ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Με κάποιον τρόπο μαγικό, η ποίηση εισβάλλει

Μια συζήτηση-γνωριμία με την ποιήτρια Δανάη Σιώζιου: η ζωή της, η καινούργια της συλλογή, η ποίηση σήμερα.

me-kapoion-tropo-magiko-i-poiisi-eisvallei-561462043

«Σταδιακά αποκαλύπτεται η αταξία του κόσμου» – είναι ένας στίχος της Δανάης Σιώζιου που μου έρχεται στο μυαλό όσο την περιμένω στην πλατεία Μαβίλη, ένα πολύ ζεστό απόγευμα, παρατηρώντας γύρω μου αυτό ακριβώς, την αταξία του κόσμου. Μάσκες, βεντάλιες, χαμένη οικειότητα, το σιντριβάνι ακούραστο και η προτομή του Μαβίλη κουτσουλημένη. Η Δανάη φτάνει και μου λέει τα νέα της από την Ελβετία (είχε μόλις γυρίσει από ένα residency), συζητάμε λίγο για τα εμβόλια και τη θερμοκρασία, της λέω πόσο μου άρεσε η καινούρια της ποιητική συλλογή και τελικά της ζητάω να μου διηγηθεί την ιστορία της από την αρχή.

Πώς έγινε και αγάπησες την ποίηση; 

Μαγικά, με φυσικότητα και πανουργία, η ποίηση εισβάλλει με κάποιον τρόπο. Mου άρεσε πάντα η ανάγνωση και παραμένω αναγνώστρια. Πρώτα θυμάμαι να αγαπώ τα βιβλία και μετά τον εαυτό μου. Μεγάλωσα σε εποχές προ Internet, και μάλιστα σε δύο επαρχιακές πόλεις· στην Καρλσρούη και μετά στην Καρδίτσα. Ήταν δύο μέρη όπου δεν υπήρχαν πολλές δυνατότητες. Kατέφυγα σε μια δημοτική βιβλιοθήκη της Καρδίτσας, ένα δωμάτιο ήταν, μια σταλιά.

Τι βρήκες εκεί; 

Παραμύθια και περιπέτειες, τέτοια μου άρεσαν, μέχρι που τελείωσαν, οπότε πήγα στα διπλανά ράφια. Εκεί βρήκα ένα βιβλίο του Εγγονόπουλου. Δεν κατάλαβα πολλά, πρέπει να ήμουν γύρω στα 12, αλλά η γλώσσα του είχε μια επίδραση πάνω μου και βάλθηκα να μάθω τα ποιήματα απ’ έξω. Αργότερα επέλεξα τη θεωρητική κατεύθυνση και η επαφή μου με τη λογοτεχνία έγινε πιο στενή, διάβασα λίγο πιο οργανωμένα, κάπως έτσι η ποίηση έγινε η βαθύτερη ενασχόληση μου. 

Και μετά ήρθες στην Αθήνα.

Σκέφτηκα: σε ποια γλώσσα έχει γραφτεί η περισσότερη λογοτεχνία; Στα αγγλικά. Με αυτό το κριτήριο πήγα στην Αγγλική Φιλολογία, που αποδείχτηκε ένα εξαιρετικό τμήμα. Ενθουσιάστηκα, γιατί το μόνο που ήθελα εκείνη την περίοδο ήταν να διαβάζω. Πήγαινα στα βιβλιοπωλεία και έψαχνα επίμονα βιβλία σύγχρονης ποίησης, 
από το ’70 και μετά, ειδικά γυναίκες. 

me-kapoion-tropo-magiko-i-poiisi-eisvallei0
Η Δανάη Σιώζιου στον νέο χώρο που φιλοξενεί τις εκδόσεις Αντίποδες στην οδό Μαντζάρου.

 

Γιατί γυναίκες; 

Γιατί μέχρι τότε συναντούσα κυρίως άνδρες. 

