ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Και οι έξι ήταν υπέροχοι

Την επόμενη Κυριακή, η «Κ» εγκαινιάζει μια νέα εκδοτική προσφορά, αφιερωμένη σε μεγάλες μορφές του ελληνικού θεάτρου. Σήμερα, το «Κ» επιχειρεί να τους προσεγγίσει κυρίως μέσα από προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων που είχαν την τύχη να τους ζήσουν ή να τους δουν από κοντά.

Και οι έξι ήταν υπέροχοι

Κυβέλη | Γλυπτό ανάμεσα σε φωτογραφίες

kai-oi-exi-itan-yperochoi0
Αριστοτεχνικό στιγμιότυπο της Κυβέλης στη «Ζήλεια» του Μιχαήλ Αρτσιμπάτσεφ, από τη νεαρή, το 1925, φωτογράφο Nelly’s. © Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη, Φωτ. Παγώνης, Θεατρικό Μουσείο 

 

Είδα την Κυβέλη στη δύση της έξοχης καριέρας της στο «Μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας» και στον «Γλάρο» του Τσέχωφ, δίπλα στον Κωτσόπουλο, στη Μανωλίδου και στον Αλεξανδράκη. Είχε τη γοητεία της παλιάς μουσικής του Μπαχ και του Καλομοίρη, μια μουσική έκφραση συναισθημάτων και αίσθηση της ρυθμοποιίας της γλώσσας. Διέθετε μια αρχοντιά και ένα κύρος που σε έκανε να ξεχνάς, μια μανιέρα και μια ματιέρα που ερχόταν από πριν από εξήντα χρόνια, πριν από την παράδοση του θεάτρου, πριν από το ραδιόφωνο και πριν από το σινεμά. Ανάμεσα σε ταλαντούχους και σπουδαγμένους ηθοποιούς επέβαλε ένα σκηνικό κύρος· μια παρουσία, μια αυθεντία που διεκδικούσε την αυτονομία της και πίεζε τη μίζερη πραγματικότητα των σχέσεων. Ήταν σαν ένα γλυπτό ανάμεσα σε φωτογραφίες και έπειθε με μια άλλη αλήθεια, όχι τόσο της ζωής, αλλά του σκηνικού κάλλους και του σκηνικού μύθου.― Κώστας Γεωργουσόπουλος

Αλέξης Μινωτής | «Ήταν το ίνδαλμά μου»

kai-oi-exi-itan-yperochoi1
Καλλιτεχνικό πορτρέτο του νεαρού Αλέξη Μινωτή με προσωπική αφιέρωση στον φίλο και συνάδελφό του Ευάγγελο Μαμία. © Κέντρο Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου (Μουσείου Μπενάκη)

 

Καλοκαίρι 1975: Είμαι έντεκα ετών, ο πατέρας μου μόλις έχει αρχίσει να γράφει θεατρικές κριτικές και με παίρνει μαζί του στην Επίδαυρο, για να παρακολουθήσω, για πρώτη φορά, παράσταση αρχαίου δράματος: τον περίφημο «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Εθνικού Θεάτρου, με πρωταγωνιστή τον Αλέξη Μινωτή. Αυτή η παράσταση «εγγράφηκε» έκτοτε στη μνήμη μου, ως κάτι πολύ σπουδαίο και δεινό – που μου προξενούσε δέος. Στη συνέχεια είχα την ευκαιρία να συναναστραφώ και κοινωνικά τον Μινωτή, σε βραδινές εξόδους με την παρέα του πατέρα μου -μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Νίκο Γκάτσο, τον Ματθαίο Μουντέ και άλλους- σε στέκια της εποχής όπως ο «Μαγεμένος Αυλός» ή η «Μουριά». Ήταν άνθρωπος πολύ δύσκολος -αυστηρός με τους γύρω του αλλά και με τον εαυτό του- και με ιοβόλο χιούμορ· είναι γνωστές πολλές από τις ανεκδοτολογικές ατάκες που συχνά χρησιμοποιούσε για να μειώσει τους ηθοποιούς. Το 1988, όταν με πήρε να παίξω τον Μενοικέα στις «Φοίνισσες», όλοι με προειδοποιούσαν ότι θα μου κάνει τον βίο αβίωτο με τα καψόνια του, όπερ και εγένετο. Μια μέρα σταμάτησε ξαφνικά την πρόβα και γύρισε προς το μέρος μου: «Ποιους δασκάλους είχες στη σχολή, Λιγνάδη;» με ρώτησε. Του απάντησα, απαριθμώντας κάποια ονόματα. «Ωραία. Μόλις τελειώσει η πρόβα, θα πας αμέσως στη σχολή και θα τους χέσεις εκ μέρους μου!» μου είπε. Επί της ουσίας τώρα, και πέρα από τις εύστοχες κακίες του, ο Αλέξης Μινωτής ανήκε σε ένα είδος πρωταγωνιστών-σκηνοθετών που μάλλον έχει οριστικά παρέλθει. Σήμερα, οι περισσότεροι ηθοποιοί είναι μόνο σώμα και ψυχισμός, σαν να μην υπάρχει ούτε σε ελάχιστο βαθμό η βάσανος του πνεύματος. Ήταν το ίνδαλμά μου λοιπόν. Γιατί, εκτός από τα υποκριτικά του μέσα, εκτός από την υπόδυση δηλαδή, βυθιζόταν πνευματικά σε κάθε ρόλο. Είχε μια μοναδική πνευματικότητα επί σκηνής. ― Δημήτρης Λιγνάδης

