ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Κι όμως, τα χέρια έχουν φωνή

Η Νεοϋορκέζα Χάνα Λα Φολέτ Ράιαν φωτογραφίζει με το iPhone της χέρια συνεπιβατών της στο μετρό - το αποτέλεσμα είναι απροσδόκητα ποιητικό και βαθιά ανθρώπινο.

ki-omos-ta-cheria-echoyn-foni-561383929

O Μονταίνιος έγραψε ένα δοκίμιο αφιερωμένο στους αντίχειρες. Ο Μιχαήλ Άγγελος συμπύκνωσε τη στιγμή της δημιουργίας του Αδάμ σε ένα παρ’ ολίγον άγγιγμα των χεριών. Ο Ροντέν σμίλεψε εκατοντάδες γλυπτά χέρια, θεωρώντας τα ανεξάρτητα έργα τέχνης ώστε να εκτίθενται χωριστά. H Κλοντ Καέν με τη θετή αδελφή της, Μαρσέλ Μουρ, έφτιαξαν υπερρεαλιστικά φωτομοντάζ με κεντρικό μοτίβο τα χέρια, για να μιλήσουν για την ταυτότητα φύλου στη Γαλλία του ’30. Σήμερα, η Χάνα Λα Φολέτ Ράιαν φωτογραφίζει με το iPhone της τα χέρια των επιβατών του θρυλικού μετρό της Νέας Υόρκης, απαθανατίζοντας στιγμές της σύγχρονης καθημερινής ζωής, της ανθρώπινης εμπειρίας. 

Χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό της στο Instagram, περιγραφικά ονομασμένο Subway Hands, η Χάνα αναρτά τις φωτογραφίες των συνταξιδιωτών της εν είδει μιας συνεχώς ανανεούμενης έκθεσης· μιας σπουδής στα χέρια. Άνθρωποι που κρατιούνται βαριεστημένα από τις χειρολαβές ή κάνουν ό,τι μπορούν ώστε να μην τις αγγίξουν απευθείας, αγκαλιασμένα ζευγάρια, μια μητέρα που κρατάει το χέρι του παιδιού της, ένας άνδρας που γράφει μια κάρτα γενεθλίων, μια γυναίκα που λύνει ένα σταυρόλεξο.

ki-omos-ta-cheria-echoyn-foni0
Η Χάνα Λα Φολέτ Ράιαν –πού αλλού;– στο μετρό της Νέας Υόρκης. Προ πανδημίας ασφαλώς, εξ ου και χωρίς μάσκα, σε μια κατάσταση που ανυπομονεί να δει την πόλη να επιστρέφει. 

Μιλώντας μου από το διαμέρισμά της στη Νέα Υόρκη, εξηγεί ότι το πρότζεκτ Subway Hands ξεκίνησε το 2015, όταν μετακόμισε στην πόλη μετά το πανεπιστήμιο, στο οποίο σπούδασε Ιστορία της Τέχνης και Ρωσικά. Καινούργια στη ζωή της πόλης, ταξίδευε κάθε μέρα από το Μπρούκλιν στο Μανχάταν, όπου δούλευε ως νταντά, περνώντας περίπου μιάμιση ώρα συνολικά στο μετρό. «Πάντα παρατηρούσα τους ανθρώπους και άρχισα να προσέχω τη γλώσσα του σώματος των επιβατών και πόσο αποκαλυπτική μπορούσε να είναι. Διότι, όταν είσαι στις δημόσιες συγκοινωνίες, το μυαλό σου ταξιδεύει, ονειροπολείς. Θεωρώ ότι τα πρόσωπα των ανθρώπων δεν είναι τόσο ενδιαφέροντα, όμως άρχισα να παρατηρώ ότι τα χέρια λένε μια διαφορετική ιστορία: έχουν τόση ενέργεια και έκφραση. Έβλεπα τους ανθρώπους να κάνουν τόσα διαφορετικά πράγματα· είτε διάβαζαν, είτε έπλεκαν, είτε έπαιζαν πασιέντζα, είτε έπαιζαν με ξυστά λαχεία. Ήταν σαν μια κιβωτός του Νώε για την ανθρώπινη δραστηριότητα, η οποία με συνάρπασε».

