ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Πώς σας φαίνεται η καραντίνα στην Αθήνα;

Πέντε μέτοικοι από ισάριθμες χώρες μοιράζονται με το «Κ» την εμπειρία του lockdown κοντά μας.

pos-sas-fainetai-i-karantina-stin-athina

Ο Γιαν, η Ζουλί, ο Αμπάς, ο Τσιχάν, η Ρακέλ ζουν τη συνθήκη της πανδημίας στην κλειστή Αθήνα, αποκλεισμένοι από τις χώρες τους, από αγαπημένους τους ανθρώπους. Κάποιοι έχασαν τη δουλειά τους ή αναγκάστηκαν να αλλάξουν επαγγελματικό πεδίο, για να μπορούν να πληρώνουν τους λογαριασμούς τους. Κάποιοι δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν αυτή την πόλη στην κανονικότητά της. Όλοι τους βίωσαν εδώ τις πολυεπίπεδες επιπτώσεις αυτής της παγκόσμιας δυστοπίας. Πάντως, δεν έφυγαν. 

Η συζήτηση μαζί τους φιλτράρει την ελληνική πραγματικότητα, με την αντικειμενικότητα ενός ευρύτερου πλέγματος. Το βλέμμα τους, αντανακλαστικά, κρατάει ακόμα την καθαρότητα της ματιάς του εξωτερικού παρατηρητή. Έχει, όμως, ταυτόχρονα και την αξιοπιστία της εμπειρίας. Και τελικά αποδεικνύει ότι σε αυτό που περνάμε είμαστε όλοι κοντά. 

Τσιχάν Τουτλούογλου: «Χάρηκα την Αθήνα χωρίς τουρίστες»

pos-sas-fainetai-i-karantina-stin-athina0

Συνάντησα τον Τσιχάν στη γειτονιά του, κοντά στην Ακρόπολη. Η θέα από την ταράτσα του μοιάζει με καρτ ποστάλ της Αθήνας. Δημοσιογράφος στο οικονομικό πεδίο, ο Τσιχάν πριν από την πανδημία μοίραζε τον μισό του χρόνο μεταξύ Κωνσταντινούπολης, Λονδίνου και Αθήνας. Και τους άλλους έξι μήνες ταξίδευε στον κόσμο. Το ξέσπασμα της πανδημίας τον βρήκε στην Ινδία. 

«Μετά, βρέθηκα αποκλεισμένος σε δύο σπίτια», μου λέει. «Μέχρι να αρθούν οι απαγορεύσεις των πτήσεων, στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τη μητέρα μου, και έπειτα με τον σύντροφό μου εδώ, στην Αθήνα». 

Πόσο μπορεί να κατέβαλε έναν πολίτη του κόσμου, όπως ο Τσιχάν, το παγκόσμιο lockdown; «Προσαρμόστηκα», απαντά ο ίδιος. «Με τη μητέρα και τον σύντροφό μου εκτιμήσαμε περισσότερο τη συνύπαρξή μας. Άλλωστε, με όλους αυτούς τους περιορισμούς αλλά και το υγειονομικό ρίσκο, τα ταξίδια δεν είναι τόσο διασκεδαστικά. Χάρηκα κιόλας την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη χωρίς τα πλήθη των τουριστών». 

Στην Αθήνα ο Τσιχάν βελτίωσε τα ελληνικά του, έκανε νέους φίλους και απόλαυσε περισσότερο από ποτέ κάποιες διαφυγές της ζωής εδώ. «Όπως τις παραλίες», λέει γελώντας. «Πριν, δεν τρελαινόμουν, ήμουν ο περίεργος της παρέας». 

Παραμένει πάντως επώδυνο το ότι δεν μπορεί να συναντήσει φίλους και συγγενείς του. «Αυτό με βαραίνει. Γιατί χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο. Και σκέψου ότι είμαι από τους τυχερούς, αφού εργαζόμουν ήδη από το σπίτι, είχα επαρκείς οικονομικούς πόρους, σύντροφο, φίλους. Και είμαι υγιής».
 
Πώς βλέπει την Ελλάδα σήμερα; Τι διαισθάνεται για το αύριο; «Νομίζω ότι η Ελλάδα, παρά τα όποια αρνητικά, τα τελευταία χρόνια αλλάζει προς το καλύτερο, γίνεται περισσότερο κοσμοπολίτικη και ικανή. Αυτό αποδείχθηκε και στη διαχείριση της πανδημίας. Ανησυχώ, όμως, όχι ειδικά για την Ελλάδα, αλλά για την παγκόσμια κοινότητα εν γένει. Οι περιστάσεις επέφεραν περιστολή ελευθεριών χωρίς δημόσια διαβούλευση και ενέτειναν κοινωνικούς διαχωρισμούς, ενώ η πανδημία θα έχει μακροπρόθεσμο αρνητικό αποτύπωμα στην οικονομία. Στον τρόπο ζωής μας, τελικά».


