ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Ο Mr Netflix με δικά του λόγια

Ο Τεντ Σαράντος, ένας από τους αρχιτέκτονες του σύγχρονου τοπίου της ψυχαγωγίας, μίλησε στην Τζένι Ματζ για λογαριασμό της αμερικανικής Ακαδημίας Τηλεόρασης.

Ο Mr Netflix με δικά του λόγια

Από τα πρώτα ονόματα στις λίστες με τους πιο ισχυρούς ανθρώπους της ψυχαγωγίας, ο συνδιευθύνων σύμβουλος του Netflix, Τεντ Σαράντος, εγγονός του Σαμιώτη Αλέξη Καριωτάκη, που είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ στις αρχές του περασμένου αιώνα, έχει συμβάλει σε μια κοσμογονική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο εκατομμύρια άνθρωποι ανά τον κόσμο περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους. Η καριέρα του στη βιομηχανία του θεάματος έχει έντονο το στοιχείο του πεπρωμένου. Μεγαλώνοντας τη δεκαετία του ’70 στο Φοίνιξ της Αριζόνα, με τον πατέρα του να εργάζεται ολημερίς ως ηλεκτρολόγος και τη μητέρα του να κρατάει το νοικοκυριό και να φροντίζει τον ίδιο και τα τέσσερα αδέρφια του, ο Θεόδωρος-Αλέξανδρος είχε για σταθερή του συντροφιά τους χαρακτήρες αγαπημένων σειρών που προβάλλονταν στην τηλεόραση της εποχής.

Εκείνοι που τον συγκινούσαν και τον ενέπνεαν περισσότερο ήταν οι «δημοσιογράφοι» – ο Λου Γκραντ ως οξύθυμος πλην αδέκαστος αρχισυντάκτης εφημερίδας στην ομώνυμη σειρά και η Μέρι Τάιλερ Μουρ ως Μέρι Ρίτσαρντς, φιλόδοξη και δυναμική παραγωγός ειδήσεων σε ένα τοπικό κανάλι της Μινεάπολης (ένα από τα πρώτα παραδείγματα χειραφετημένης γυναίκας στην αμερικανική ψυχαγωγική τηλεόραση). Μέσα από αυτούς κόλλησε, όπως ο ίδιος έχει πει, το μικρόβιο της δημοσιογραφίας και έκανε τα πρώτα του βήματα στη σχολική εφημερίδα. Η πρώτη μεγάλη στιγμή μιας απίστευτης καριέρας που μόλις ξεκινούσε ήταν όταν του δόθηκε η ευκαιρία να πάρει συνέντευξη από το είδωλό του, τον Λου Γκραντ αυτοπροσώπως – για την ακρίβεια, τον υπέροχο Εντ Άσνερ, που τον υποδυόταν.

Μέσω του Άσνερ ο νεαρός Σαράντος άρχισε να γνωρίζει και άλλους ηθοποιούς, όπως τον Μάρτιν Σιν και την Αν Τζίλιαν, ενώ αργότερα πήρε και άλλες συνεντεύξεις – από τον Μάικλ Τζ. Φοξ ενώ ήταν ακόμη ένας ανερχόμενος τηλεοπτικός ηθοποιός και από παιδιά-θαύματα της εποχής, όπως ο Τοντ Μπρίτζες και ο Πίτερ Μπιλινγκσλέι. Εν τω μεταξύ, στην Αμερική ξεκινούσε ο «πυρετός» της βιντεοκασέτας και το μόλις δεύτερο βιντεοκλάμπ της Αριζόνα έτυχε να ανοίξει στη γειτονιά του. Έπιασε δουλειά part-time, του άρεσε και άρχισε να ανελίσσεται – έγινε μάνατζερ, μετά πήρε θέση στελέχους στην αλυσίδα, μετά σε άλλη μεγαλύτερη αλυσίδα, και για να μην τα πολυλογούμε, βρέθηκε αντιπρόεδρος σε μια εταιρεία με 500 βιντεοκλάμπ. Το 1999, ως ισχυρός παίκτης πλέον της αγοράς, διαπραγματεύτηκε μια σημαντική συμφωνία για πωλήσεις και ενοικιάσεις DVD με κινηματογραφικά στούντιο και τότε κέντρισε το ενδιαφέρον του Ριν Χέιστινγκς, ιδρυτή μιας νέας εταιρείας που λεγόταν Netflix. Σήμερα, οι δυο τους διοικούν μια αυτοκρατορία που έχει παρουσία σε 190 χώρες και 200 εκατομμύρια συνδρομητές. 