ΤΟ ΦΩΣ ΣΤΑ ΒΑΓΟΝΙΑ

Ένα από τα πρώτα πράγματα που πρόσεξα όταν συνδεθήκαμε στη βιντεοκλήση μας ήταν το περιστρεφόμενο σταντ γεμάτο φωτογραφίες που βρισκόταν πίσω της, σαν εκείνα των τουριστικών μαγαζιών. Από όσο μπορούσα να δω, όλες απεικόνιζαν χέρια. Τη ρωτάω ποια ήταν η πρώτη φορά που θυμάται να συνειδητοποιεί ότι της αρέσει να βγάζει φωτογραφίες. «Πήγαινα γυμνάσιο και πήγα σε αυτή την εικαστική κατασκήνωση όπου ένα μάθημα ήταν το πώς εμφανίζουμε φωτογραφίες στον σκοτεινό θάλαμο. Μαγεύτηκα. Ήταν τόσο διασκεδαστικό, μου έκανε τέτοια εντύπωση το να βλέπω την εικόνα να εμφανίζεται σε ένα λευκό φωτογραφικό χαρτί. Θυμάμαι ότι εκείνο το καλοκαίρι έβγαλα ένα σωρό φωτογραφίες τα σύννεφα και ήμουν σίγουρη ότι θα γινόμουν διάσημη. Το είχα πάρει πάρα πολύ σοβαρά, το έβλεπα πολύ επαγγελματικά για ένα μικρό παιδί, το οποίο είναι αστείο εκ των υστέρων. Μου άρεσε πολύ η αφήγηση της φωτογραφίας και ο έλεγχος που είχα να φωτογραφίζω ό,τι ήθελα».

ki-omos-ta-cheria-echoyn-foni2
«Καθόμαστε μόνοι μας με το τηλέφωνό μας και είτε ψάχνουμε κάτι για να ξεχαστούμε είτε ψάχνουμε μια σύνδεση», λέει η φωτογράφος.

Για εκείνη, όπως μου λέει, η κίνηση για να φωτογραφίσει κάτι γίνεται ενστικτωδώς. Τουλάχιστον πριν από τον κορωνοϊό. «Πριν από την πανδημία, η όλη διαδικασία ήταν περισσότερο φυσική: πήγαινα στη δουλειά μου ή να δω μια ταινία με τους φίλους μου και ενστικτωδώς πάντα τραβούσα φωτογραφίες στο μετρό καθ’ οδόν προς τον προορισμό μου. Έπαιρνα το τρένο πολύ συχνά, καθημερινά, και πάντα είχε τόσο κόσμο. Είναι απίστευτο πόσο χρόνο περνούσαμε καθημερινά ο ένας τόσο κοντά στον άλλο στο τρένο. Τώρα, το οργανώνω περισσότερο. Η πόλη έχει αρχίσει να ξανανοίγει, οπότε κάνω μεγαλύτερες διαδρομές με το τρένο για να εξοικειωθώ και πάλι με τη Νέα Υόρκη και να επισκεφθώ νέους σταθμούς μετρό. Αυτό μου φαίνεται πιο δελεαστικό τώρα».

