ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Άνδρες στην άκρη του νήματος

Πέντε Έλληνες καλλιτέχνες της υφαντικής μιλούν στο «Κ» για την ανάγκη ένταξης της πανάρχαιας αυτής τέχνης σε ένα σύγχρονο περιβάλλον, αλλά και για τη σημασία που έχει η σύμπραξη της παράδοσης με το σύγχρονο επιχειρείν.

Άνδρες στην άκρη του νήματος

Οι άνδρες τεχνίτες είναι περιζήτητοι σε χώρες όπως το Μαρόκο, το Μεξικό, η Αίγυπτος, η Ινδία και το Πακιστάν, όπου η υφαντική αποτελεί παραδοσιακά μια ανδρική επαγγελματική ασχολία. Οι υφαντουργοί του Κασμίρ χαίρουν παγκόσμιας αναγνώρισης και αποτελούν το βασικό εργατικό δυναμικό παραγωγής των ξακουστών χειροποίητων υφασμάτων της περιοχής. Στις ΗΠΑ, στην Τουρκία και στην Ιταλία, μερικοί από τους πιο σεβαστούς υφαντές ταπισερί είναι άνδρες, ενώ η πόλη Ομπισόν της Γαλλίας οφείλει την αναγνώρισή της ως «παγκόσμια πρωτεύουσα ταπισερί» σε άνδρες τεχνίτες, όπως ο περίφημος Φρανσουά Ταμπά αλλά και ο σπουδαίος Ζαν Λουρσά, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αναβίωση και στη δυναμική επαναφορά της γαλλικής ταπισερί στη σύγχρονη εποχή. Στα χνάρια του και ο Ισπανός Χοσέπ Γκράου-Γκαρίγκα, που θεωρείται σήμερα ένας από τους κορυφαίους της σύγχρονης υφαντικής και πρωτεργάτης της καταλανικής σχολής ταπισερί, έχοντας συνεργαστεί με σπουδαίους καλλιτέχνες συμπατριώτες του, όπως οι Ζουάν Μιρό, Αντονί Τάπιες και Πάμπλο Πικάσο.  

Στην Ελλάδα, αν και η υφαντική θεωρείται κατά βάση γυναικεία υπόθεση, τις δεκαετίες 1960 έως 1980 αρκετοί άνδρες είχαν τη δυνατότητα να εκπαιδευτούν στους αργαλειούς μέσω του προγράμματος «Οικοτεχνία» του Εθνικού Οργανισμού Πρόνοιας. Στο πλαίσιο της δημιουργικής αυτής προσπάθειας, υπεύθυνος των εργαστηρίων ταπισερί ήταν ο ζωγράφος Γιάννης Φαϊτάκης, απόφοιτος της École Nationale d’Art Décoratif d’Aubusson. Σήμερα, σημαντικό κομμάτι της εκπαιδευτικής διαδικασίας πάνω στην υφαντική έχουν αναλάβει ιδιωτικές σχολές, σύλλογοι και ιδρύματα, όπως το Ιστορικό Υφαντουργείο ΣΕΝ και η Ριζάρειος Χειροτεχνική Σχολή. Η υφαντική όμως, όπως και οι περισσότερες παραδοσιακές τέχνες, χρειάζεται ένα θεσμικό πλαίσιο στήριξης. Η σύσταση της επιτροπής για την ενίσχυση της ελληνικής χειροτεχνίας και την αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς από το Υπουργείο Ανάπτυξης είναι ένα σημαντικό βήμα. Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν και οι καλλιτέχνες με τους οποίους συνομιλήσαμε, οι οποίοι πειραματίζονται με την υφαντική τέχνη έξω από τις νόρμες της παράδοσης, προσδίδοντάς της έναν σύγχρονο χαρακτήρα με επιχειρηματική προοπτική. 

Θρασύβουλος Γιάτσιος 
«Ο πολιτισμός δεν έχει φύλο»

 

«Η παράδοση είναι μέρος της κουλτούρας του κάθε λαού και έχει τεράστια ιστορική αξία. Όμως θα πρέπει να λειτουργεί ως βάση στην έμπνευση, να εξελίσσεται και να εναρμονίζεται με τις τάσεις της εποχής. Είναι λάθος να προσεγγίζουμε την υφαντική μόνο σαν παραδοσιακή τέχνη. Η οπτική αυτή είναι κατά τη γνώμη μου εντελώς κοντόφθαλμη», αναφέρει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, Θρασύβουλος Γιάτσιος, ο οποίος εδώ και χρόνια πειραματίζεται με τους αργαλειούς υφαίνοντας σύγχρονα προϊόντα. «Παράλληλα με την εργασία μου ασχολούμαι σχεδόν καθημερινά με την υφαντική, η οποία μου δίνει αμέτρητες δυνατότητες συνδυασμών για τη δημιουργία υφασμάτων και συγχρόνως με απομακρύνει από το άγχος της καθημερινότητας».