Τα παρακάτω εκτενή αποσπάσματα, που μας δίνουν μια σαφή εικόνα του τρόπου σκέψης του, προέρχονται από μια δίωρη μαγνητοσκοπημένη συνομιλία του Σαράντος με την Τζένι Ματζ για την αμερικανική Ακαδημία Τηλεόρασης, που απονέμει τα βραβεία Έμμυ. Μπορείτε να την παρακολουθήσετε ολόκληρη εδώ: interviews.televisionacademy.com/interviews/ted-sarandos.

Η ΠΡΟΒΛΕΨΗ. «Ο Ριντ με εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή. Είχε μια απίστευτη αντίληψη για την τεχνολογία. Ένα από τα πρώτα πράγματα που μου είπε ήταν ότι το σύνολο του μαγνητοσκοπημένου ψυχαγωγικού περιεχομένου θα έρθει στο σπίτι μέσω του ίντερνετ – χωρίς καλώδια, χωρίς κεραίες, χωρίς δορυφόρους. Το έλεγε τόσο κατηγορηματικά, σαν να μη χωρούσε η παραμικρή αμφιβολία. Την εποχή εκείνη, κάποιος μου είχε στείλει ένα μικρό απόσπασμα από το “South Park” και μου είχε πάρει επτά μέρες να το ανοίξω. To άλμα ανάμεσα σε αυτό και στον κόσμο που περιέγραψε ο Ριντ έμοιαζε αδιανόητο. Μου είχε μιλήσει για τον Νόμο του Μουρ, σύμφωνα με τον οποίο το ίντερνετ θα γινόταν δύο φορές πιο γρήγορο και δύο φορές φθηνότερο κάθε 18 μήνες, γεγονός που θα το καθιστούσε βιώσιμο τρόπο μετάδοσης περιεχομένου μέσα σε λίγα χρόνια. Έτσι κι έγινε. Ξεκινήσαμε το streaming το 2007· μέχρι τότε η βασική μας δουλειά ήταν να ταχυδρομούμε DVD. Το bandwidth ήταν πανάκριβο, αλλά προβλέψαμε ότι θα γίνεται όλο και φθηνότερο, ενώ αντίθετα τα ταχυδρομικά έξοδα θα σκαρφάλωναν». 

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ. «Στην αρχή ήμασταν 100% εταιρεία ταχυδρομικής αποστολής DVD στην εγχώρια αγορά. Η δουλειά μας ήταν να αγοράζουμε το περιεχόμενο, να διαχειριζόμαστε το στοκ και να προσπαθούμε να προβλέψουμε πόσες κόπιες θα χρειαζόμασταν. Η ειδοποιός μας διαφορά εκείνη την εποχή, κάτι που ούτε τα DVD-κλαμπ δεν είχαν, ήταν ότι όλα ήταν αυτοματοποιημένα. Είχαμε αυτό το σύστημα σειράς προτιμήσεων, όπου οι πελάτες μπορούσαν να τη βάλουν πρώτη στη λίστα τους και εμείς να ξέρουμε πόσα αντίτυπα θα χρειαζόμασταν, ακόμα κι αν αυτή ήταν εξαντλημένη».

Η ΓΕΦΥΡΑ. «Πάντα ξέραμε ότι τα DVD μέσω ταχυδρομείου ήταν η “γέφυρα”, κάτι μεταβατικό. Ξέραμε ότι το DVD δεν είχε μέλλον από τη στιγμή που η ψηφιακή τεχνολογία θα κυριαρχούσε. Στην πραγματικότητα ήταν ο τρόπος να εξοικειώσουμε τον κόσμο με τη διαχείριση συνδρομών, την πληρωμή μέσω κάρτας και, κυρίως, με έναν νέο τρόπο να διαλέγει τι θέλει να δει». 