Εμπνέεται, λοιπόν, ταξιδεύοντας στην κοιλιά της πόλης που δεν κοιμάται ποτέ, και της οποίας το μετρό δεν σταματάει ποτέ, φωτογραφίζοντας σε αυτή την «αιώρηση στον χρόνο», όπως περιγράφει η ίδια μια διαδρομή. «Πιστεύω ότι η μαγεία τού να βγάζεις φωτογραφίες στο τρένο στη Νέα Υόρκη έγκειται στην πυκνότητα σε ανθρώπους, στην πολυκοσμία που λαχταράω τόσο τον τελευταίο χρόνο. Βλέπεις τόσο πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους και θεωρώ ότι αυτή η αλληλεπίδραση μεταξύ αγνώστων είναι κομμάτι αυτού που κάνει τη Νέα Υόρκη ένα τόσο ξεχωριστό μέρος». Γνωρίζει πολλά γι’ αυτό. «Πλέον, πάντα προσέχω τα διαφορετικά μοντέλα των τρένων, έχω αποκτήσει τόσες γνώσεις σχετικά με συγκεκριμένα είδη βαγονιών. Για παράδειγμα, επειδή πολλοί από τους συρμούς δεν έχουν αλλαχθεί από τη δεκαετία του ’60, αυτά τα τρένα έχουν πολύ χαμηλό, κίτρινο φωτισμό, που δημιουργεί μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα στις φωτογραφίες. Όμως, για κάποιον που χρησιμοποιεί το iPhone του για να φωτογραφίσει, όπως εγώ, αυτός ο φωτισμός καθιστά πιο δύσκολο το να έχει μια καλή λήψη. Έτσι, μερικές φορές επιλέγω τα νεότερα τρένα, που είναι πολύ καλά φωτισμένα κι έχουν εντελώς διαφορετική αίσθηση».

Η ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΩΝ ΧΕΡΙΩΝ

Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει τα χέρια τόσο ξεχωριστά; Ο Μονταίνιος έλεγε ότι με τα χέρια «παρακαλούμε, υποσχόμαστε, καλούμε, αποπέμπουμε, απειλούμε, προσευχόμαστε, ικετεύουμε, αρνιόμαστε, αποποιούμαστε, ρωτάμε, θαυμάζουμε, λογαριάζουμε, εκπαιδεύουμε, διοικούμε, προτρέπουμε, ενθαρρύνουμε, ορκιζόμαστε, μαρτυρούμε, κατηγορούμε, καταδικάζουμε, συγχωρούμε, βρίζουμε, περιφρονούμε, προκαλούμε, εξοργίζουμε, κολακεύουμε, χειροκροτούμε, ευλογούμε, ταπεινώνουμε, ειρωνευόμαστε, συμβιβάζουμε, συνιστούμε, εγκωμιάζουμε, διασκεδάζουμε, εκπλήσσουμε, ανακράζουμε, αποσιωπούμε». Η Χάνα θεωρεί ότι «τα χέρια είναι κάπως περίεργα όταν τα κοιτάς για πολλή ώρα – είναι σαν γλυπτά, αλλά είναι παράξενα. Νομίζω ότι εκεί έγκειται η δύναμη των χεριών, στο πώς μεσολαβούν στη σχέση μας με τον κόσμο, στο πώς συνδεόμαστε, πώς αγαπάμε, πώς τρώμε και πώς κινούμαστε. Είναι ένας δίαυλος που περιέχει πολλή από την εμπειρία μας. Αυτή την εκφραστικότητα βρίσκω τόσο σαγηνευτική». Ωστόσο η προσήλωση στα χέρια δεν ανήκει αποκλειστικά στους καλλιτέχνες. Ο ερχομός της πανδημίας μάς έκανε να αντιμετωπίζουμε τα χέρια μας ως άκρα αποκομμένα από το σώμα μας, ως σημεία εισόδου ενός αόρατου αλλά αισθητού κινδύνου. Πλέον, κανείς στο μετρό δεν θέλει να αγγίξει τη χειρολαβή, κανείς δεν θέλει να καθίσει πολύ κοντά στον άλλο. Η Χάνα κατάφερε να αποτυπώσει τον πρώτο πανικό, την πρώτη προσπάθειά μας να θωρακιστούμε από τον νεόφερτο ακόμα ιό.