Ένα ταξίδι στην Ολλανδία ήταν η αφορμή να έρθει για πρώτη φορά σε επαφή με τον αργαλειό και τις δυνατότητες αξιοποίησής του. «Όταν ήμουν ακόμα φοιτητής της Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΕΜΠ, επισκέφθηκα τη φίλη μου Christina Linaris-Coridou, η οποία ως textile artist χρησιμοποιούσε το ύφασμα με καινοτόμες τεχνικές σε πολλές εικαστικές δημιουργίες της. Στο σπίτι της υπήρχε φυσικά κι ένας αργαλειός. Εντυπωσιάστηκα τόσο που, όταν επέστρεψα στην Αθήνα, ξεκίνησα μαθήματα υφαντικής στο ιστορικό υφαντουργείο ΣΕΝ». Για μεγάλο διάστημα έφτιαχνε κιλίμια. Σήμερα όμως ασχολείται με το ύφασμα και δημιουργεί ενδύματα και αξεσουάρ. «Οι τεχνικές, οι συνδυασμοί και τα υλικά είναι αμέτρητα, ενώ η χαρά της δημιουργίας απερίγραπτη. Ο αργαλειός είναι ένα πολύπλοκο εργαλείο με τεράστιες δυνατότητες και αφορά άνδρες και γυναίκες, όπως όλες οι τέχνες. Πριν από χρόνια, νεαρός ακόμα, σε ένα ταξίδι μου με τρένο στην Ελβετία είδα έναν νέο άνδρα να πλέκει στο βαγόνι. Παραξενεύτηκα, αλλά σκέφτηκα “γιατί όχι;”. O πολιτισμός άλλωστε δεν έχει φύλο. Σε πολλές χώρες όπως το Μαρόκο και η Αίγυπτος, η επαγγελματική ενασχόληση με την υφαντική είναι σχεδόν αποκλειστικά ανδρική υπόθεση. Βιοτεχνίες και μεγάλες μονάδες παραγωγής είναι στελεχωμένες από άνδρες. Νομίζω ότι είναι πλέον η κατάλληλη στιγμή να ξεκινήσει στην Ελλάδα μια συζήτηση για την αξιοποίηση του πολιτιστικού μας πλούτου. Η πολιτεία πρέπει να επενδύσει σε αυτόν τον τομέα, όχι όμως αντιμετωπίζοντας την υφαντική μόνο ως παραδοσιακή τέχνη, αλλά και ως ενεργή εφαρμοσμένη τέχνη με προοπτικές, με στόχο να προσελκύσει και νέους ανθρώπους». 

Γιώργος Ανδρεανάκης 
«Ακόμα είναι δύσκολο για έναν άνδρα να καθίσει στον πάγκο για να υφάνει»

©Έφη Παρούτσα

Με την πεποίθηση ότι ο αργαλειός θα αποτελέσει για πολλούς δημιουργική απασχόληση αλλά και ευκαιρία για επαγγελματική αποκατάσταση, ο ξυλουργός Γιώργος Ανδρεανάκης αποφάσισε να ιδρύσει το 2007 μαζί με τον αδερφό του Δημήτρη την Icarus-Looms, μια επιχείρηση κατασκευής χειροποίητων αργαλειών και εξαρτημάτων ύφανσης (χτένια, μιτάρια, σαΐτες). Θεωρείται ένας από τους ελάχιστους τεχνίτες στην Ελλάδα και ο μοναδικός στην Αττική που κατασκευάζει το αρχέγονο αυτό εργαλείο με σύγχρονο τρόπο. «Επέλεξα να ασχοληθώ με την κατασκευή αργαλειών γιατί ήθελα να δώσω σε νέους ανθρώπους ένα κίνητρο προκειμένου να βρουν έναν δημιουργικό δρόμο έκφρασης, συνεχίζοντας παράλληλα την παράδοσή μας». Η επαφή του με την υφαντική ξεκινά το 1982, όταν του ζητήθηκε να κατασκευάσει έναν μικρό επιτραπέζιο ξύλινο αργαλειό. «Επισκέφτηκα τότε τη σχολή υφαντικής του ΕΟΜΜΕΧ, για να δω από κοντά τη δουλειά καταξιωμένων Ελλήνων κατασκευαστών όπως οι Σταθάτος και Ξαγοράρης. Θέλοντας να κατανοήσω καλύτερα τη λειτουργία του αργαλειού, αποφάσισα να μάθω την τεχνική του κόμπου (χαλιού)».
 