Ζουλί Μουκέ: «Χρειάστηκε να ανακαλύψω κομμάτια του εαυτού μου» 

pos-sas-fainetai-i-karantina-stin-athina2

«Ήρθα στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 2019 για να εργαστώ σε ένα πρότζεκτ», λέει η Ζουλί Μουκέ, Γαλλίδα από τη Νορμανδία. «Γνωρίζω λοιπόν αυτή την πόλη σε lockdown πολύ καλύτερα από ό,τι στην κανονική της ζωή». 

Το συμβόλαιο της Ζουλί λήγει τον επόμενο Νοέμβριο. Σε αυτά τα δύο χρόνια διαμονής της στην Αθήνα θα σχηματίσει μια πρωτογενή εικόνα και αντίληψη της Ελλάδας, για την οποία ελάχιστα ήξερε πριν. «Περπάτησα την Αθήνα, τις γειτονιές, τα πάρκα και τους λόφους της, ένιωσα την εντυπωσιακή ιστορία της αλλά και τον ρυθμό της νυχτερινής ζωής». 

«Νομίζω, όμως», λέει η Ζουλί, «ότι η πανδημία δεν μου επέτρεψε να δω το πραγματικό πρόσωπο της Ελλάδας. Ούτε έχω μπορέσει ακόμα να επισκεφτώ την Ακρόπολη», συμπληρώνει ελαφρά μειδιώντας. «Και είμαι κάπως αμήχανη γι’ αυτό». 

Η Ζουλί είναι 25 ετών, μέλος μιας κοσμοπολίτικης γενιάς που είχε συνηθίσει να ταξιδεύει πολύ και να βλέπει τον κόσμο σαν μια αδιάσπαστη οντότητα. Το μέλλον σε αδιατάραχτη, γραμμική πρόοδο. «Μετά την πανδημία νιώθω λιγότερο αφελής», λέει η ίδια. «Κατάλαβα πόσο τυχερή υπήρξα και ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο». 

Οι πρώτοι μήνες της πανδημίας δεν επέδρασαν φοβερά στην ψυχολογία της. «Αυτό συνέβη μετά το τέλος του πρώτου lockdown και στη διάρκεια του καλοκαιριού», μου λέει. Δεν ήταν η ανασφάλεια ούτε ο φόβος μήπως κολλήσει τον ιό. «Η Ελλάδα ήταν πάντα ασφαλέστερη από τη Γαλλία, τα κρούσματα και οι θάνατοι εκεί είναι στα ύψη», εξηγεί. Όμως, μακριά από την οικογένειά της στη Γαλλία αλλά και τον σύντροφό της –που ζει στην Τουρκία και ακόμα δεν μπορεί να την επισκεφτεί– ένιωθε μόνη σε μια ξένη χώρα. «Πλέον αισθάνομαι πολύ καλύτερα, χρειάστηκε όμως να ανακαλύψω εκ νέου κομμάτια του εαυτού μου. Ή απλώς συνήθισα αυτή τη δυστοπία», λέει. «Όπως οι περισσότεροι».


Ασάντ Αμπάς: «Με την πανδημία θα καταλάβουμε πόσο μοιάζουμε»

pos-sas-fainetai-i-karantina-stin-athina4
 
O Ασάντ Αμπάς, 37 ετών, γιατρός από το Ισλαμαμπάντ, ζει στην Ελλάδα ως πρόσφυγας σε καθεστώς ασύλου. Ισλαμιστές τρομοκράτες του Ντάες, όπως αποκαλούν την Αλ Κάιντα στις μουσουλμανικές χώρες, εκτέλεσαν τον πρώτο ξάδερφο και τον αδερφό του. Ο ίδιος σώθηκε χάρη σε λίγα δευτερόλεπτα αργοπορίας στη συνάντησή τους. Λίγες μέρες μετά, πέρασε τα σύνορα με το Ιράν. 