ki-omos-ta-cheria-echoyn-foni4

Συζητάμε για την ατμόσφαιρα εκείνων των ημερών. Τη ρωτάω πώς ένιωθε ως φωτογράφος αλλά και ως απλός άνθρωπος που βίωνε ακριβώς την ίδια κατάσταση με τους υπόλοιπους συνεπιβάτες της. Διαισθανόταν ότι κατέγραφε έναν σταθμό της ιστορίας μας; «Εκείνη τη στιγμή, όχι. Ήμουν τόσο απορροφημένη από το να φωτογραφίσω την αγωνία που έβλεπα στο τρένο, εκείνη την παράνοια σχεδόν που επιδείκνυε ο κόσμος, που ήταν λες και το πρόβλημα ήταν το άγχος κι όχι ο ίδιος ο ιός». Ψάχνει προσεκτικά τα λόγια της. «Είναι συναρπαστικό – μάλλον είναι συγκινητικό να ανατρέχεις σε αυτές τις φωτογραφίες». Φωτογραφίες που, παρόλο που απαθανάτιζαν πολύ ιδιωτικές και συναισθηματικές στιγμές των συνεπιβατών της, δεν φάνταζαν παρεμβατικές στην αρχή της πανδημίας, όταν κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς συμβαίνει. 

ΜΙΚΥ ΜΑΟΥΣ ΣΤΙΣ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ

Σε μια άλλη ιστορική περίσταση, η Χάνα δεν βρέθηκε στο μετρό απλώς επειδή έτυχε. Το καλοκαίρι του 2020, παρά τους περιορισμούς της καραντίνας, πήρε το μετρό μαζί με εκατοντάδες άλλους Νεοϋορκέζους, συμμετέχοντας στις διαδηλώσεις για τον Τζορτζ Φλόιντ. «Το κίνημα εκείνης της περιόδου ήταν βαθιά ουσιώδες. Υπήρχε το αίσθημα του πόνου και της αλληλεγγύης, αυτή η αποφασιστικότητα να καταστεί σαφές ότι ο ρατσισμός και η βία στην οποία υπέβαλε η αστυνομία τόσους μαύρους ανθρώπους πρέπει να καταδικαστούν και να απορριφθούν. Ως λευκή γυναίκα, ο ρόλος μου ήταν να υποστηρίξω και να ενισχύσω εκείνες τις φωνές. Ήταν μια πολύ ιδιαίτερη κατάσταση στην οποία έπρεπε να αντεπεξέλθω ως φωτογράφος, διότι δεν ήταν δική μου η ιστορία για να την αφηγηθώ, οπότε ήθελα να δείξω σεβασμό στους ανθρώπους που φωτογράφιζα στις διαδηλώσεις».

Ο σεβασμός αυτός εκδηλώθηκε και με αναπάντεχους ίσως τρόπους. Με μια φωτογραφία μιας αστυνομικού με ροζ στιλό στην τσέπη της στολής της να κρατάει το κινητό της, διακοσμημένο με τον Μίκυ Μάους. Γράφει η Χάνα στη λεζάντα: «Αυτή δεν είναι μια υποστηρικτική ή απολιτική φωτογραφία. Είναι επίτηδες δομημένη ώστε να αντιπαραβάλει τις ροζ λεπτομέρειες και τα στοιχεία της Ντίσνεϊ με τα όπλα της κρατικής βίας – το πιστόλι, το γκλοπ και την κάμερα σώματος». Σχεδόν έναν μήνα νωρίτερα, είχε φωτογραφίσει γιατρούς που διαδήλωναν υπέρ του κινήματος Black Lives Matter να γράφουν με μαρκαδόρο πάνω στο σώμα τους τα τηλέφωνα έκτακτης ανάγκης τα οποία θα χρειάζονταν σε περίπτωση που συλλαμβάνονταν. Στη λεζάντα γράφει: «Χωρίς αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά, ώστε να αποφευχθούν αντίποινα στον χώρο εργασίας». Συζητώντας γι’ αυτή την κατάσταση, λέει: «Υπήρχαν περιπτώσεις στις οποίες η αστυνομία χρησιμοποιούσε τις φωτογραφίες διάφορων φωτογράφων για να ταυτοποιήσει εξέχοντες ακτιβιστές και να τους παρενοχλήσει. Τότε συνειδητοποίησα ότι η προσέγγισή μου στο να φωτογραφίζω χέρια ταίριαζε στην περίσταση. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις αφαιρούσα με photoshop χαρακτηριστικά τατουάζ, αλλά πέρα από αυτό μπόρεσα να βγάλω φωτογραφίες που απαθανάτιζαν τη στιγμή χωρίς να εκθέσω τις ταυτότητες των διαδηλωτών και των ακτιβιστών».