Παρατηρείς ακόμα την ανισότητα που υπήρχε παραδοσιακά στους λογοτεχνικούς κύκλους;

Θα σου συστήσουν πολλούς άνδρες συγγραφείς ως σπουδαίους, αλλά, όταν η κουβέντα φτάσει στις γυναίκες, τα κομπλιμέντα είναι λιγότερα. Όχι πάντα, έχει σημειωθεί πρόοδος, αλλά ακόμα και σήμερα τα κριτήρια είναι πολύ πιο αυστηρά για να γίνει αποδεκτή μια γυναίκα. Εκκρεμεί επίσης να ξαναδιαβαστούν σπουδαία κείμενα. Όπου βρίσκομαι παρατηρώ ότι λείπουν οι γυναίκες, μετά βλέπω ότι λείπουν και όλοι οι υπόλοιποι. Δεν έχουμε ιδιαίτερα κουίρ λογοτεχνία, εννοώ πολλούς τίτλους και την αντίστοιχη υποστήριξη και, το πολύ περίεργο, είναι ότι δεν έχουμε σχεδόν καθόλου λογοτεχνία από μετανάστες. Ο Μπένγιαμιν έλεγε ότι κάθε τεκμήριο πολιτισμού είναι ταυτόχρονα τεκμήριο βαρβαρότητας. Είναι και η εποχή μας, πιστεύω, αποκαλυπτική.

Στην Αθήνα ξεκίνησες να γράφεις;

Έγραφα από μικρή. Στην Αθήνα ένιωσα μεγάλη ανασφάλεια, δεν ήξερα κανέναν, θυμάμαι είχα δει μια πρόσκληση για ένα ποιητικό εργαστήριο, όμως είχα ντραπεί να πάω. Μετά γνώρισα την Παυλίνα [σ.σ.: Παυλίνα Μάρβιν, επίσης ποιήτρια] και συμμετείχαμε μαζί στη δημιουργία του περιοδικού Τεφλόν. Τα χρόνια όμως περνούσαν και με ρωτούσαν όλοι γιατί γράφω, ήταν ένα χόμπι ή θα έβγαζα ποτέ κανένα βιβλίο; Πέρασαν μερικά χρόνια ακόμα, δεν είχα τη συγκρότηση να ασχοληθώ συστηματικά. Έφτιαξα μια πρώτη εκδοχή, το έστειλα κάπου, δεν μου απάντησαν, είχε ξεκινήσει και η κρίση και τα πράγματα είχαν δυσκολέψει πολύ γενικά. Τότε γνώρισα τον Κώστα Σπαθαράκη, που μόλις είχε ξεκινήσει τον εκδοτικό οίκο Αντίποδες. Μου ζήτησε να του δείξω τα ποιήματά μου και τα έβγαλε, δεν είχα ωστόσο ιδιαίτερες προσδοκίες για την υποδοχή του βιβλίου.

Η πρωτη της ΣΥΛΛΟΓΗ, πάντως, που λέγεται Χρήσιμα παιδικά παιχνίδια (2016), είχε εξαιρετική υποδοχή. Διαβάστηκε, συζητήθηκε και βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα και το «Γιάννης Βαρβέρης» της Εταιρείας Συγγραφέων. Πέρασαν ακόμα λίγα χρόνια και πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε η επόμενη συλλογή της, Ενδεχόμενα τοπία, πάλι από τους Αντίποδες. 

Ένιωθες σίγουρη όταν παρέδωσες το δεύτερο βιβλίο σου;

Η λογοτεχνία δεν προσφέρει βεβαιότητες. Ήμουν όμως σίγουρη ότι έχω φροντίσει τη δουλειά μου, έχω δοκιμάσει φόρμες, έχω δουλέψει τον λόγο, το περιεχόμενο. Συνέβη
κιόλας στο τελευταίο στάδιο επεξεργασίας να αποκτήσω γάτα: με διάλεξε και την διάλεξα, κάπως έτσι έγινε και με αυτό το βιβλίο: το έφτιαξα και με έφτιαξε.

Ποιος ήταν ο βασικός σου στόχος;

Ήθελα να μελετήσω μια σειρά τοπίων με την ευρεία έννοια – γεωγραφικών, ιστορικών, ακόμα και γλωσσικών. Ο βασικός στόχος ήταν μάλλον να συνομιλήσω με την εποχή μου. Με αυτό που συμβαίνει στον κόσμο που ζω, αλλά και με τα διαβάσματά μου. 