ΕΙΔΙΚΑ ΓΟΥΣΤΑ. «Όταν ακόμα δούλευα στα βιντεοκλάμπ, μου προκαλούσε τεράστια έκπληξη γιατί ποτέ καμία ταινία του Γούντι Άλεν δεν έκανε απόσβεση από τις ενοικιάσεις, σε κανένα συνοικιακό κατάστημα της πόλης. Αυτό που έμαθα ήταν ότι υπήρχαν πολλοί θαυμαστές του Γούντι Άλεν, απλώς όχι στην “εμβέλεια” των συγκεκριμένων καταστημάτων. Αλλά αν είχα πέντε κόπιες της ταινίας του στο κεντρικό κατάστημα και όλοι πήγαιναν εκεί, τότε θα υπήρχε έντονη ζήτηση. Το παν ήταν να παντρέψεις τη ζήτηση με την εμπορική εμβέλεια του καταστήματος, και όσο πιο ειδικά ήταν τα γούστα στα οποία απευθυνόταν μια ταινία, τόσο πιο δύσκολο γινόταν αυτό το πάντρεμα. Στο Νetflix είχαμε ένα σύστημα απογραφής εμπορευμάτων και ένα κέντρο διανομής για όλη τη χώρα. Έτσι μπορούσαμε να ενσωματώσουμε όλα τα “ειδικά γούστα” σε ένα επιχειρηματικό μοντέλο που είχε νόημα».

Η ΑΡΧΗ. «Καθώς το Netflix άρχισε το streaming, η θεωρία μου ήταν ότι η απόκτηση του περιεχομένου θα ήταν παρόμοια με αυτή των τηλεοπτικών δικαιωμάτων – άλλωστε πρόκειται πάλι για κινούμενες εικόνες σε ένα κουτί, σωστά; Αλλά τα στούντιο δεν ήξεραν περί τίνος πρόκειται. Δεν ήταν pay-per-view, ήταν συνδρομητικό. Δεν μπορούσα να εξασφαλίσω πολλές ταινίες, γιατί ήταν “κλειδωμένες” με συμφωνίες pay-TV. Μείναμε λοιπόν με παλιές ταινίες και τηλεοπτικά προγράμματα που είχαν διακοπεί, άρα δεν δεσμεύονταν από δικαιώματα, και το πρώτο σίριαλ που εξασφαλίσαμε προβαλλόταν ακόμα σε επαναλήψεις στην τηλεόραση – ήταν το “Nip/Tuck” (Πλαστική ομορφιά)».

o-mr-netflix-me-dika-toy-logia0
 
ΤΟ ΦΑΟΥΛ. «H μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσαμε ως εταιρεία ήταν ο διαχωρισμός του σκέλους των DVD. Σκεφτόμασταν ότι θα ήταν η στιγμή που θα λέγαμε πως έχουμε δύο διαφορετικούς τύπους συνδρομών, έναν για streaming και έναν για DVD, κι αν θέλεις να έχεις και τα δύο, γράφεσαι και στα δύο, κι αν θες απλώς να κάνεις streaming, παίρνεις μια έκπτωση ενός δολαρίου. Πιστεύαμε ότι ο κόσμος θα διαλέξει ένα πακέτο και όλα καλά. Υπήρξε όμως η αίσθηση ότι αυτό ήταν άδικο, αντιμετωπίσαμε μαζική φυγή συνδρομητών και αναγνωρίσαμε ότι κάναμε λάθος. Δεν πρέπει να “πειράζεις” κάτι με το οποίο οι άνθρωποι νιώθουν άνετα ή τουλάχιστον πρέπει να το κάνεις σιγά σιγά. Γενικά θεωρώ ότι το Netflix ωφελήθηκε τα μέγιστα από την τάση μας να ενεργούμε γρήγορα, αλλά σε αυτή την περίπτωση ήταν η αχίλλειος πτέρνα μας. Το να κινείσαι γρήγορα είναι εξαιρετικό για τις μπίζνες, αλλά δεν είναι απαραίτητα θετικό για όλες τις άλλες μορφές αλληλεπίδρασης μεταξύ των ανθρώπων».
 
ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ. «Το 2006 επενδύσαμε 10 εκατομμύρια δολάρια σε μια εταιρεία παραγωγής ταινιών που λεγόταν Red Envelope Entertainment. Πιστεύω ότι ήταν μπροστά από την εποχή της. Προφανώς τα χρήματα δεν ήταν αρκετά για να κάνεις κάτι σε μεγάλη κλίμακα, αλλά έφταναν για να δοκιμάσουμε κάτι καινούργιο και να διαπιστώσουμε αν μπορούσαμε να δημιουργήσουμε πρωτότυπο περιεχόμενο. Καλλιτεχνικές ταινίες, μη αγγλόφωνες ταινίες, ντοκιμαντέρ, stand-up κωμωδία… Ήταν ένα φανταστικό μέρος να δουλεύεις και να πειραματίζεσαι. Πάντα πίστευα ότι μπορούσαμε να φέρουμε πιο κοντά στο mainstream την παρακολούθηση προγραμμάτων πιο ειδικών, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν έψαχνα έναν νέο τρόπο να βγάζουμε λεφτά από “μικρές” ταινίες, έψαχνα να βρω μια εθνική πλατφόρμα για τις μικρές ταινίες».
 
Ο ΤΕΛΕΙΟΣ «ΓΑΜΟΣ». «Την εποχή των DVD, το Netflix ήταν μόνο ταινίες. Kαι οι ταινίες που μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε δεν είχαν τόσο ενδιαφέρον, γιατί ήταν γερασμένες. Είχαν παιχτεί σε pay-TV δέκα μήνες αφότου είχαν κλείσει τον κύκλο τους στις αίθουσες και θα έμεναν δεκαοκτώ μήνες σε ένα “παραθυράκι” του pay-TV και μετά θα εξαφανίζονταν για πέντε χρόνια και θα επέστρεφαν για άλλους δεκαοκτώ μήνες. Βασικά, δεν μπορούσαμε να “αγγίξουμε” μια ταινία πριν περάσουν εννέα χρόνια από την πρεμιέρα της. Από την άλλη, κάτι που θα μπορούσε να είναι ενδιαφέρον και φρέσκο ήταν μια τηλεοπτική σειρά που δεν θα είχες πριν την ευκαιρία να παρακολουθήσεις. Το “Arrested Development” ήταν εξαιρετικό – και τα μοντέλα διανομής που ήταν διαθέσιμα γι’ αυτή τη σειρά δεν ευνοούσαν την παρακολούθησή του. Κάθε επεισόδιο είχε 30 επίπεδα κωμωδίας, 12 διαφορετικές παράλληλες αφηγήσεις, 17 διαφορετικούς χαρακτήρες, αστεία που μπορεί να άρχιζαν από το 1ο επεισόδιο και να κορυφώνονταν στο 7ο, και η τηλεόραση των μεγάλων δικτύων, όπως ξέρετε, είναι πιο τυχαία από αυτό – όταν το κοινό βλέπει ένα επεισόδιο, υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες, νομίζω κάπου 40%, να μην έχει δει εκείνο της προηγούμενης εβδομάδας. Τσιμπήσαμε το “Arrested Development” τη στιγμή που διακόπηκε από το δίκτυο, και ήταν ένας τέλειος “γάμος”… Μπορούσες να δεις όλα τα επεισόδια στη σειρά, και αυτό είχε νόημα. Ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που μεταπηδήσαμε στην τηλεόραση». 
 
Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. «Είχαμε μια συνάντηση με μια εταιρεία παραγωγής που λέγεται MRC και κυρίως έκανε φιλόδοξες ανεξάρτητες ταινίες. Προς το τέλος του μίτινγκ, μας λένε: “Παρεμπιπτόντως, θα βγάλουμε το πρώτο μας τηλεοπτικό σίριαλ, έχουμε αγοράσει τα δικαιώματα μιας βρετανικής σειράς που λέγεται “House of Cards” και ο Nτέιβιντ Φίντσερ θα σκηνοθετήσει τον πιλότο… Πρωταγωνιστές είναι ο Κέβιν Σπέισι [σ.σ.: όταν αυτό ήταν ακόμα κάτι καλό για μια σειρά] και η Ρόμπιν Ράιτ… Θα θέλατε να ρίξετε μια ματιά;”. Όλοι την ήθελαν αυτή τη σειρά. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να την πουλήσουν στο Netflix. Aυτό που είπα ήταν “ας το κάνουμε!”. Μίλησα με τον Φίντσερ. Του είπα ότι υπάρχουν χίλιοι λόγοι για τους οποίους δεν θα έπρεπε να δώσει τη σειρά στο Netflix, αλλά και ένας λόγος να πει το “ναι”. Θα του εξασφάλιζα δύο σεζόν χωρίς πιλότο και χωρίς υποσημειώσεις. Θα του έδινα απόλυτη δημιουργική ελευθερία. Το μόνο που ζητούσα ήταν να βάλει το όνομά του». 
 
BINGE WATCHING. « Ό,τι είχαμε τότε στο Netflix το είχαμε αγοράσει αφού είχε παιχτεί στην τηλεόραση. Έτσι μας έδιναν ολοκληρωμένες σεζόν και τις “ανεβάζαμε” ολόκληρες. Όσο η πρεμιέρα του “House of Cards” πλησίαζε, κάποιος μας ρώτησε αν θα είναι εβδομαδιαία σειρά ή μηνιαία ή κάτι άλλο. Δεν είχαμε ιδέα, γι’ αυτό και αποφασίσαμε “ας τα ανεβάσουμε όλα τα επεισόδια μαζί”».

Η ΕΙΔΟΠΟΙΟΣ ΔΙΑΦΟΡΑ. «Από την αρχή της, η τηλεόραση δεν ήταν κάτι που εξαρτιόταν από το κανάλι που σου σερβίρει ένα πρόγραμμα ή από την ώρα μετάδοσής του. Στο τέλος της ημέρας, είναι οπτικοποιημένη αφήγηση μιας ιστορίας. Και νομίζω ότι η τηλεόραση υπήρξε απίστευτα προοδευτική σε σχέση με τον κινηματογράφο, που παραμένει “κλεισμένος” σε έναν ορισμό που βασίζεται όχι στο δημιουργικό μοντέλο, αλλά στο μοντέλο διανομής». 

ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗ. «Η τηλεόραση ως μπίζνες έχει να κάνει με τις σχέσεις. Πρέπει να βρίσκεσαι στο “οικοσύστημά” της. Είναι ένα σύστημα που βασίζεται στην εμπιστοσύνη, γιατί δεν υπάρχει προτεινόμενη λιανική τιμή για ένα πρόγραμμα. Δεν ήθελα τα προγράμματά μας να καθορίζουν το brand μας ούτε ήθελα η φίρμα Netflix να καθορίζει τα προγράμματά μας. Πιστεύω ότι το brand μας έχει να κάνει με την εξατομίκευση. Έχει να κάνει με το να βρίσκεις το αγαπημένο σου πρόγραμμα όποιος κι αν είσαι, όπου κι αν είσαι, ό,τι ώρα και αν είναι και όποια κι αν είναι η διάθεσή σου εκείνη τη στιγμή. Αν βρεις ένα πρόγραμμα που θα λατρέψεις, τότε αυτό είναι το Netflix. Ένα σπουδαίο πρόγραμμα είναι σπουδαίο επειδή αρέσει σε εσένα».

o-mr-netflix-me-dika-toy-logia1
 
ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ. «Η τηλεόραση εξελίσσεται. Το δεύτερο τρίμηνο του 2020, η παραδοσιακή τηλεόραση επί πληρωμή έχασε ενάμισι εκατομμύριο συνδρομητές, τρεις φορές περισσότερους από ό,τι τον προηγούμενο χρόνο. Η μαζική έξοδος από το παλιό μοντέλο της pay-TV επιταχύνεται, και αυτό έχει να κάνει με τις νέες πλατφόρμες straming, την Disney Plus, την ΗΒΟ Μax, την Peacock της Universal Comcast. Δεν νομίζω ότι αυτές θα πλήξουν εμάς. Σίγουρα πρόκειται να πλήξουν τους παρόχους καλωδιακής τηλεόρασης. Ο καταναλωτής θα διαλέξει πόσες συνδρομές επιθυμεί να κρατήσει και το περιεχόμενο που προσφέρει η κάθε υπηρεσία θα είναι ο καθοριστικός παράγοντας επιλογής. Ζούμε σε μια εποχή όπου ο καταναλωτής έχει τον έλεγχο. Οι άνθρωποι θα μπαινοβγαίνουν σε πλατφόρμες ή υπηρεσίες ανάλογα με το τι επιθυμούν». 

