ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Μονόπρακτο για την Όλγα

Μανικιουρίστ, λίγο πάνω από 40 ετών, χωρισμένη με δύο παιδιά, σε αναστολή εργασίας.

monoprakto-gia-tin-olga

Τόπος: Αλυσίδα μανικιούρ-πεντικιούρ στο Κολωνάκι, με μουσική υπόκρουση Easy Fm (έντονα χρώματα πράσινο και ροζ, μπουκαλάκια στα ράφια, οι θέσεις στο μανικιούρ σχεδόν κενές, λόγω περιοριστικών μέτρων). 

Χαρακτήρες: Όλγα Κοτέ, μανικιουρίστ, λίγο πάνω από 40 ετών, χωρισμένη, με δύο παιδιά. Έχει τσουπωτή κορμοστασιά και ανοιχτά, αχνά χρώματα στο πρόσωπο, που έρχονται σε αντίθεση με το χτυπητό σκηνικό. Φοράει πλουμιστή υφασμάτινη μάσκα και μαύρη στολή. Μια συνάδελφος-κομπάρσος. Εγώ, η αφηγήτρια.

Η Όλγα έχει πάρει αγκαλιά μια μαύρη σακούλα με καθαρές πετσέτες που μόλις έφτασαν στο μαγαζί και χορεύει παλιομοδίτικο μπλουζ. «Τι θυμήθηκε ο σταθμός σήμερα, της εποχής μας είναι αυτά», μου γνέφει πονηρά καθώς ακούγεται το «Lady in red» του Chris de Burgh. «Ερωτευμένη είσαι;» την πειράζει η άλλη συνάδελφός της. «Πάντα», ξεκαρδίζεται. Με τη ζωή. Γεμίζει τη λεκάνη και μου λέει να βουτήξω τα πόδια μέσα. Όσο περιμένουμε να μαλακώσουν, λέει ότι τσίμπησε κάνα κιλάκι στο δεύτερο λοκντάουν. Νομίζω υπερβάλλει, αλλά επιμένει. 

– Φρύδια θα κάνεις; με ρωτάει. 
– Να κάνω, τι λες;
– Λίγο θα σ’ τα βγάλω, δεν θα τα λεπτύνω. Ξέρω πώς τα θες. 
 Βάζει τα γυαλιά της πρεσβυωπίας. 
– Α, πήρες τελικά γυαλιά, ε; Θυμάμαι τη μέρα που διαπίστωσες ότι δεν βλέπεις καλά. Ήμουν πάλι εδώ. 
Γελάει. 

monoprakto-gia-tin-olga0

Τόπος: Διαμέρισμα στο Περιστέρι. Πρώτος όροφος χαμηλής πολυκατοικίας. Το σαλόνι είναι πεντακάθαρο και συγυρισμένο, τρία ζευγάρια παπούτσια τοποθετημένα στο κατώφλι (και τα δικά μου). Ένας δίσκος με δύο φλιτζάνια για τσάι και μία φόρμα κέικ. Στον τοίχο ένα τεράστιο ρολόι. 
Χαρακτήρες: Όλγα Κοτέ, μανικιουρίστ σε αναστολή εργασίας. Τα δύο παιδιά της, ένα αγόρι με φράντζα λοξή κι ένα κορίτσι με μεγάλα μάτια και σκουλαρίκια κρίκους –ηλικίας Δημοτικού και τα δύο–, παίζουν ηλεκτρονικά (είναι Σάββατο πρωί). Εγώ, η αφηγήτρια.