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΤΡΕΝΟΥ

Τι συμβαίνει όμως με την ταυτότητα του Subway Hands; Υπάρχουν Νεοϋορκέζοι που αναγνωρίζουν τη Χάνα και το πρότζεκτ της; «Έχει συμβεί περισσότερες από μία φορές και είναι πάντα τόσο συναρπαστικό! Δεν μπορώ να πιστέψω πώς αυτό το πρότζεκτ έχει ταξιδέψει και έχει γίνει σχεδόν τοπική ατραξιόν. Συνήθως, αν καταλάβει κάποιος ότι τον φωτογραφίζω, του εξηγώ το πρότζεκτ. Μπορεί να είναι πολύ αποπροσανατολιστικό να σε φωτογραφίζουν χωρίς να ξέρεις γιατί. Καθώς φεύγω, κάποιος άλλος που άκουσε τη συζήτηση θα μου πει ότι του αρέσει πολύ το Subway Hands. Είναι πάντα τόσο περίεργο και, ειλικρινά, το όνειρο κάθε φωτογράφου».

ki-omos-ta-cheria-echoyn-foni6
Η πανδημία επηρέασε το έργο της φωτογράφου και τις μετακινήσεις της με το μετρό, αλλά και τον τρόπο που οι επιβάτες χρησιμοποιούσαν τα χέρια τους.

Τα τελευταία χρόνια, έχουν γίνει ιδιαίτερα δημοφιλείς λογαριασμοί που βασίζονται στα τυχαία συναπαντήματα στο μετρό: από σύντομες παρουσιάσεις και κριτικές των βιβλίων που διαβάζουν οι άγνωστοι συνεπιβάτες μας (@subwaybookreview) μέχρι φωτογραφίες των τελευταίων όσο διαβάζουν (@hotdudesreading). Πρόκειται για απλή περιέργεια ή για κάτι βαθύτερο; «Όταν ξεκίνησα αυτό το πρότζεκτ, δεν συνειδητοποίησα πόσο διαδραστικό θα γινόταν. Ο κόσμος μού στέλνει φωτογραφίες χεριών από το μετρό της πόλης τους, από όλο τον κόσμο. Θεωρώ ότι αυτό το πρότζεκτ αποδεικνύει την περιέργεια και την επιθυμία να βλέπουμε τις ζωές των άλλων. Είμαι περίεργη, πάντα μου άρεσε να παρατηρώ τους ανθρώπους. Επίσης ενδιαφέρομαι ειλικρινά για τις ζωές των ξένων και νομίζω ότι αυτό φαίνεται και στις φωτογραφίες μου – αυτή η επιθυμία να τιμήσω τις διαφορές μας και τις εμπειρίες μας. Πιστεύω ότι ο κόσμος ανταποκρίνεται σε αυτό».

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Ένας από τους 271.000 ακολούθους του Subway Hands σχολιάζει κάτω από μια φωτογραφία: «Υπάρχει απόλυτη ομορφιά και αθωότητα στις εικόνες σου. Τις κοιτάω και τις ξανακοιτάω. Μερικές φορές οι λεπτομέρειες με συγκινούν σε σημείο δακρύων». Φαίνεται πως η αντίδραση του κόσμου είναι ενστικτώδης, όπως και η παρόρμηση της Χάνα να βγάζει φωτογραφίες. Κι αυτό εκτιμάται, ειδικά σε μια εποχή που κάθε εικόνα που βλέπουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι πολύ προσεκτικά επιλεγμένη. «Παρατηρώ ότι οι ακόλουθοί μου σχολιάζουν πολύ κάτω από τις φωτογραφίες μου και ειδικά σε αυτές με ερωτευμένα ζευγάρια σχολιάζουν για τη μοναξιά. Μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον. Τα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να είναι πολύ μοναχικοί χώροι. Καθόμαστε μόνοι μας με το τηλέφωνό μας και είτε ψάχνουμε κάτι για να ξεχαστούμε είτε ψάχνουμε μια σύνδεση. Πολλές φορές με εκπλήσσει πόσο συγκινείται ο κόσμος με τις φωτογραφίες μου. Νομίζω όμως ότι αυτή είναι μια λειτουργία των κοινωνικών δικτύων στη σημερινή κοινωνία· ζούμε τόση από τη συναισθηματική μας ζωή μέσα από τα κινητά μας». 