Μαρίκα Κοτοπούλη | Ο ήχος του βιολοντσέλου

kai-oi-exi-itan-yperochoi2
Η Μαρίκα Κοτοπούλη σφράγισε την ελληνική θεατρική σκηνή κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. © Θεατρικό Μουσείο-Κέντρο Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου.

 

Η Μαρίκα Κοτοπούλη, κόρη ηθοποιών και αδελφή και συννυφάδα ηθοποιών, ανήκει στην ένδοξη γενιά των αυτοδίδακτων θεατρίνων που έμαθαν την τέχνη στο σανίδι, με δασκάλα την πείρα της συντεχνίας. Εγκαινίασε σε ηλικία 16 ετών το βασιλικό θέατρο της εποχής απαγγέλλοντας στην έναρξή του το «Χαίρε της Τραγωδίας» του Παλαμά. Βγήκε στη σκηνή πέντε μηνών, στα χέρια της μητέρας της, Ελένης, και πέθανε σχεδόν στο σανίδι το 1954 στη Σύρο. Τρεις μήνες πριν, την είχα δει στη Λαμία να παίζει τη «Μις Μέιμπελ» και το «Έκτο πάτωμα». Πρώτη μου φορά την είδα στο Ηρώδειο, Κλυταιμνήστρα στην «Ορέστεια» του Ροντήρη το 1949. Είχε σαφώς μια αναγνωρίσιμη υποκριτική περσόνα, που με τον καιρό χαρακτηρίστηκε «vecchia scuola». Κύριο χαρακτηριστικό στη μουσική της έκφραση ήταν η ανάδειξη του ρυθμού του κειμένου, με πρόταξη ακριβώς της ρυθμικής διαδικασίας της νεοελληνικής γλώσσας. Η καλλιεργημένη φωνή της ακουγόταν σαν βιολοντσέλο δίπλα στους νεότερους ηθοποιούς της παράστασης, την Κατσέλη, τον Κωτσόπουλο και τη Συνοδινού, διέφερε και ως προς το ύφος και ως προς το ήθος, ξεχώριζε σαν το παλιό κρασί. Ήταν μεγάλη προστάτισσα των νέων συγγραφέων και ανέδειξε πολλούς νέους ηθοποιούς, με πρώτους και καλύτερους τον Ροντήρη, την Παξινού και τον Μινωτή. ― Κώστας Γεωργουσόπουλος

Κατίνα Παξινού | «Για μένα ήταν η γιαγιά μου»

kai-oi-exi-itan-yperochoi3
Η σχέση της Κατίνας Παξινού με την κλασική παράδοση ήταν στενή και άρρηκτη, όπως αποδεικνύουν οι ερμηνείες της στο αρχαίο δράμα. © Yannis Iordanidis, Album Katina Paxinou, Association des Échanges Culturels et Artistiques entre la France et la Grèce, Paris, 1983