– Έμαθα ελληνικά αντιγράφοντας τους «Αθλίους» του Ουγκώ, μου εξηγεί η Όλγα. 
– Ποιος χαρακτήρας σού άρεσε; 
– Ε, η Τιτίκα, πολύ κλάμα γενικά. 
Συμφωνώ. 
– Ειδικά το σημείο όπου η μαμά της πούλησε τα δόντια της για να την πάρει από τους…
– Ναι, τους Θερναδιέρους, συμπληρώνω. Ήρθες δηλαδή το 1997 και δεν ήξερες λέξη ελληνικά;
– Ελάχιστα, δυο τρεις λέξεις. 
– Έφυγες από την Αλβανία με την κρίση των πυραμίδων;
– Ναι, γινόταν χαμός. Ήμουν 19 ετών και υπήρχαν φήμες ότι κινδύνευαν οι νέες γυναίκες. Είχα και μια αδερφή παράλυτη. Πιστεύω ότι υποσυνείδητα η οικογένειά μου σκέφτηκε πως ίσως αυτό θα μου δημιουργούσε πρόβλημα αν ήθελα να παντρευτώ. Ήταν σαν στίγμα. 
– Ήρθε πρώτα η μεγαλύτερη αδερφή μου και μετά εγώ. Ο γαμπρός μου ήταν εκείνος που μου έδωσε τους «Αθλίους». 
– Τον Ενβέρ Χότζα τον πρόλαβες;
– Εννοείται! Πήγαινα πρώτη Δημοτικού το 1985. Μπήκε στην τάξη ο διευθυντής, μας το ανακοίνωσε κι αρχίσαμε να κλαίμε όλοι μαζί. 
– Και πού σπούδασες; Στην Αλβανία ή στην Ελλάδα;
– Εδώ, στη σχολή Αμάραντου. Επέλεξα το μανικιούρ, γιατί ήταν μόνο τρεις μήνες. Η κομμωτική ήταν τρία χρόνια. Δεν μπορούσα να περιμένω τόσο μέχρι να βρω δουλειά.
– Και πήγες κατευθείαν σε κομμωτήριο;
– Στην αρχή δεν ξέρω πώς μου ήρθε, γέμισα ένα βαλιτσάκι και πήγαινα από πόρτα σε πόρτα. Χτυπούσα το κουδούνι κι έλεγα «μήπως θέλετε μανικιούρ-πεντικιούρ;». Φυσικά δεν μου άνοιξε κανείς.
– Αντιμετώπισες ρατσισμό;
– Μπα, όχι, είναι και το επίθετο που δεν ακούγεται πολύ αλβανικό.
– Αλήθεια, σαν γαλλικό ηχεί.
Το ξανασκέφτεται. 
– Τώρα που το λες, ναι, αντιμετώπισα ρατσισμό. Τα ξεχνάω τα δυσάρεστα. Δεν θέλω να τα θυμάμαι. Δούλευα σε ένα κομμωτήριο στο Μαρούσι, στην κυρία Ντέπυ. Μου φερόταν φρικτά. Έμεινα πολλά χρόνια, αν και έκανα δύο ώρες να πάω από το σπίτι μου κι άλλες δύο να γυρίσω. Την τελευταία μέρα πριν φύγω, την κάθισα κάτω και της θύμισα πώς μου συμπεριφέρθηκε. Και μετά έφυγα. 