ki-omos-ta-cheria-echoyn-foni8
Το Subway Hands αυτή τη στιγμή έχει 271.000 ακολούθους στο Instagram, ωστόσο, όπως σχολιάζει η Χάνα, «τα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να είναι πολύ μοναχικοί χώροι».

Η θέα ενός πατέρα να κρατάει το μωρό του στον μάρσιπο, μιας μητέρας να χτενίζει τα μαλλιά του γιου της, μιας κοπέλας με σπασμένο χέρι τυλιγμένο σε γύψο γεμάτο από μηνύματα των φίλων της, όλα αυτά κάνουν τους ακολούθους της σελίδας να ξεχνιούνται αλλά και να συνδέονται, σε μια περίοδο που και τα δύο είναι εξίσου αναγκαία. «Πιστεύω ότι όλοι θέλουμε την οικειότητα και τη σωματική επαφή και, μόλις μπορέσουμε να αφήσουμε πίσω μας τον φόβο της τελευταίας χρονιάς, θα υπάρξει μια έκρηξη οικειότητας. Χάρη στους εμβολιασμούς στη Νέα Υόρκη, αυτός ο φόβος έχει ήδη αρχίσει να υποχωρεί κάπως, αλλά πιστεύω ότι η ανάμνηση του πανικού και του άγχους θα μείνει μαζί μας για πολύ καιρό».

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Για την ώρα, η Χάνα ετοιμάζει ένα βιβλίο που, όπως λέει, την κράτησε απασχολημένη σε όλη τη διάρκεια της καραντίνας. Όσο οι περιορισμοί του κορωνοϊού χαλαρώνουν, κάνει και πάλι σχέδια. «Θέλω απελπισμένα να ταξιδέψω. To ιδανικό για μένα θα ήταν να μείνω για κάποια χρόνια σε διαφορετικές πόλεις και να εξερευνήσω το μετρό σε άλλα μέρη». Το 2017 επισκέφθηκε την Αθήνα και το μετρό της. Στις διαδρομές της έβγαλε πολλές φωτογραφίες. «Αγαπώ την Αθήνα. Aνυπομονώ να γυρίσω. Ήρθα για πρώτη φορά στην Ελλάδα όταν ήμουν αρκετά μικρή μαζί με τη μητέρα μου, που είναι αρχαιολόγος. Είναι απλώς μια τόσο μαγική πόλη, πέρασα τόσο ωραία εξερευνώντας την – έχει τόσα όμορφα έργα τέχνης και τόση ιστορία. Ένα από τα πράγματα τα οποία φαντασιωνόμουν στην καραντίνα είναι εκείνο το σινεμά με θέα την Ακρόπολη», μου λέει ενθουσιασμένη, εννοώντας το Θησείον. «Είδα μια ταινία εκεί ένα βράδυ, ήταν φωταγωγημένη και η Ακρόπολη, ήταν απλώς μαγικό. Θέλω τόσο πολύ να ξαναπάω!» Τελειώνοντας τη συζήτησή μας, μου ζητάει να της δείξω τη θέα από το παράθυρό μου. Οι πολυκατοικίες της Κυψέλης τής θυμίζουν τα Εξάρχεια. Συζητάμε για το τι θα κάνει όταν ξαναέρθει στην πόλη μας· προσπαθώ να τη δελεάσω λέγοντάς της ότι έχουμε καινούργιους σταθμούς μετρό και στο μέλλον μία ακόμη γραμμή. Υπόσχεται ότι θα ξαναέρθει.