ΝΟ NEWS. «Στο Netflix δεν δείχνουμε αθλητικά. Ο ενδοιασμός μου σχετικά με τα αθλητικά και τις ειδήσεις είναι κατά πόσον είναι ο καλύτερος τρόπος να ξοδέψεις 10 δισεκατομμύρια δολάρια, γιατί τόσα θα κόστιζε να μπεις σε αυτό το πεδίο με αξιώσεις. Αν δεν είναι, πρέπει να το σκεφτείς. Προς το παρόν θεωρώ ότι υπάρχει πολύς χώρος στον τομέα της κινηματογραφημένης ψυχαγωγίας, ταινιών και σειρών, και δεν αξίζει να πάρεις 10 δισεκατομμύρια από αυτόν τον χώρο για να κλείσεις συμφωνίες για αθλητικές μεταδόσεις». 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ. «Το να υποστηρίζεις το ταλέντο είναι το εισιτήριό σου στην τηλεοπτική βιομηχανία. Ειλικρινά πιστεύω ότι ανθίζουν [σ.σ.: οι ταλαντούχοι άνθρωποι] αν τους δώσεις τον χώρο να κάνουν αυτό για το οποίο τους προσέλαβες. Έχουμε την τάση να το κάνουμε με εκτελεστικά ταλέντα –όχι εμείς στο Netflix, o κόσμος γενικά–, να τους φέρνουμε στην ομάδα και να τους λέμε πώς πρέπει να δουλέψουν, αντί να τους φέρνουμε και να λέμε “σε παρακαλώ πολύ, κάνε αυτό το πράγμα που μας εντυπωσίασε για μας”. Το σκεπτικό με το οποίο παίρνουμε αποφάσεις αφορά την επιλογή των ταλέντων, όχι στο τι κάνουν και πώς το κάνουν. Θα παρουσιάσουν κάτι εξαιρετικό – γι’ αυτό μας τράβηξαν την προσοχή και γι’ αυτό τους πληρώνουμε τόσο πολλά χρήματα». 

ΣΙΝΕΜΑ. «Το “Roma” ήταν και είναι μια ταινία-φαινόμενο, με την υπογραφή ενός από τους καλύτερους δημιουργούς στην ιστορία του κινηματογράφου. Γυρίστηκε με τον ίδιο εξοπλισμό, μονταρίστηκε με τα ίδια μηχανήματα, αφηγήθηκε την ιστορία του με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που είχε φτιάξει και την προηγούμενη ταινία του. Αυτό σημαίνει ταινία. Η έννοια της ταινίας έχει να κάνει με το πώς τη δημιουργείς – έχει να κάνει με την ευρύτητα του πεδίου της και με τη φιλοδοξία της. Την ταινία δεν την “κάνει” ο τρόπος διανομής. Οι περισσότεροι από εμάς βλέπουμε τις περισσότερες ταινίες στο σπίτι μας». 

Η ΕΥΚΟΛΙΑ. «Το πόσο συχνά οι άνθρωποι πηγαίνουν στον κινηματογράφο αλλάζει από γενιά σε γενιά. Ειδικά οι νεότεροι μπορεί να βρίσκουν την εμπειρία εντελώς ασύμβατη με τη ζωή τους σήμερα. “Πρέπει να βρίσκομαι στην τάδε αίθουσα, στο συγκεκριμένο κάθισμα, στις 8 μ.μ. το Σάββατο, για να δω μια ταινία;” Οι άνθρωποι λατρεύουν τις ταινίες, και αυτό που θέλουμε να κάνουμε είναι να αφαιρέσουμε οτιδήποτε δυσκολεύει τη σχέση του κοινού με τις ταινίες. Αν στ’ αλήθεια είσαι κινηματογραφόφιλος, πρέπει να χαίρεσαι για το γεγονός ότι, μέσα σε όλες τους τις ασχολίες και τις επιλογές, 100 εκατομμύρια άνθρωποι παρακολούθησαν το “Birdbox” [σ.σ.: το θρίλερ με τη Σάντρα Μπούλοκ] στο Netflix».