Ο κ. Ανδρεανάκης παρατηρεί ότι οι περισσότεροι απόφοιτοι σχολών υφαντουργίας είναι άνδρες. «Παρ’ όλα αυτά, στην Ελλάδα η υφαντική εμπειρία ανήκει στις γυναίκες, καθώς ακόμα είναι δύσκολο για έναν άνδρα να καθίσει στον πάγκο για να υφάνει. Τα πράγματα όμως αλλάζουν σιγά σιγά. Η Ελλάδα με την κρίση αναγκάστηκε να επαναπροσδιορίσει την παραγωγική της διαδικασία. Τον τελευταίο καιρό έμαθα για έξι περιπτώσεις που ξεκίνησαν υφαντήρια σε διάφορες πόλεις, ενώ γνωστά ελληνικά brands μόδας χρησιμοποιούν υφαντά στις δημιουργίες τους. Οι σχολές υφαντικής γεμίζουν ξανά από μαθητές, αλλά πολλοί νέοι φεύγουν ακόμα στο εξωτερικό για να σπουδάσουν υφαντική ή σχεδιασμό υφάσματος. Αυτά είναι δεδομένα που πρέπει να λάβουν υπόψη οι αρμόδιοι φορείς, ώστε να αξιοποιηθούν στην Ελλάδα οι παραδοσιακές τέχνες και φυσικά η υφαντική».  
www.icaruslooms.com

Μανώλης Κουράτορας 
«Πρέπει να υπάρξουν συνεχιστές αυτής της παράδοσης»

Ο Μανώλης Κουράτορας παραμένει ο μοναδικός θεματοφύλακας της κρητικής υφαντικής παράδοσης στην Αγιά Μυλοποτάμου, στο Ρέθυμνο. Έμπειρος κλωστοϋφαντουργός με σπουδές στην Ιταλία, εργάστηκε πολλά χρόνια σε μεγάλες υφαντουργίες σε όλη την Ελλάδα. Διετέλεσε γενικός γραμματέας του Σωματείου Κλωστοϋφαντουργών, αντιπρόεδρος του Σωματείου Λαϊκής Τέχνης του Νομού Ηρακλείου, αλλά και εκπαιδευτής υφαντικής στα κέντρα επαγγελματικής κατάρτισης του νησιού. Στην Κρήτη εργάστηκε ως σχεδιαστής στη βιοτεχνία κρητικών υφαντών Καστρινογιάννη και ήταν υπεύθυνος των εργαστηρίων, έχοντας υπό την επίβλεψή του 200 υφάντρες σε χειροκίνητους αργαλειούς. Το 1980 άνοιξε τη δική του επιχείρηση-βιοτεχνία, δημιουργώντας κυρίως παραδοσιακές στολές αλλά και το κρητικό υφαντό, γνωστό ως τριοπατήτηρο, σε μηχανοκίνητους αργαλειούς. Όσοι τον γνωρίζουν τον αποκαλούν δάσκαλο. «Η υφαντική αποτελεί ανεκτίμητο πολιτιστικό κεφάλαιο της χώρας μας και τη βάση της σύγχρονης χειροτεχνικής δημιουργίας», εξηγεί ο ίδιος. «Πρέπει όμως να υπάρξουν συνεχιστές αυτής της παράδοσης, γι’ αυτό και είμαι πάντα διαθέσιμος να αποκαλύψω τα πιο μεγάλα μυστικά της».