«Έφτασα στην Ελλάδα το 2014 σε κακή ψυχολογική κατάσταση, με κατάθλιψη και κρίσεις πανικού. Με τη βοήθεια ειδικών και την υποστήριξη ΜΚΟ σταδιακά ανέκαμψα. Εδώ με προστάτεψαν και είμαι ευγνώμων γι’ αυτό», μου λέει. Το 2017 ο Αμπάς άρχισε να εργάζεται ως διερμηνέας προσφύγων και μεταναστών σε νοσοκομεία. Έχασε τη δουλειά του με το ξέσπασμα της πανδημίας. «Δεν είχα χρήματα για το νοίκι. Έτρωγα μία φορά τη μέρα. Οι κρίσεις πανικού επανήλθαν. Και πάλι με βοήθησαν κάποιοι άνθρωποι, Έλληνες και Πακιστανοί, συγγενείς μου που ζουν στη Βόρεια Ευρώπη».

Ο Αμπάς καταφέρνει σήμερα να νοικιάζει μια μικρή γκαρσονιέρα κοντά στο Σύνταγμα, δέκα τετραγωνικά όλη κι όλη, χωρίς καν παράθυρο. Ένα μικρό κουτί στο κέντρο της κλειστής πόλης, της χώρας ολόκληρης. 

«Ζω εδώ μέσα σχεδόν 24 ώρες τη μέρα. Βγαίνω ελάχιστα, κυρίως για να παρέχω συμβουλές σχετικά με την πανδημία σε ανθρώπους από όλες τις μεταναστευτικές κοινότητες που μιλάω τη γλώσσα τους. Ενημερώνω και παρέχω απλές συμβουλές: να τηρούν τα μέτρα προφύλαξης από τον ιό, πώς πρέπει να αντιδράσουν αν έχουν συμπτώματα, πού να απευθυνθούν για τεστ και ιατρική φροντίδα».

Τον ρωτάω τι θα κάνει όταν όλο αυτό περάσει. «Θέλω να βρω ένα μόνιμο σπίτι, δουλειά και να ολοκληρώσω την ειδικότητα. Στην Ιρλανδία υπάρχουν πανεπιστήμια που έχουν διασύνδεση με τις Ιατρικές Σχολές του Πακιστάν. Θα το προσπαθήσω», μου απαντά. «Με την πανδημία όλα έγιναν πιο δύσκολα. Θα τελειώσει όμως και ίσως θα μας έχει βοηθήσει όλους να καταλάβουμε πόσο μοιάζουμε τελικά». Με χαιρετά χαμογελώντας.


Γιαν ντε Μπρεκ: «Ο ήλιος μάς έσωσε τη ζωή»

pos-sas-fainetai-i-karantina-stin-athina6 

Ο Γιαν ντε Μπρεκ ήρθε από την Ολλανδία στην Αθήνα το 2011. «Έχω ζήσει την Ελλάδα σε δύσκολα αλλά ενδιαφέροντα χρόνια», μου λέει. Συναντιόμαστε στο σπίτι του στα Εξάρχεια, ένα μουσειακό, μεσοπολεμικό Bauhaus. Από το σαλόνι φαίνεται η πόλη και άφθονος ουρανός. «Κάθε πρωί πίνω εδώ τον καφέ μου, βλέποντας τον ήλιο να ανατέλλει. Πολλοί  Έλληνες έχουν μόνιμα κατεβασμένα τα στόρια, εγώ δεν έχω καν κουρτίνες. Ειδικά σε αυτή τη δυστοπία, στην Ελλάδα ο ήλιος μάς έσωσε τη ζωή». 

Οι Έλληνες είναι πιο ευπροσάρμοστοι από άλλους λαούς, «γιατί έχουν μεγαλύτερη ενσυναίσθηση», λέει ο ίδιος. «Στην Ολλανδία η κοινωνία έχει πάρει μια εντελώς ατομικιστική τροπή. Ήδη από την περασμένη άνοιξη υπήρχε μεγάλη γκρίνια. Εδώ οι άνθρωποι πειθάρχησαν, όχι ρομποτικά, αλλά γιατί ένιωσαν ότι απέναντι στην πανδημία πρέπει να είμαστε όλοι μαζί, ότι κάποιοι κανόνες πρέπει να τηρηθούν για την προστασία των πιο αδύναμων». 

«Όμως η καθημερινότητα είναι ολοένα και περισσότερο αφόρητη, ειδικά για τους νέους. Είμαι εξήντα χρονών, έχω ζήσει καλά και μπορώ να αντέξω. Η υπομονή των νεότερων είναι αξιοθαύμαστη. Δεν είμαι συνωμοσιολόγος ούτε αρνητής του ιού και πίστευα από την αρχή ότι μόνο με τον εμβολιασμό θα εξαλειφθεί. Οι πολιτικοί, όμως, δείχνουν να μην καταλαβαίνουν τι συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες των ανθρώπων. Φοβάμαι ότι και οι  Έλληνες, αν “τεντωθούν” υπερβολικά, θα ξεσπάσουν».