Η ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ. «Είναι κοινότοπο να περιγράφουμε ως ψυχαγωγία αυτό που συμβαίνει σήμερα στην τηλεόραση, γιατί είναι πολύ πιο σημαντικό. Ό,τι σε κάνει να κλαις, να γελάς, να σκέφτεσαι, ό,τι σε εμπνέει να διαβάσεις κάτι, να μάθεις κάτι, προσδιορίζει το ποιος είσαι. Πιστεύω ότι η αλληλεπίδραση με την τηλεόραση σε βοηθά να καταλάβεις τον εαυτό σου. Και δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι πιο σημαντικό από αυτό».  

o-mr-netflix-me-dika-toy-logia2

Η εξέλιξη του Netflix

1997
Iδρύεται από τους Ριντ Χέιστινγκς και Μαρκ Ράντολφ. Ο πρώτος ισχυρίζεται ότι η ιδέα τού ήρθε όταν πλήρωσε ακριβά ένα καθυστερημένο DVD στο βιντεοκλάμπ του, ο δεύτερος ότι οι δυο τους έψαχναν μια ιδέα για να δημιουργήσουν το δικό τους Amazon.com σε «κάτι», και αυτό το «κάτι» ήταν τα DVD. 

1998 
Aνοίγει το Netflix.com, μια εταιρεία ενοικίασης και πώλησης DVD μέσω ίντερνετ, με ταχυδρομική αποστολή. Τον επόμενο χρόνο λανσάρει σύστημα μηνιαίων συνδρομών, που επιτρέπει στους πελάτες να νοικιάσουν όσες ταινίες θέλουν έναντι ενός συγκεκριμένου ποσού. 

2000
Eνσωματώνονται αλγόριθμοι που προτείνουν ταινίες και χρησιμοποιούν τις αξιολογήσεις ταινιών από τα μέλη για να προβλέψουν τη ζήτηση. Μπαίνει στην ομάδα ο Tεντ Σαράντος και αναλαμβάνει γρήγορα τη θέση του επικεφαλής προγράμματος.

2002 
Η εταιρεία μπαίνει στο χρηματιστήριο. Την εποχή εκείνη ταχυδρομεί περί τα 190.000 DVD την ημέρα.

2005
Ξεπερνά το φράγμα των 4 εκατομμυρίων συνδρομητών.

2007
H χρονιά-σταθμός: ξεκινά η λειτουργία streaming, που φέρνει όλο το περιεχόμενο στην οθόνη των συνδρομητών μέσω διαδικτύου. 

2009 
Η Netflix συμφωνεί με κατασκευστές «έξυπνων» τηλεοράσεων να την εντάξουν στο μενού των συσκευών τους.

2012
«Ξεκλειδώνει» την ευρωπαϊκή αγορά.

2013 
Δεύτερη χρονιά-σταθμός: αρχίζει την παραγωγή πρωτότυπων σειρών, όπως το «House of Cards» και το «Orange is the New Black».

2016 
To Νetflix έχει παρουσία σε όλο τον κόσμο (πλην Κίνας, Συρίας και Βόρειας Κορέας). 

2020 
O προϋπολογισμός για παραγωγή πρωτότυπων ταινιών και σειρών ξεπερνά τα 17 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι συνδρομητές αυξάνονται κατά 37 εκατομμύρια, ξεπερνώντας τα 200 εκατομμύρια. Tα έσοδα ανέρχονται σε 25 δισ. και τα λειτουργικά κέρδη σε 4,6 δισ. Η τιμή της μετοχής βρίσκεται, την ώρα που γράφεται αυτό το κείμενο, στα 586 δολάρια, περίπου 250 φορές πάνω από το ιστορικό χαμηλό της, πριν από δεκαοκτώ χρόνια… Και ο Tεντ Σαράντος αναλαμβάνει καθήκοντα συνδιευθύνοντος συμβούλου.