 

Για μένα η Παξινού δεν είναι η μεγάλη τραγωδός της συλλογικής μνήμης. Ήταν και παραμένει η γιαγιά μου. Γιατί η Παξινού μέσα στο σπίτι της δεν είχε τίποτα από το ύφος της «μεγάλης καλλιτέχνιδας». Ήταν μια μεσογειακή, μητρική γιαγιά, που μαγείρευε, καβγάδιζε με τις υπηρέτριες, μάλωνε με την κόρη της (δηλαδή τη μητέρα μου), με χαρτζιλίκωνε κρυφά από τον Μινωτή. Έτρωγε, επίσης κρυφά από τον Μινωτη, όταν της επέβαλλε να κάνει δίαιτα, μου τραγουδούσε, με παραχάιδευε και γενικά μου έκανε όλα τα χατίρια και δεν με μάλωνε ποτέ. Ό,τι κάνει δηλαδή κάθε κλασική Ελληνίδα γιαγιά. Με κακομάθαινε με όλη την επιπολαιότητα, την ξεροκεφαλιά και την απόλυτη στοργή μιας λαϊκής γιαγιάς που το επίκεντρο της ζωής της ήταν η κουζίνα, οι γλάστρες της, τα ψώνια στον μπακάλη, οι λιχουδιές και τα γλυκά. Μια λαϊκή γιαγιά που ξεκαρδιζόταν με τη Γεωργία Βασιλειάδου και ταυτόχρονα δάκρυζε στο άκουσμα ενός λίντερ του Μάλερ. Γι’ αυτό, όποτε μου ζητούν να μιλήσω για την Παξινού, βρίσκομαι σε αμηχανία. Γιατί για μένα ο θρήνος της Εκάβης και τα σάντουιτς που ετοίμαζε για τον θίασο πριν από την πρόβα, και τα χαρτιά στου Λεωνίδα (στο Λυγουριό) ήταν ίσης σημασίας. Είναι βιώματα πέρα από κάθε αξιολόγηση. Αυτή η μέτρια σε ύψος γυναίκα είχε μέσα της μια δαιμονική δύναμη που γέμιζε την ορχήστρα της Επιδαύρου. Μέναμε μαζί –γιατι με έπαιρνε μαζί της πάντα– σε ένα δωμάτιο πάνω από το Μουσείο… Το πρωί μπάνιο, το μεσημέρι στην ταβέρνα και κατά το απόγευμα ετοιμάζαμε σάντουιτς με τυρί και ζαμπόν για όλους και δυο τρία θερμός με καφέ. Η γιαγιά μου ήταν μια απλή Ελληνίδα. Ή μάλλον όλες οι Ελληνίδες μαζί. Μια αρχετυπική, μεσογειακή, γυναικεία παρουσία. Στοργική, τρομερή, τρυφερή, μαινάδα, γλυκιά, αυταρχική, αριστοκρατική, λαϊκή, γήινη, απόκοσμη, αφελής, αινιγματική και την ίδια στιγμή ουράνια. Και είναι χαρακτηριστικό της αυτό που είπε σε κάποια της συνέντευξη: «Κάτι πρέπει να κάνεις στη ζωή σου. Να πληρώσεις για την ύπαρξή σου. Με την ευχή του Θεού βλέπεις τον ήλιο να ανατέλλει. Όταν πεθαίνουμε, πεθαίνουμε μια και καλή και δεν θα ξαναδούμε τον ήλιο. Κοιτάξτε λοιπόν τον ήλιο όσο είναι εκεί και προσπαθήστε να φέρετε το φως και τη ζεστασιά του στην καρδιά σας. Μπορείτε να δώσετε λίγη από αυτή τη ζεστασιά σε κάποιον άλλον κι αυτός σε κάποιον άλλον; Ε, τότε δεν ήρθατε μάταια σε αυτόν τον κόσμο. Έχετε πετύχει κάτι· είναι τόσο απλό. ― Αλέξανδρος Αντωνόπουλος

Έλλη Λαμπέτη | 
 «Στάθηκα κακιά μάνα για το ταλέντο μου»*

kai-oi-exi-itan-yperochoi4
Αντιπροσωπευτικό πορτρέτο της Έλλης Λαμπέτη στα τέλη της δεκαετίας του ’70. © Θεατρικό Μουσείο – Κέντρο Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου

 

«Δεν υποκρίνομαι – θεωρώ τον εαυτό μου καλή ηθοποιό. Και όμως, αν τα βάλεις κάτω, καταλήγεις στο συμπέρασμα πως τελικά είμαι μια άθλια ηθοποιός. Αμόρφωτη. Ανοργάνωτη. Απειθάρχητη. Ακαλλιέργητη… Όχι τώρα – πάντα. Τελευταία είχα πάρει την απόφαση να διορθωθώ. Είδα τον εαυτό μου και είπα: Κύριε ελέησον! Τι κάνω τόσα χρόνια; Τώρα θα δεις και πώς θα κάνω τη δουλειά μου από δω και μπρος… Και αρρώστησα. Μόλις πήρα τις σοβαρές τις ειλικρινείς  αποφάσεις μου, αρρώστησα. Όταν κατάλαβα πώς πρέπει να γίνεται η δουλειά, την έχασα… Υπάρχουν βέβαια διάφοροι συνένοχοι στο γεγονός ότι δεν αξιοποιήθηκα. Όχι το κοινό όμως. Το κοινό δεν φταίει σε τίποτα. Βοηθάει, και μάλιστα χωρίς να έχει καμιά υποχρέωση να βοηθήσει. Το κοινό μου έδωσε ήδη. Εγώ όφειλα να του δώσω περισσότερα, γιατί ο Θεός μου ’δωσε. Μου έδωσε ένα χάρισμα – κι εγώ τι το έκανα; Δεν έχω αξίωση να μου γυρέψει το κοινό να είμαι καλύτερη. Εγώ πρέπει να ντρέπομαι που δεν καλλιέργησα αυτό που είχα. Στάθηκα κακιά μάνα για το ταλέντο μου. Δεν του έδωσα γάλα. Κι έτσι βγήκε παραμορφωμένο – με στραβά πόδια».

* Η Έλλη Λαμπέτη εξομολογείται στη Φρίντα Μπιούμπι στο βιβλίο «Η Τελευταία Παράσταση» (εκδ. Εξάντας).

Δημήτρης Χορν | «Μόλις έμπαινε σε έναν χώρο, θα γύριζες να κοιτάξεις»

Γνωριστήκαμε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν επρόκειτο να ανεβάσει τον «Φιλάργυρο», παράσταση στην οποία θα συμμετείχα. Τελικά η παράσταση δεν ανέβηκε. Έπειτα από περίπου μία πενταετία, συναντηθήκαμε σε μια έκθεση. Θυμάμαι ότι άκουσα μια φωνή πίσω μου: «Γρηγόρη, τι κάνεις;». Γύρισα και αντίκρισα τον Χορν. Μου έκανε εντύπωση που με θυμόταν έπειτα από τόσο σύντομη γνωριμία. Μιλήσαμε λίγο και πήγαμε για φαγητό. Από εκείνη τη βραδιά και μετά συναντιόμασταν σχεδόν κάθε μέρα μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ήταν ένας άνθρωπος με τεράστια προσωπικότητα, χαριτωμένος και ανάλαφρος, ακόμα και όταν σου έλεγε δραματικά πράγματα. Είχε μια γλαφυρότητα ο τρόπος που αφηγείτο, που αργότερα, όταν προσπαθούσες να τα αναπαραγάγεις, τα έλεγες με τη φωνή του Χορν. Εξαιρετικά δοτικός άνθρωπος και άρχοντας, του άρεσε πάρα πολύ η παρέα, η συντροφιά. Ξέρω από αφηγήσεις ότι ήταν η ψυχή της παρέας, ήταν μέσα στη φύση του αυτό, δεν το έκανε ούτε για λόγους επίδειξης ούτε για λόγους επιβολής, κυριαρχίας, δεν μπορούσε να είναι αλλιώς. Ήταν ένα πρόσωπο που ακόμα και αρνητικά να μιλούσε για κάποιον το εκλάμβανες τόσο χαριτωμένα και τόσο τρυφερά, που έπαυε να είναι μια αρνητική κριτική, γινόταν μία ακόμα χιουμοριστική φράση. Ήταν ένας άνθρωπος με τεράστια γοητεία, όπου έμπαινε δεν υπήρχε περίπτωση να μη γυρίσει ο κόσμος να τον δει, όχι γιατί ήταν αναγνωρίσιμος, και να μην ήταν καλλιτέχνης, και να ήταν κάποιος από το εξωτερικό, μόλις έμπαινε σε έναν χώρο, θα γύριζες να κοιτάξεις. Καθόμασταν να φάμε και σταματούσαν να μιλάνε στα διπλανά τραπέζια και έστηναν αυτί να τον ακούσουν.

