπριακού είναι το κλειδί όχι μόνο για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και για τη σταθερότητα της περιοχής γενικότερα.

* Ο Αλέξανδρος Διακόπουλος είναι τέως σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας.