ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

O Eρμής της μουσικής

Με τον Good Job Nicky ανυπομονούμε για το πρώτο μας live.

Φτάνω στο ραντεβού μας στη Βούλα, τον συναντάω, παίρνουμε καφέ σε πλαστικό και κατεβαίνουμε τα σκαλιά ενός εγκαταλελειμμένου εμπορικού κέντρου, στο ισόγειο του οποίου βρίσκεται το στούντιό του. Μπαίνοντας, στα δεξιά βλέπω ένα πανέμορφο γαλάζιο πιάνο. Είναι το πιάνο των επιτυχιών, αφού σε αυτό έχει συνθέσει όλα τα κομμάτια του Good Job Nicky (κατά κόσμον Νικόλα Βαρθακούρη), του μουσικού φαινομένου των τελευταίων μηνών, με τα εκατομμύρια views, που έχει φέρει φρέσκο αέρα στη μουσική σκηνή της χώρας. Με βάζει να καθίσω στο πιάνο, παίρνει τα χέρια μου και τα τοποθετεί πάνω στα πλήκτρα. «Τα πλήκτρα φέρουν πάντα ένα συναίσθημα», μου λέει. «Αν αφήσεις τα δάχτυλά σου ως έχουν και μεταφέρεις μόνο ένα στο διπλανό πλήκτρο, τότε μετατρέπεις τη χαρά σε λύπη. Τα συναισθήματα στη μουσική αλλάζουν τόσο εύκολα, όσο στη ζωή. Δεν είναι υπέροχο αυτό;» Κάθεται σε μια επίσης γαλάζια πολυθρόνα απέναντί μου και κάπως έτσι ο νεαρός συνθέτης Ermis (Ερμής Γεραγίδης) αρχίζει να αφηγείται τη ζωή του:

Γεννήθηκα στην Κουάλα Λουμπούρ της Μαλαισίας το 1995. Οι γονείς μου είχαν μετακομίσει εκεί για τη δουλειά του πατέρα μου, ο οποίος εργαζόταν σε ένα μεγάλο εργοστάσιο ζυθοποιίας. Μικρός σιχαινόμουν την μπίρα και για να το ξορκίσω έβλεπα συνέχεια όνειρα ότι κολυμπούσα μέσα σε μια τεράστια πισίνα με ice tea. Όταν έγινα δύο χρονών, γυρίσαμε στην Ελλάδα και για λίγο καιρό έμεινα με τον παππού μου τον Ανδρέα στο Λαγονήσι. Ήξερα να μιλάω μόνο αγγλικά και δυσκολεύτηκα με τη γλώσσα. Μου διάβαζε τους μύθους του Αισώπου κι έμαθα να μιλάω ελληνικά. Αυτή η απότομη αλλαγή περιβάλλοντος, βέβαια, με μετέτρεψε σε ένα πολύ εσωστρεφές παιδί. Πέρασα μια περίοδο που σχεδόν δεν μιλούσα καθόλου, έλεγα τα πάντα από μέσα μου. Στο Δημοτικό είχα έναν πολύ καλό δάσκαλο, που με παρατηρούσε πολύ και έλεγε στη μητέρα μου: «Ο Ερμής μαθαίνει πώς να κάνει τον κοινωνικό». Ξεκίνησα να παρατηρώ πολύ τον κόσμο και τους ανθρώπους γύρω μου, για να μπορώ να ανήκω κάπου, να μη νιώθω περιθωριοποιημένος. 

Στο πιάνο είμαι αυτοδίδακτος. Η μεγαλύτερη αδερφή μου, η Ελένη, είχε ξεκινήσει μαθήματα κι έτσι αγοράσαμε πιάνο στο σπίτι. Εγώ είχα ενθουσιαστεί, πειραματιζόμουν μόνος μου και στα 13, έπειτα από ατέλειωτες προσπάθειες, έγραψα τις πρώτες μου μελωδίες. Ένα από τα πρώτα κομμάτια που έγραψα ήταν για μια θεατρική παράσταση του «Γυάλινου κόσμου» στο σχολείο. Ήταν ένας ήχος λεπτεπίλεπτος και εύθραυστος. Παράλληλα έγραψα κι ένα άλλο κομμάτι, το οποίο οι φίλοι μου με παρότρυναν να στείλω στο Υπουργείο Τουρισμού, επειδή τους θύμιζε ούζο και ελληνικό καλοκαίρι. Έστειλα σε ένα τυχαίο mail που βρήκα το κομμάτι και μια επιστολή και αμέσως μου απάντησαν ότι τους αρέσει πολύ και θέλουν να τους γράψω ακόμα ένα. Τρελάθηκα. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος έδειχνε αποδοχή για τη μουσική μου. Τελικά αυτά τα κομμάτια έπαιξαν στις καμπάνιες του Visit Greece.

Ήμουν πολύ καλός μαθητής και αυτόματα υπήρχε πάντα έντονα η προσδοκία για μένα ότι έπρεπε να κάνω κάτι «σημαντικό» στη ζωή μου. Κάπως έτσι βρέθηκα στο Εδιμβούργο για πτυχίο και μεταπτυχιακό στα Οικονομικά. Νόμιζα ότι ήθελα να γίνω επιχειρηματίας, επειδή ήταν κάτι που θαυμάζει το ευρύ κοινό. Συναναστρεφόμουν άτομα που μου έλεγαν ότι, αν θέλω να βγάλω λεφτά και να αποκτήσω κύρος, θα έπρεπε να έχω ένα πλάνο ζωής πενταετίας και να κάνω τα πάντα για να το πετύχω. Πήγα για πρακτική σε μια μεγάλη τράπεζα στο Λονδίνο και βρέθηκα σε ένα περιβάλλον με κοστουμάτους τραπεζίτες που ξυπνούσαν από τις 4 το πρωί για να κυνηγήσουν τις τρελές τους φιλοδοξίες. Τότε ήμουν απλώς ένα παιδί φιλόδοξο και ευέλικτο. Επόμενος σταθμός μου η Μόσχα, για πρακτική στο μάρκετινγκ. ‘Εκανα μιάμιση ώρα για να φτάσω στη δουλειά μου, αλλά οι σταθμοί του μετρό ήταν τόσο εντυπωσιακοί, σαν όπερες, και αυτό κάπως με έκανε να ξεχνάω την απόσταση. Ένα πράγμα που μου ’χει μείνει ακόμα από τη Μόσχα είναι ότι απαγορευόταν να γελάς. Σε θεωρούσαν ή περίεργο ή μεθυσμένο. Το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή, με την Αμερική, όπου πήγα μετά πάλι για πρακτική. Εκεί έπρεπε να γελάω συνεχώς, να έχω αυτή την κλισέ ευγένεια παντού. Εκεί έμεινα σε μια μικρή πόλη του  Όρεγκον, τη Γιουτζίν, γεμάτη χίπηδες. Ήταν η πιο συναρπαστική εμπειρία της ζωής μου, ίσως καλύτερη και από το Μακάο, όπου έζησα αργότερα.

Στην Αμερική έζησα μια ιστορία που με έκανε να ερωτευτώ την ανθρωπότητα. Αγόρασα μια μηχανή –εκεί το δίπλωμα το βγάζεις μέσα σε δύο μέρες– και ξεκίνησα ολομόναχος ένα road trip στη δυτική ακτή. Κοιμόμουν σε hostel, ζούσα την απόλυτη ελευθερία. Μια νύχτα, ενώ οδηγούσα σε μια ακατοίκητη περιοχή, σκάει το λάστιχο και μένω μόνος με χαλασμένο κινητό σε ένα απροσδιόριστο μέρος, με πινακίδες που έγραφαν «Προσοχή, αρκούδες». Δεν ένιωσα καν πανικό, μόνο το αίσθημα της επιβίωσης. Τελικά σταμάτησε ένας τύπος της δασοφυλακής, ο Μπράιαν, με πήρε στο αμάξι του, με πήγε σπίτι του, η γυναίκα του μου έφτιαξε μακαρονάδα κι εγώ κατέληξα να παίζω lego με τα παιδάκια του. Αυτός ο άνθρωπος με έμαθε τι θα πει ανθρωπιά. Ακόμα και σήμερα μου στέλνει βίντεο με τα παιδιά του που τους μαθαίνει πώς να οδηγούν μηχανή. Μια μέρα μού έστειλε δώρο ένα κομμάτι χρυσού, που βρήκε σκάβοντας τον κήπο του σπιτιού του.

Τα ταξίδια ήταν μια άσκηση ελευθερίας. Αναγκάστηκα να γίνω πιο κοινωνικός. Για να εγκλιματιστώ, έβρισκα πάντα ένα στέκι, γνώριζα αγνώστους και μάθαινα τις ιστορίες τους και φυσικά διατηρούσα τη σχέση μου με τη μουσική, πιάνοντας δουλειά ως μουσικός σε διάφορα live. Έχω παίξει σε πολλούς σκωτσέζικους γάμους, οι οποίοι έχουν πολλή πλάκα, μοιάζουν με τα ελληνικά πανηγύρια.

Γύρισα στην Ελλάδα με το σκεπτικό να βρω μια δουλειά για να γυρίσω στην Αμερική και κατέληξα «μνημειακή φιγούρα της Βούλας». Έπιασα δουλειά στο μάρκετινγκ μιας πολυεθνικής, προωθούσα «λαμπερά μαλλιά για μικρές πριγκίπισσες» και γρήγορα κατάλαβα ότι ήμουν εντελώς ακατάλληλος γι’ αυτό. Στα γενέθλιά μου παραιτήθηκα. Έπρεπε να βιοποριστώ κι έγινα μπούμαν σε διαφημιστικά. Στο μεταξύ, όλο μου το περιβάλλον νόμιζε ότι είχα τρελαθεί και με πίεζε συνεχώς. Ενώ είχα ξεκινήσει για οικονομολόγος, με σοβαρές σπουδές και πρακτικές σε όλο τον κόσμο, κατέληξα να συνεργάζομαι με ανθρώπους που με έβριζαν όλη μέρα. Πείσμωσα, τα παράτησα όλα και είπα ότι θα αφοσιωθώ στη μουσική με όποιο κόστος. 

Πουκάμισο και παντελόνι Parthenis. Αθλητικά Converse, Sport and fashion freedom.

Το πρώτο μου ψηφιακό άλμπουμ το ονόμασα «Μπλε». Άρχισα να ανεβάζω τα κομμάτια μου στο Spotify και κάπως έτσι ξεκίνησα να γίνομαι ορατός στον καλλιτεχνικό κύκλο. Κάποια στιγμή έστειλα στον παππού μου μια μελωδία που είχα γράψει μικρός, κι εκείνος, επειδή είναι ποιητής, θέλησε να μου γράψει τους στίχους. Κάπως έτσι γεννήθηκε το «Σύννεφο». Έκτοτε μου ταχυδρομεί τα ποιήματά του με σκοπό να τα μελοποιήσω. Ο παππούς μου είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα, ο καλύτερός μου φίλος.

Ο μικρός μου αδερφός, ο Φίλιππος, είναι το πιο έξυπνο πλάσμα που γνωρίζω. Σπουδάζει Αεροδιαστημική Τεχνολογία, σχεδιάζει πυραύλους δηλαδή. Έχει μια αγάπη στα drones και μια μέρα που ψάχναμε να αγοράσουμε ένα μεταχειρισμένο, γιατί έχασε το δικό του, είδα στο Instagram ότι ο αδερφός του Νικόλα, ο Μιχαήλ, ένας πολύ ταλαντούχος φωτογράφος, πουλάει ένα. Κανονίσαμε να συναντηθούμε για να μου το πουλήσει, αλλά τελευταία στιγμή έστειλε τον Νικόλα στη θέση του κι έτσι τον γνώρισα. Μου λέει: «Κάνω μουσική». «Το ίδιο κι εγώ», του απάντησα. «Έχω ένα στούντιο», του λέω. «Αν θες, να βρεθούμε μια μέρα». Ήρθε αμέσως, ανταλλάξαμε πέντε κουβέντες και γράψαμε το πρώτο μας κομμάτι, το «Come Home», που μιλάει για την οικειότητα. Κάπως έτσι γεννήθηκε ο καλλιτεχνικός μας έρωτας. Έπειτα ερχόταν στο στούντιό μου ασταμάτητα. Γράφαμε κάθε μέρα. Κάποια στιγμή κάναμε να βρεθούμε μία εβδομάδα. Ούτε τηλέφωνο. 

Συναντιόμαστε ξανά και συνειδητοποιούμε ότι και οι δύο είχαμε χαθεί γιατί είχαμε ερωτευτεί. Ξεκινήσαμε να μιλάμε για τα κορίτσια μας και μέσα σε λίγες ώρες είχαμε δημιουργήσει το «January 8th», το πρώτο τραγούδι μας που κυκλοφόρησε τον περασμένο Οκτώβριο από την Cobalt Music. Αυτό είναι το πιο αγαπημένο μου κομμάτι από όσα έχουμε κάνει μαζί. Ο Νικόλας είχε ήδη υπογράψει με τη δισκογραφική και μου λέει: «Έχουμε όλο το υλικό, είναι η μουσική που θέλω να κάνω, πάμε! Η δουλειά μας άρεσε πολύ στους ανθρώπους της εταιρείας και κάπως έτσι έγινε το ντεμπούτο του Good Job Nicky. 

Aπό τα προσωπικά μου κομμάτια ξεχωρίζω το «42». Μια μέρα καθόμουν σε ένα καφέ μόνος. Με πλησιάζει ένας κύριος και μου λέει: «Βαριέμαι την παρέα μου, μιλάει για πολιτικά, να καθίσω μαζί σου;». Κάθεται και αρχίζει να μου διηγείται την ιστορία του με μια τουρίστρια που γνώρισε στην Ελλάδα, την ερωτεύτηκε, την ακολούθησε στην Αμερική και κατέληξαν να ζουν μαζί 42 χρόνια. Η ιστορία του με ενέπνευσε για τη μελωδία του κομματιού, στο οποίο συμπεριέλαβα και μια φράση που μου είπε: «Η ομορφιά της ζωής είναι που δεν ξέρουμε τι θα γίνει αύριο». Αυτό το μότο με χαρακτηρίζει ως άνθρωπο. Πιστεύω πολύ στη δύναμη του σήμερα. Σε αντίθεση με τον Νικόλα, που είναι ένα λαμπερό πλάσμα που ζει για το μέλλον και εμπνέει τους πάντες γύρω του για ένα καλύτερο αύριο. Οι αντιθέσεις μας μας φέρνουν κοντά και έχουν δημιουργήσει αυτή τη μοναδική σχέση που έχουμε. Με τον Νικόλα έχουμε έναν καλλιτεχνικό γάμο, είναι μία από τις πιο ιερές σχέσεις που έχω. Είναι σύμμαχός μου στις υψηλότερες φιλοδοξίες μου. Τα τραγούδια μας είναι διάλογοι, στους οποίους εγώ υπογράφω τη σύνθεση και την παραγωγή, ενώ εκείνος υπογράφει τους στίχους συμβάλλοντας παράλληλα και στη μουσική. Όταν είδαμε την τεράστια αποδοχή του κόσμου, πλημμυρίσαμε ευγνωμοσύνη και χαρά. Το φαινόμενο Good Job Nicky είναι ένα όχημα με τρομερή δύναμη και θα φροντίσουμε να το υπηρετήσουμε κάνοντας την καλύτερη δουλειά που μπορούμε, διατηρώντας τη σχέση μας. Έχουμε τόση δίψα για τη δουλειά μας. 

Τα σχόλια που λαμβάνω για τη μουσική μου ποικίλλουν. Υπάρχουν τα «μπράβο», υπάρχουν κάποια που αποπνέουν εμπάθεια και μίσος και άλλα που μου υπαγορεύουν «εμπεριστατωμένα» τη συνταγή της επιτυχίας. Δεν πιστεύω σε συνταγές, σε trends, ούτε σε μαγικές λύσεις. Θέλω μόνο να κάνω αυτό που μου αρέσει. Όταν έμαθα ότι το «January 8th» έκανε 1 εκατομμύριο προβολές, το μόνο που ένιωσα είναι ότι πια μπορώ να λέω με σιγουριά ότι ανήκω ολοκληρωτικά σε αυτό που πραγματικά θέλω να κάνω στη ζωή μου. Αν μου έδωσε ένα μάθημα η επιτυχία, αυτό ήταν ότι πάτησα πιο γερά στα πόδια μου. Είναι τρομερά συγκινητικό να ξέρεις ότι με τη μουσική σου μπορείς να κάνεις πολλούς ανθρώπους που δεν ξέρεις χαρούμενους.

Ένα σχόλιο που λαμβάνουμε συχνά με τον Νικόλα είναι το «γιατί δεν φεύγετε από την Ελλάδα; Η μουσική σας είναι για το εξωτερικό». Αυτό που απαντάμε είναι: «Εμείς είμαστε η Ελλάδα!». Όπου και να βρεθούμε, θα φέρουμε την ελληνική μας ταυτότητα. Μπορώ να πω ότι υπάρχει ενδιαφέρον από το εξωτερικό για πολλά πράγματα, αλλά αυτό που τώρα πραγματικά ανυπομονώ να ζήσουμε είναι η πρώτη live συναυλία του Good Job Nicky, η οποία έχει προγραμματιστεί για μέσα στο καλοκαίρι. Η καραντίνα μάς έφερε αυτή τη μεγάλη επιτυχία, την οποία όμως δεν μας επέτρεψε να επικοινωνήσουμε ζωντανά στον κόσμο. Εκεί θα δείτε ποιοι πραγματικά είμαστε. 

Όλοι μου οι ερωτικοί προβληματισμοί έχουν γίνει μελωδίες. Νιώθω ότι σε ένα κομμάτι μπορείς να κλείσεις μια πολύ συγκεκριμένη συναισθηματική στιγμή, την οποία μετά μπορείς να θυμάσαι για πάντα. Τα περισσότερα κομμάτια μου είναι σαν ερωτικά γράμματα. Στη ζωή, γενικά, με γοητεύουν τα άτομα που κρύβουν κάτι άλλο από αυτό που δείχνουν. Αυτή η αντίθεση με έχει απασχολήσει πολύ μουσικά, γι’ αυτό και συνέχεια φτιάχνω μελωδίες που ξεκινούν να είναι γλυκές και καταλήγουν να έχουν μια ένταση.

Στη ζωή ψάχνω πάντα συμμάχους. Ένας απ’ αυτούς είναι σίγουρα ο Νικόλας. Μια άλλη είναι η Georgia Danni, μια υπέροχη φωνή με την οποία κάναμε μαζί το «Aegean Blue». Τώρα τελευταία, η καλλιτεχνική μου οικογένεια έχει διευρυνθεί πάρα πολύ, χωράει μέσα μέχρι και την Τάμτα. Την Τάμτα τη θαυμάζω και είμαι ευγνώμων που η κοινή μας αισθητική μάς έφερε κοντά. Με αναζήτησε η ίδια μέσα από τη μουσική μου. Κάναμε πρόσφατα μια διασκευή ενός κομματιού από τη Γεωργία. Με όλους αυτούς τους καλλιτέχνες θα ήθελα να συνεχίσω τις μουσικές μου αναζητήσεις και να κάνω ένα live με πολλές διαφορετικές προσωπικότητες που θα δίνουν φωνή στα τραγούδια μου.

Το πιο τρελό μου όνειρο θα ήταν να γράψω μουσική για μια ταινία του James Bond. Περισσότερο θα ήθελα να μείνω πιστός στον παιδικό μου όρκο. Ξέρεις, υπάρχουν κάποιες στιγμές που νιώθεις ότι επικοινωνείς απόλυτα με τον παιδικό σου εαυτό. Αυτές οι στιγμές είναι και οι πιο ειλικρινείς σου. Ακόμα θυμάμαι τη μέρα που είχα ορκιστεί ως παιδί ότι «η μουσική είναι η ζωή μου». Επέλεξα να ακολουθήσω την παιδική μου επιθυμία κι αυτό που μου εύχομαι είναι ποτέ να μην προδώσω αυτόν τον όρκο. ■