MATTER OF CLASS

Μαθητές και σχολεία για μοντέρνους καιρούς

Μια εφ’ όλης της ύλης συζήτηση με τη Χρύσα Σοφιανοπούλου, καθηγήτρια του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου και εθνική διαχειρίστρια του διεθνούς προγράμματος PISA για την αξιολόγηση των μαθητών. Τι κάνει, τι δεν κάνει και τι θα έπρεπε να κάνει το ελληνικό σχολείο σήμερα;

mathites-kai-scholeia-gia-monternoys-kairoys-561502612

Η Χρύσα Σοφιανοπούλου μού μιλάει για τα σχολεία του μέλλοντος. Για σχολεία που παρακολουθούν τις τεχνολογικές εξελίξεις, για σχολεία-εργαστήρια, για σχολεία που συνεργάζονται με άλλα σχολεία· για όσα συζητούνται σήμερα διεθνώς από ερευνητές της εκπαίδευσης, για προτάσεις και προβληματισμούς. «Χρειάζεται μια καινούργια προσέγγιση, να βρούμε τρόπους να υποστηρίξουμε μαθητές και εκπαιδευτικούς που έχουν πλέον ένα παγκόσμιο βλέμμα και πάρα πολλά ερεθίσματα, αλλά συγχρόνως είναι ριζωμένοι σε έναν τόπο», μου λέει. «Το σημερινό σχολείο φτιάχτηκε για έναν παλιότερο κόσμο και οφείλουμε να προσαρμοστούμε στη σημερινή εποχή, είτε αυτό αφορά το πώς είναι δομημένη μια αίθουσα είτε το πώς ένα σχολείο εκπαιδεύει πολίτες του κόσμου». 

Η κ. Σοφιανοπούλου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Πληροφορικής και Τηλεματικής στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, είναι εθνική εμπειρογνώμονας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε θέματα εκπαίδευσης, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και εθνική διαχειρίστρια του διεθνούς προγράμματος αξιολόγησης μαθητών PISA. Εκτός από όλα αυτά, όμως, είναι ένας άνθρωπος που μιλάει με πάθος για την εκπαίδευση, όπως διαπίστωσα έχοντας την ευκαιρία να συνομιλήσω μαζί της στο γραφείο της, ανάμεσα σε όμορφους πίνακες και βιβλία (του αντικειμένου της, αλλά και λογοτεχνικά), κάτω από τη χαμηλή υπόκρουση ενός τζαζ ρυθμού που ερχόταν από τα ηχεία του υπολογιστή της. 

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

Παραμονή, λοιπόν, μιας καινούργιας σχολικής χρονιάς, με την ελπίδα, αν μη τι άλλο, ότι θα ολοκληρωθεί διά ζώσης. Τη ρωτάω το εξής: τι πλεονέκτημα έχει ένας μαθητής που ξεκινάει αύριο μία ακόμα τάξη στο ελληνικό σχολείο; «Το πλεονέκτημα είναι οι εκπαιδευτικοί μας», μου απαντά. «Έχουμε καλούς εκπαιδευτικούς. Είναι κάτι που επιβεβαιώθηκε, ή θα έλεγα πως ανακαλύψαμε, κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Αυτοί οι άνθρωποι, που συχνά χρεώνονται διάφορες αποτυχίες, που δεν αμείβονται όπως θα έπρεπε και κάνουν ένα επάγγελμα χαμηλού πλέον κύρους, βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά σε συνθήκες που δεν είχαν ξανασυναντήσει, εργάστηκαν σε ένα καινούργιο περιβάλλον, έγιναν εφευρετικοί, παρακολούθησαν επιμορφώσεις και το σύστημα λειτούργησε χάρη σ’ αυτούς. Πρέπει να τους στηρίξουμε, να τους αναβαθμίσουμε, να τους αφήσουμε να πάρουν πρωτοβουλίες».

mathites-kai-scholeia-gia-monternoys-kairoys0
Η Χρύσα Σοφιανοπούλου ανυπομονεί να επιστρέψει στο αμφιθέατρο και να αποκατασταθεί η εκπαιδευτική κοινότητα. © ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ

Επ’ ευκαιρία, κάνουμε μια παρένθεση για την τηλεκπαίδευση. «Ήταν η μοναδική λύση», μου λέει, «αλλά δεν ήμασταν καθόλου έτοιμοι. Στο πανεπιστήμιο ήταν πιο εύκολο, είχαμε τις υποδομές, ήμασταν πιο συνηθισμένοι, αλλά το θέμα δεν είναι αν υπάρχουν οι ψηφιακές δεξιότητες, το θέμα είναι πώς θα έχεις μαθησιακά αποτελέσματα χρησιμοποιώντας τα ψηφιακά εργαλεία. Βασιζόμαστε σε ένα πρόγραμμα σπουδών και μια μεθοδολογία για να διδάσκουμε διά ζώσης, μέσω της οθόνης είναι άλλη επιστήμη». Άρα αυτοσχεδιάσατε;