monoprakto-gia-tin-olga2

Επόμενος σταθμός: Κολωνάκι
 
«Όταν έφτασα πρώτη φορά στην πλατεία Κολωνακίου, σκέφτηκα: Εδώ μου αρέσει. Εδώ θέλω να μείνω. Πράγματι δούλεψα επτά χρόνια σε ένα κομμωτήριο και για ένα διάστημα έπιασα σπίτι στη Λουκιανού», αναπολεί. Όταν γνώρισε και παντρεύτηκε τον άντρα της, μετακόμισε στο Κερατσίνι. 
– Ελληνική ιθαγένεια έχεις;
– Όχι! Το πιστεύεις; Ήμουν παντρεμένη με  Έλληνα, τα παιδιά μου έχουν ελληνική υπηκοότητα, ζω 22 χρόνια εδώ, κάνω φορολογική δήλωση, τίποτα ακόμη. 
Προσπάθησε μέσω δικηγόρου, δεν τα κατάφερε. Είναι όμως αποφασισμένη να το πολεμήσει μόνη της πια, άλλωστε τα απαραίτητα χαρτιά τα έχει. Της δυσκολεύει τη ζωή αυτή η κατάσταση. 
– Σκέψου να θέλω να πάω ταξίδι στο εξωτερικό με τα παιδιά. Θα έχω πρόβλημα. 
– Πόσες ώρες δουλεύεις συνολικά;
– Μπορεί να φτάσω και έντεκα. Παλιά έκανα δεκαεπτά πελάτισσες και πελάτες στη σειρά. Τώρα προσπαθώ να δουλεύω λιγότερο, για να είμαι κοντά στα παιδιά.
– Πάντως να έχεις και λίγο προσωπική ζωή, τη συμβουλεύω.
– Δεν με νοιάζει να βγω, να δω φίλες και τέτοια. Θέλω να είμαι κοντά στα παιδιά, να μη νιώθουν απουσία, να μην έχουν πληγές όταν μεγαλώσουν. Μετά βλέπουμε, μπορεί να στραβωθεί κανείς και…
– Τώρα που είσαι σε αναστολή, βαριέσαι;
– Ξεκουράστηκα λίγο στην πρώτη καραντίνα, το παραδέχομαι. Πρώτη φορά. Αλλά μου αρέσει η δουλειά, μου λείπει. 
– Βγαίνεις;
– Γενικά είμαι του σπιτιού, μου αρέσει να είναι καθαρό, περιποιημένο. Ούτε φέισμπουκ, ούτε ίνσταγκραμ. Δεν είμαι από τους γονείς που είναι όλη μέρα στο κινητό. 
Ξεροκαταπίνω. 
– Και προχθές που με πήρες τηλέφωνο, κουρτίνες κρεμούσα, γι’ αυτό άργησα να σου απαντήσω. Πιο πολύ με νοιάζει να πάω με τα παιδιά κάπου. Πριν από τον κορωνοϊό, κάθε Σαββατοκύριακο πηγαίναμε σινεμά, θέατρο, τα Χριστούγεννα στο Μέγαρο. 
Ο μικρός μπαίνει στο δωμάτιο. Θέλει να παίξει παιχνίδι στην τηλεόραση. Ακούει λίγο τι λέμε, αν και φοράει ακουστικά. Η αδερφή του είναι μόνη της στο άλλο δωμάτιο. Παίζει κι εκείνη. 
– Τι ονειρεύεσαι για τα παιδιά; ρωτάω.
– Κοίτα, δεν θέλω να γίνουν αστέρια. Να σπουδάσουν, να είναι ευτυχισμένα, φυσιολογικά, ευγενικά και να μη φοβούνται. 
– Είναι αυστηρή η μαμά; ρωτάω τον μικρό που έχει στήσει αυτί. 
Δεν προλαβαίνει να απαντήσει και η Όλγα λέει: 
– Παίζω όλους τους ρόλους. Και της γλυκιάς γιαγιάς που τους κάνει όλα τα χατίρια, και της νταντάς που τους βάζει σε τάξη, και της τρελής μαμάς που φωνάζει. 
Ο μικρός συμφωνεί: «Ναι, της τρελής!».
Σηκώνομαι να τους χαιρετήσω. Η Όλγα φωνάζει την κόρη της: «Έλα να χαιρετήσεις την κυρία Ξένια». 
Η μικρή είναι συγκινητικά ντροπαλή. Βγαίνει από το δωμάτιο και λέει: «Γεια σας». 
Κοιτάει το πάτωμα. 
 «Στη φωτογράφιση μην ξεχάσεις να χαμογελάς, να φανούν τα λακκάκια σου στα μάγουλα», θυμίζω στην Όλγα πριν κλείσω πίσω μου την πόρτα. 
Χαμογελάει και φαίνονται τα λακκάκια της στα μάγουλα. 
ΑΥΛΑΙΑ