Πριν από την πανδημία είχε μια δουλειά που είναι εύκολο να αγαπήσεις: συνόδευε σε ποδηλατικές διαδρομές τουρίστες στο κέντρο της Αθήνας. Τους τελευταίους μήνες απασχολείται στην τηλεφωνική εξυπηρέτηση πολυεθνικής εταιρείας. «Και είμαι από τους τυχερούς», μου λέει. «Οικονομικά είναι μια χαρά. Όμως μου λείπουν οι βόλτες στην Αθήνα και αυτό το μοίρασμα όσων ξέρω για την πόλη. Δεν εννοώ μόνο τα ιστορικά, εμβληματικά σημεία, αλλά και τη σύγχρονη καθημερινότητα, τις γειτονιές, τα μικρομάγαζα, τις γεύσεις και τις μυρωδιές, την τέχνη του δρόμου». 

Θεωρεί ότι στις αρχές του καλοκαιριού οι επισκέπτες της Αθήνας θα επανέλθουν. «Ανυπομονώ», λέει.


Ρακέλ Βερντάσκο Μαρτίνεθ: «Χρειαζόμαστε την ελευθερία της κίνησης»

pos-sas-fainetai-i-karantina-stin-athina8

Η Μαδριλένα Ρακέλ Βερντάσκο Μαρτίνεθ ήρθε στην Αθήνα τον περασμένο Σεπτέμβριο. «Τότε κανείς δεν φορούσε μάσκα. Αλλά πολύ σύντομα επιβλήθηκε αυστηρό lockdown και αυτό ήταν μια μεγάλη ψυχολογική αλλαγή», λέει η ίδια. 

Η Raquel εργάζεται στην οργάνωση Jesuit Refugee Service της Καθολικής Εκκλησίας, υποστηρίζοντας μετανάστες, αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες. «Πριν από το lockdown, στην πλατεία Βικτωρίας έπαιζα κάθε μέρα με τα παιδιά, μιλούσα απευθείας με τους ανθρώπους και τις οικογένειες που χρειάζονταν βοήθεια». 

«Τους τελευταίους μήνες εργαζόμαστε από απόσταση, μέσω ίντερνετ», μου λέει. «Είναι πολύ δύσκολο να μην μπορείς να χαμογελάσεις σε ένα παιδί, να μην μπορείς να αγκαλιάσεις τους ανθρώπους που σε χρειάζονται. Πλέον, ο ιός είναι το πρωταρχικό ζήτημα για όλους μας», λέει. «Και μοιάζει σαν να έχουμε ξεχάσει όλα τα υπόλοιπα κομμάτια της ζωής». Ο φόβος για τους αγαπημένους της είναι αυτό που την έχει επηρεάσει περισσότερο. «Μου λείπουν πολύ οι γιαγιάδες μου. Με πληγώνει πολύ να τις νιώθω φοβισμένες και μόνες». 

«Πώς θα είναι η ζωή στον κόσμο μετά την πανδημία;» αναρωτιέται. «Ο φόβος δημιουργεί ανασφάλεια, και δεν είχα συνηθίσει να ζω έτσι. Όλοι θέλουμε να βλέπουμε τα πρόσωπα των φίλων μας όταν γελάνε», λέει η ίδια. «Χρειαζόμαστε την ελευθερία της κίνησης στη φύση αλλά και στο αστικό περιβάλλον. Νομίζω ότι αυτές οι τεράστιες ουρές έξω από τα καταστήματα δημιουργήθηκαν όχι από καταναλωτική μανία, αλλά από την ανάγκη των ανθρώπων να βγουν στον δρόμο». 

Εν μέσω καραντίνας, η Ρακέλ προσπαθεί να ευχαριστιέται τις απλές στιγμές της σε αυτή την ιδιότυπη απομόνωση. «Χορεύω στο δωμάτιό μου και με κάθε κίνησή μου αισθάνομαι και λίγο πιο ελεύθερη». 

Τη ρωτάω αν σκέφτηκε να επιστρέψει στην πατρίδα της. «Όχι, θα μείνω εδώ, αγαπώ την Αθήνα και τη δουλειά μου. Δεν θα προδώσω το λειτούργημα που ασκώ εξαιτίας της πανδημίας. Ούτε θα ένιωθα ασφαλέστερη στην Ισπανία», μου λέει. «Ο ιός δεν ξεχωρίζει χώρες και εθνικότητες».