«Ναι, αυτοσχεδιάσαμε. Και δυστυχώς το μάθημα έχασε τη ζωντάνια του. Στο σχολείο ήταν ακόμα δυσκολότερα: πώς θα συντηρηθεί το ενδιαφέρον του μαθητή; Ποιος είναι ο ρόλος του εκπαιδευτικού; Τη μεγαλύτερη πρόκληση φέτος θα αντιμετωπίσουν οι μαθητές των πρώτων τάξεων σε κάθε βαθμίδα. Παιδιά πρώτης δημοτικού, για παράδειγμα, που τελείωσαν το νηπιαγωγείο με πάρα πολλές ελλείψεις, τόσο μαθησιακές όσο και ψυχοκοινωνικές». 

Επιστρέφω στο προηγούμενο ερώτημα, για τα πλεονεκτήματα του Έλληνα μαθητή σήμερα. Ένα είναι, λοιπόν, οι εκπαιδευτικοί που απέδειξαν ότι αγαπάνε τη δουλειά τους. Άλλο; Μου αναφέρει τα Εργαστήρια Δεξιοτήτων που φέρνουν τους μαθητές σε επαφή με τομείς όπως η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, η κοινωνική συναίσθηση και τα ανθρώπινα δικαιώματα, η οικολογία και η εκπαιδευτική ρομποτική. «Έχουμε και πολύ καλές επιλογές λογοτεχνικών κειμένων στα βιβλία των σχετικών μαθημάτων», προσθέτει τελικά. Σημαντικά και ενδιαφέροντα όλα τα παραπάνω, αλλά κάπου εκεί η λίστα τελειώνει.

ΜΑΘΗΤΕΣ ΠΙΟ ΙΣΟΙ ΑΠΟ ΑΛΛΟΥΣ

Η Ελλάδα συμμετέχει στο πρόγραμμα PISA από το 2000. Κάθε τρία χρόνια μαθητές 15 ετών απαντούν σε ερωτήσεις ενός παγκόσμιου τεστ, ώστε να προκύψουν συμπεράσματα και πιθανές βελτιώσεις στην εκπαιδευτική διαδικασία. Οι Έλληνες μαθητές βρίσκονται σταθερά στις τελευταίες θέσεις. «Αυτό από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα», λέει η κ. Σοφιανοπούλου. «Δεν έχει νόημα να συγκρίνουμε τις επιδόσεις μας με τους μαθητές της Φινλανδίας, που συνήθως πρωτεύουν, αλλά να δούμε τι βήματα έχουμε κάνει και τι μπορούμε να κάνουμε». Τι συμπεράσματα προκύπτουν γενικά; «Ένα είναι ότι οι μαθητές μας δεν έχουν κίνητρα για μάθηση. Ένα άλλο είναι ότι η δασκαλοκεντρική μέθοδος δεν αποδίδει. Όπως και ότι η εξωσχολική διδασκαλία, δηλαδή τα φροντιστήρια, δεν προσφέρει καμία επιπλέον γνώση. Αλλά το πιο σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι φανερώνεται η επίδραση του κοινωνικοοικονομικού και πολιτισμικού επιπέδου του καθενός, ότι υπάρχουν δηλαδή ανισότητες μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα».

Τη ρωτάω αν αυτό είναι ένα ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπίσει το σχολείο ή αν είναι απλώς μια πραγματικότητα που αποτυπώνεται και στην εκπαίδευση. «Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος του σχολείου, να άρει αυτές τις ανισότητες. Το σχολείο μπορεί και πρέπει να αντιμετωπίσει διαφορετικά τους μειονεκτούντες μαθητές, να δώσει ίσες ευκαιρίες». Δεν δίνει; «Όχι. Υπάρχουν μαθητές που έρχονται στην τάξη με λιγότερες γνώσεις και ερεθίσματα. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να εντοπίσει αυτές τις διαφορές και να επικεντρωθεί εκεί, να μικρύνει την απόσταση. Το ξέρω ότι δεν είναι εύκολο, αλλά είναι πολύ σημαντικό». Οι ανισότητες αυτές θεωρεί ότι έγιναν ακόμα πιο έντονες λόγω της τηλεκπαίδευσης. Ένα «καλό» σπίτι μπορούσε να προσφέρει και τον εξοπλισμό και το κατάλληλο περιβάλλον ώστε ο μαθητής να παρακολουθήσει το μάθημα απερίσπαστος. Μπορούμε να φανταστούμε ενδεχομένως τις συνθήκες στις οποίες έγινε η αντίστοιχη διαδικασία στα σπίτια των πιο ευάλωτων ομάδων.
 
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΩΝ

Θυμάμαι ένα άρθρο που είχε γράψει παλαιότερα η κ. Σοφιανοπούλου στην «Κ», στο οποίο περιέγραφε την επιλογή ενός μαθητή να περάσει τα μαθητικά του χρόνια αντλώντας μόνο ικανοποίηση από την εκπαιδευτική διαδικασία, απολαμβάνοντας τη χαρά της γνώσης στα πεδία των ενδιαφερόντων του, αλλά και εξωσχολικά, αδιαφορώντας για την εισαγωγή του στο πανεπιστήμιο. Με τον τρόπο αυτόν καυτηρίαζε προφανώς την παραδοσιακή εμμονή της ελληνικής οικογένειας με την πανεπιστημιακή μόρφωση, αλλά και τον τρόπο που το ελληνικό σχολείο είναι φτιαγμένο για να καταλήγει στις Πανελλαδικές εξετάσεις.

«Ο ρόλος του σχολείου δεν είναι να λειτουργεί ως προετοιμασία για το πανεπιστήμιο», μου λέει. «Οι Πανελλαδικές έχουν δημιουργήσει μια συγκεκριμένη κουλτούρα και οι μαθητές από μικρές τάξεις έχουν στο μυαλό τους τις εξετάσεις. Το σχολείο έτσι χάνει το νόημά του».

Υπάρχει εναλλακτική λύση; Πώς μπορούμε να απεμπλακούμε από αυτή την «εξετασιοκεντρική εκπαίδευση», όπως τη χαρακτηρίζει.

«Εστιαζόμαστε σε συγκεκριμένες σχολές, οι μαθητές τις κυνηγάνε χωρίς να είναι σίγουροι γιατί, δεν γνωρίζουν τι άλλο υπάρχει. Για παράδειγμα, σε πολλές χώρες της Ευρώπης είναι πολύ αναβαθμισμένη η επαγγελματική εκπαίδευση, για μας εδώ είναι υποτιμητικό το Επαγγελματικό Λύκειο, το επιλέγουν απλώς οι πιο αδύναμοι μαθητές. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν είναι στόχος ζωής η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, να δούμε ποιες σχολές και τμήματα είναι βιώσιμα». Είναι λύση για έναν μαθητή να αγνοήσει τις προσταγές του ελληνικού σχολείου και να αναζητήσει την τύχη του στο εξωτερικό; «Εκτιμώ ιδιαίτερα τα ελληνικά πανεπιστήμια, αλλά φυσικά είναι κι αυτός ένας δρόμος με μέλλον, ένας μαθητής μπορεί να μην επιλέξει τον δρόμο των Πανελλαδικών, να κάνει αιτήσεις για το εξωτερικό. Έτσι κι αλλιώς δεν τίθεται θέμα κόστους, από προσωπική εμπειρία μπορώ να πω ότι δεν είναι ακριβότερο να σπουδάσει ένα παιδί στη Γαλλία από ό,τι, για παράδειγμα, στην Κομοτηνή». 
 
ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ

Ακούω τις ιδέες της κ. Σοφιανοπούλου για το σχολείο του μέλλοντος και την τάξη που θα άρει τις ανισότητες και φέρνω στο μυαλό μου την εξής εικόνα: ένα σπασμένο τζάμι, μια πόρτα που τρίζει, ένα χαλασμένο καλοριφέρ, ανύπαρκτες βιβλιοθήκες, υπολογιστές που υπολειτουργούν, ξεφούσκωτες μπάλες, ελλείψεις σε προσωπικό, κακοί μισθοί – εγκατάλειψη. Υπάρχει χώρος για συζήτηση όταν υπάρχουν βασικές ελλείψεις; «Στην πράξη όλα είναι δύσκολα», μου λέει. «Υπάρχουν προβλήματα, αλλά δεν γίνεται να αποτελούν εμπόδιο, δεν μπορεί να θεωρηθεί πολυτέλεια το να γίνεται το μάθημα όπως πρέπει να γίνεται». Καταλαβαίνω ότι όλα καταλήγουν στον εκπαιδευτικό, κατά κάποιον τρόπο. Είναι στο χέρι του η υπέρβαση, όπως είναι και η αδιαφορία. Ο εκπαιδευτικός θα αγνοήσει το ιδανικό πρόγραμμα σπουδών, ο ίδιος θα επενδύσει τον ελεύθερο χρόνο του και κόντρα σε όλα θα οργανώσει μετά το σχόλασμα μια θεατρική ομάδα. Σχετικά με αυτό το τελευταίο: «Ένα από τα συμπεράσματα του PISA είναι ότι η συμμετοχή σε δραστηριότητες εκτός του προγράμματος, όπως μια θεατρική ομάδα ή ένας όμιλος πληροφορικής, οδηγεί σε καλύτερες επιδόσεις σε όλα τα μαθήματα. Φαίνεται ότι ένας τρόπος να αποκτήσει ο μαθητής κίνητρα για μάθηση είναι να νιώσει ότι είναι μέλος μιας κοινότητας. Είναι σημαντικό να βρίσκεται σε ένα ελκυστικό περιβάλλον, και αυτό μπορεί να σημαίνει ένας ωραία βαμμένος τοίχος, αλλά μπορεί να σημαίνει και ομαδικότητα ή ερεθίσματα του σημερινού κόσμου».