Επέμενε πάντα να του μιλάω στον ενικό, δεν τα κατάφερα ποτέ. Όσες φορές επέμεινε πολύ, σχεδόν εκνευρισμένος, και προσπάθησα να το κάνω, ξαναγύριζε η γλώσσα μου, ο ενικός στο στόμα μου ήταν τόσο παράταιρος, που δεν μπορούσα να τον συνεχίσω.

Ανήκε σε μια γενιά ηθοποιών, οι οποίοι χαρακτήριζαν με την προσωπικότητά τους τους ρόλους τους, με τη φωνή τους, με τα τερτίπια τους, με τις ιδιαιτερότητές τους στην έκφραση, στον τρόπο που μιλούσαν, στο χιούμορ, και κατάφεραν να περάσουν την προσωπικότητά τους μέσα στους ρόλους που ερμήνευσαν. Αυτό έδωσε μια μοναδικότητα στις ερμηνείες τους. Γι’ αυτό είναι κουταμάρα να προσπαθήσει κανείς να τους μιμηθεί, όπως είναι και κουταμάρα να λέει κανείς ο νέος Χορν, ο νέος Αλεξανδράκης, η νέα Καρέζη… Δεν γίνεται αυτό, είναι μοναδικοί.  ― Γρηγόρης Βαλτινός

Info:
ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΔΕΛΑΠΟΡΤΑkai-oi-exi-itan-yperochoi5

Στη νέα της εκδοτική προσφορά «Μεγάλοι Έλληνες Ηθοποιοί του Θεάτρου», η «Καθημερινή» στρέφει τον προβολέα της σε έξι, αρχικά, μύστες της υποκριτικής τέχνης στην Ελλάδα: Μαρίκα Κοτοπούλη, Κυβέλη Αδριανού, Κατίνα Παξινού, Αλέξης Μινωτής, Έλλη Λαμπέτη και Δημήτρης Χορν. Προσωπικότητες που έγραψαν την ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου και τώρα «πρωταγωνιστούν» στη συλλεκτική σειρά με βιογραφίες μεγάλων Ελλήνων ηθοποιών του θεάτρου, οι οποίες υπογράφονται από τον Μάκη Δελαπόρτα. Πρόκειται για την πρώτη απόπειρα συνολικής παρουσίασης των κυριότερων μορφών του νεοελληνικού θεάτρου. Κάθε τόμος περιλαμβάνει την αφηγηματικά γραμμένη βιογραφία των ηθοποιών, μαζί με τη θεατρογραφία και τη φιλμογραφία τους, και εμπλουτίζεται από άγνωστα περιστατικά, αποκαλυπτικά ντοκουμέντα της εποχής, δημοσιεύματα εφημερίδων, χαρακτηριστικές θεατρικές κριτικές, προσωπικές σημειώσεις και αποσπάσματα της δημόσιας και ιδιωτικής αλληλογραφίας τους. Τα κείμενα συνοδεύονται από πλούσιο και σπάνιο εικονογραφικό υλικό, το οποίο αντλήθηκε από τα αρχεία πολιτιστικών φορέων, συλλεκτών και των οικογενειών τους. Κάθε βιογραφία συμπληρώνεται από μια βιβλιογραφία έργων αναφοράς στον «βίο και την πολιτεία» των μεγάλων πρωταγωνιστών που άφησαν ανεξίτηλο το σημάδι τους στο νεοελληνικό θεατρικό σανίδι. Ο πρώτος τόμος κυκλοφορεί την επόμενη Κυριακή 17 Ιανουαρίου.