Ο Κρητικός συγγραφέας και δημοσιογράφος Μιχάλης Στρατάκης έγραψε για τον «σταυραδερφό του»: «Από όλες τις τέχνες που εγεννοβόλησε η παντρειά του νου και της ψυχής του ανθρώπου, θαρρώ πως η τέχνη του αργαλειού είναι η πιο αγαπημένη της Κρήτης. Τούτο γιατί είναι η μόνη τέχνη που, για να δώσει ψυχοκαρπό, πρέπει να σφιχταγκαλιαστούνε και να κάμουνε καερέτι όλες οι αισθήσεις του ανθρώπου. Το ζω, και το πιστεύω, όλο και περισσότερο κάθε φορά που βρίσκομαι στην Αγιά Μυλοποτάμου και τρυπώνω στους αργαλειούς του σταυραδερφού μου του Μανώλη Κουράτορα […]. Ετούτη η τέχνη θαρρώ πως είναι κάτι σαν την Αγία Προσκομιδή, που μετατρέπει το πρόσφορο και το κρασί σε σώμα και αίμα του Χριστού. Γι’ αυτό, κάθε φορά που τρυπώνω στους αργαλειούς του Μανώλη, αισθάνομαι την ανάγκη να κάμω τον σταυρό μου».

Χρήστος Καραγεώργος
«Η υφαντική έχει κατακτήσει μια θέση στις εικαστικές τέχνες» 


«Η υφαντική είναι design υφάσματος. Όταν κάποιος αρχίσει να υφαίνει, αντιλαμβάνεται ότι το ύφασμα δεν είναι μια δισδιάστατη επιφάνεια, αλλά μια τρισδιάστατη κατασκευή. Ανάλογα με το πώς θα δουλευτεί ένα ύφασμα, αποκτά ξεχωριστές ιδιότητες, που τις αντιλαμβανόμαστε μόνο αφού ολοκληρωθεί η παραγωγή του», λέει ο Χρήστος Καραγεώργος, βιολόγος στο επάγγελμα, που εργάστηκε μέχρι το 2017 ως διευθυντής εργαστηρίου σε μονάδα εξωσωματικής γονιμοποίησης στη Γενεύη. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, θέλησε να εξερευνήσει καινούργια δημιουργικά μονοπάτια κι έτσι «συνάντησε» την υφαντική. «Η εκφραστική ελευθερία και η δημιουργικότητα που ένιωθα στον αργαλειό με έκαναν να θέλω να ασχοληθώ και επαγγελματικά. Παρακολούθησα κάποια σεμινάρια στο ιστορικό υφαντουργείο ΣΕΝ.

Η σχολή που έχει στήσει η Σοφία Τσουρινάκη δίνει σε βάθος γνώση του αντικειμένου, με οργάνωση και δομή. Είχα επίσης την τύχη να συναντηθώ με δασκάλους όπως η Τζένη Βαρδαμάσκου, που αναγνώρισαν ότι η υφαντική με κινητοποιούσε και μου έδωσαν ώθηση. Δεν με ενδιαφέρει όμως η υφαντική στο παραδοσιακό πλαίσιο. Εμπνέομαι από καλλιτέχνες όπως η Anni Albers, η οποία απελευθέρωσε την υφαντική από τα δεσμά της πρακτικής εφαρμογής, του craft δηλαδή, και απέδειξε ότι τα νήματα μπορούν να δουλευτούν με τον ίδιο τρόπο όπως ένας ζωγράφος δουλεύει το χρώμα, ένας γλύπτης τον χαλκό ή ένας φωτογράφος το φως. Ο Περουβιανός Μάξιμο Λάουρα είναι επίσης ένας καλλιτέχνης που θαυμάζω, καθώς ενσωματώνει μοναδικά τις παραδοσιακές τεχνικές ύφανσης και τα σύμβολα της χώρας του στη σύγχρονη τέχνη. Άλλωστε σε χώρες με μεγάλη ιστορία στην υφαντική και σαφή βιομηχανικό προσανατολισμό, όπως η Μεγάλη Βρετανία και η Ινδία, η υφαντική ήταν κυρίως ανδρική δουλειά. Στην Ελλάδα, η υφαντική ήταν οικοτεχνία και γι’ αυτό θεωρείται γυναικεία ασχολία. Τα στερεότυπα λειτούργησαν και εδώ, βλέπετε. Από τον 20ό αιώνα, όμως, η υφαντική έχει κατακτήσει μια θέση στις εικαστικές τέχνες και αφορά όλους. Αυτό που χρειάζεται είναι να δημιουργήσουμε τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να μπορέσουν νέοι άνθρωποι να διδαχθούν τις τεχνικές σε σχολές με δομή και εύρος άποψης στην υφαντική, κατά προτίμηση μέσα σε κρατικές δομές, γιατί η υφαντική κοστίζει. Ο σχεδιασμός μιας στρατηγικής, ενίσχυσης και προώθησης της υφαντικής στην Ελλάδα με επαγγελματικές διεξόδους είναι απαραίτητος». ■