ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

8 ½

Λίγο πριν πάει οκτώμισι, μερικά έργα στην Πινακοθήκη, μια προβολή στα Εξάρχεια και μπουρίνια φέρνουν αναμνήσεις από τη Θεσσαλονίκη.

8-561411913

«Όνειρο, πολύ όνειρο» αναστέναξε στους τίτλους τέλους του 8½ του Φελίνι, και όχι άδικα. Το σήκωμα από τις καρέκλες του ΒΟΞ ήταν κάπως βαρύ. Όσο ο Ιταλός σκηνοθέτης πασπάλιζε λεπτομέρειες από τη ζωή του με μπόλικο όνειρο, μισούς διαλόγους και έναν Μαρτσέλο Μαστροιάννι, για να μασκαρευτεί από την αλήθεια που απέφευγε, υπήρχαν πολλά διαστήματα που σήκωνα το κεφάλι ψηλά και περιεργαζόμουν τα φώτα στις πολυκατοικίες των Εξαρχείων, για να μειώσω και το γλάρωμα. Δεν αρκεί το timing της προβολής για να «συνομιλήσει» με τα συναισθήματα και την αλήθεια του καθενός. Το μόνο όνειρο που μου μίλησε ήταν σε εκείνο το τέταρτο που οι φινετσάτες στροφές της κάμερας ακολουθούσαν το γλέντι των αναμνήσεων και οι άνθρωποι πιανόντουσαν χέρι χέρι στην πασαρέλα του αποχαιρετισμού, μέχρι να κοπάσει η ταραντέλα της μπάντας, τα φώτα να σβήσουν και να τελειώσει το όνειρο. Τα φώτα άνοιξαν σαν κουρτίνες σε σκοτεινό δωμάτιο και σήμαναν το τέλος του ονείρου που θα συζητιόταν μέχρι την Ομόνοια, απ’ όπου θα παίρναμε τους τελευταίους συρμούς μας. Στην επιστροφή, συνειδητοποιώ πως η τελευταία φορά που πήρα το τελευταίο δρομολόγιο της ημέρας ήταν το περσινό καλοκαίρι, που τρέχαμε στο φανάρι της Αριστοτέλους να προλάβουμε το πακτωμένο «32» και να γλιτώσουμε το πεντάευρο του ταξί· τότε που δεν ήξερα τι σημαίνει Αθήνα. Η μόνη σχέση που έχω αναπτύξει με τις πινακοθήκες είναι εκείνο το επεισόδιο του Doctor Who με τον Βίνσεντ Βαν Χοχ, που δεν άφησε σταγόνα διαθέσιμη για δάκρυ. Απ’ όλες τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης, στάθηκα λίγο παραπάνω στα χαρακτικά, την ποπ αρτ του Γαΐτη, ενώ μια μικρή (ασήμαντη μπορεί να έλεγε κάποιος) ελαιογραφία του Λύτρα με ένα παιδί που στρίβει τσιγάρο με τόση άνεση φέρνει στο μυαλό όλες τις φορές που ξόδεψα ένα πακέτο χαρτάκια από φίλους που έχασαν το λάδι και το σάλιο τους για να με μυήσουν στην τέχνη του στριψίματος. Ύστερα, περπάτησα μέχρι την Πανεπιστήμιου για μια ζεστή κουρού από το Μαμ, που καταβροχθίστηκε σε μερικά λεπτά. Ένα μπουρίνι ακύρωσε τη βόλτα στο ΟΑΚΑ. Είχα ξεχάσει εντελώς το μάθημα της Καλλιθέας στη Χαλκιδική το ’15, τότε που κατεβαίναμε τα σουκού του Ιουνίου στο εξοχικό και δρόμοι, αυλές και παραλίες γέμιζαν μες στη λασπουριά με τις πρώτες στάλες των μπουρινιών: τον Ιούνιο, οι βροχές περιμένουν στη γωνία. Η μουντάδα όμως δεν πηγαίνει στην Αθήνα. Γκρίζα τα κτίρια, γκρίζα η άσφαλτος, γκρίζος και ο ουρανός, ε, σαν «κάτι αόριστο και σκοτεινό να με πιέζει. Πνίγομαι», που θα έλεγε και η Τζούλη Βίκου. Στα ακουστικά, πνίγει ο στίχος από το 8½ του Κραουνάκη με τον Μπάση με τα μάτια που δεν κλάψανε και τις σιωπές που συνοδεύουν όσους πηγαίνουν μόνοι. Η βροχή σταματάει, ο ουρανός ανοίγει και φοράει το πορτοκαλί του φόρεμα. Έχει πάει πια οκτώμισι. ■