Οι στίχοι σου είναι ελεύθεροι, αλλά σε κάποια σημεία φαίνεται ότι σε ενδιαφέρει να εξερευνήσεις και άλλες μορφές. 

Θέλω να αξιοποιώ τις δυνατότητες που δίνει η ποίηση, άλλωστε δεν μπορείς να συνομιλήσεις με την εποχή σου χωρίς να συνομιλήσεις σε ένα βαθμό με ό,τι έχει προηγηθεί. Μου αρέσει να δοκιμάζω πράγματα, αν και αυτό έχει όρια και θέλει προσοχή – με ενδιαφέρει κυρίως όμως η μουσικότητα, ο λόγος να έχει έναν ρυθμό.
Πώς ζεις τη διαδικασία της γραφής;

Όταν γράφει κανείς, είναι σαν παλαβός, τουλάχιστον μέσα στο κεφάλι του. Επιπλέον δεν ζεις από το γράψιμο, πρέπει να βιοποριστείς, να δεις τους ανθρώπους σου, να φροντίσεις για τις τρέχουσες ανάγκες. Θέλεις χρόνο, αυτό εννοώ, και η διαδικασία της συγγραφής γίνεται μια παράλληλη ζωή, πνευματικά αλλά και πρακτικά. 

Είναι πολυτέλεια η συγγραφή;

Δεν είναι. Παλιά έγραφαν αυτοί που είχαν χρήματα, όχι αυτοί που δούλευαν από το πρωί μέχρι το βράδυ, ωστόσο ακόμα κι αυτοί βρέθηκαν συχνά χρεωμένοι. 
Η συγγραφή χρειάζεται υποστήριξη.

Τι θα μπορούσε να γίνει; 

Πολλά θα μπορούσαν να γίνουν για να βοηθηθούμε και εμείς οι συγγραφείς, αλλά και η λογοτεχνία γενικά. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει στην Ελλάδα ένα μεταπτυχιακό για την ποίηση, το θεωρώ πρόβλημα. Χρειάζονται κέντρα λογοτεχνίας, διαγωνισμοί, βιβλιοθήκες. Χρειάζεται καλλιέργεια, επένδυση στη λογοτεχνία και στο αναγνωστικό κοινό. Δεν γίνεται να κάνουμε συγκρίσεις με τη Γερμανία ή τη Γαλλία, δεν έχουμε αυτές τις δυνατότητες, υπάρχουν όμως και μικρές χώρες που κάνουν καλή δουλειά, όπως η Βόρεια Μακεδονία. 

Τι γίνεται στη Βόρεια Μακεδονία;

Υπάρχει, για παράδειγμα, αυτό το ποιητικό φεστιβάλ στη Στρούγκα που είναι το παλαιότερο στην Ευρώπη, πήγα πέρυσι, αλλά η Ελλάδα γενικά υποεκπροσωπείται στο εξωτερικό. Ξέρεις ποιος ήταν ο τελευταίος ποιητής που πήγε σ’ αυτό το φεστιβάλ πριν από μένα; Ο Ρίτσος.

Έχουμε καλούς ποιητές σήμερα;

Το επίπεδο είναι πολύ καλό. Πλέον δεν έχουμε μόνο καλούς ποιητές, αλλά και διαβασμένους ποιητές, λόγω του διαδικτύου. Βλέπω πάντως και χαρακτηριστικά που δεν μου αρέσουν, παλαιότερες αντιλήψεις, αλλά και μια συντηρητική προσέγγιση στην ίδια τη γλώσσα, σαν να φοβάσαι να την πιάσεις, μη σπάσει. Ωστόσο δεν είναι λίγοι όσοι είναι πρόθυμοι να πάρουν κάποια ρίσκα σε σχέση με τη γλώσσα, υπάρχει, πιστεύω, μια εσωτερική εξέλιξη που ξεπερνάει κάθε χρονική διάρκεια και κάθε σύμβαση. Η γλώσσα αντανακλά και συμπληρώνει τη θεματολογία, δεν μπορείς να πεις την ιστορία που θέλεις αν δεν βρεις την γλώσσα στην οποία θα την πεις.