ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Γιλμάζ Χουσμέν: «Αν ήμουν έναν τόνο πιο μελαψός…»

Προέρχεται από τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Ο ταλαντούχος ηθοποιός, που έκανε το ντεμπούτο του στο Φεστιβάλ Αθηνών, αφηγείται ένα ωραίο αλλά καθόλου αυτονόητο ταξίδι.

Γιλμάζ Χουσμέν: «Αν ήμουν έναν τόνο  πιο μελαψός…»

Όταν ήταν στο Γυμνάσιο της Ξάνθης, ο Γιλμάζ Χουσμέν θυμάται να κυνηγάει την καθηγήτρια των αγγλικών του. Όχι γιατί δεν πήρε καλό βαθμό, αλλά για να την πείσει να ανεβάσουν την παράσταση του Ντάριο Φο Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω. «Δεν θυμάμαι πώς έγινε αυτό τότε, γιατί μέχρι τα 16 μου δεν είχα δει θέατρο, παρά μόνο κάποιες παραστάσεις που μας πήγαιναν με το σχολείο», μου λέει σήμερα ο 23χρονος ηθοποιός, που αποφοίτησε πρόσφατα από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και κάθεται απέναντί μου σε ένα καφέ του Παγκρατίου.

Πάντως δεν χρειάστηκε να κυνηγήσει καθόλου τον σκηνοθέτη Παντελή Φλατσούση, με τον οποίο συνεργάστηκε για την παράσταση Εθνικό Ντεφιλέ για το Φεστιβάλ Αθηνών. Η παράσταση έκανε ένα σχόλιο για την διαμόρφωση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας από το 1821 και για τη σημερινή της υπόσταση, ενώ οι πρωταγωνιστές της μοιράζονταν μερικά κοινά χαρακτηριστικά. Εκτός από καλοί ηθοποιοί, ήταν μετανάστες, απόγονοι μεταναστών, ανήκαν στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα ή σε μειονότητες, βάζοντας μια πτυχή της προσωπικότητάς τους μέσα στους χαρακτήρες τους.

«Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον, σε μια πόλη και σε μια κοινωνία όπου το όνομά μου δεν κέντριζε το ενδιαφέρον. Όταν ήρθα στην Αθήνα, κατάλαβα ότι δεν το ακούν κάθε μέρα», μου λέει ο κ. Χουσμέν, ενώ στην ερώτηση εάν βίωσε διακρίσεις προερχόμενος από τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, απαντά αρνητικά. «Όχι, κυρίως χάρη στην τύχη μου ως προς τους ανθρώπους που έχω γύρω μου και ως προς το εξής: αν ήμουν έναν τόνο πιο μελαψός, αν είχα προφορά, αν η παιδεία που πήρα ήταν ένα κλικ πιο χαμηλά, δεν ξέρω αν θα ήταν ίδια τα πράγματα. Ζούμε σε έναν τόπο όπου, όταν οι παραπάνω παράγοντες είναι “τσιμπημένοι”, τότε δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει υποστεί ρατσισμό».

Με τη σχολική παράσταση του Ντάριο Φο δυσκολεύτηκε, αλλά μετά όλα ήρθαν κάπως φυσικά. Με την παραίνεση του ηθοποιού Κώστα Λειβαδίτη μπήκε αμέσως στο εργαστήρι υποκριτικής Ανατολικά του Νέστου και συνάντησε την τέχνη του θεάτρου. Αν και στην αρχή ήταν επιφυλακτική, η μητέρα του στάθηκε δίπλα του στην απόφασή του να γίνει ηθοποιός. Αλλά πώς; «Όντας παντελώς ανίδεος για το πώς σπουδάζεται όλο αυτό, μου είπαν ότι υπήρχαν οι σχολές του Κρατικού και του Εθνικού Θεάτρου, όπου δεν πληρώνεις, κάτι πολύ βασικό για μένα, αλλά ήταν πολύ δύσκολο να περάσεις. Με πολύ θράσος είπα ότι εγώ θα πάω. Έδωσα και πέρασα». Το 2016 βρέθηκε από τη μικρή πόλη της Ξάνθης στην Αθήνα, η οποία είναι και η γενέτειρά του. Εδώ πέρασε τα πέντε πρώτα χρόνια της ζωής του. Όταν επέστρεψε, όμως, περνούσε όλη του τη μέρα στη σχολή του Εθνικού. «Ήταν τρία χρόνια δύσκολα και εποικοδομητικά», λέει, αλλά το τέλος των σπουδών του συνέπεσε με την πανδημία του κορωνοϊού. «Το πάγωμα της δράσης μάς επηρέασε όλους. Στο θέατρο φτάσαμε άνθρωποι που δεν βγήκαμε από το αυγό μας και άνθρωποι που παίζουν 40 χρόνια να έχουμε την ίδια ανασφάλεια για το αύριο».

Τον χειμώνα θα τον δούμε στην παράσταση Συμφορά από το πολύ μυαλό, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού, στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων Λευτέρης Βογιατζής. Τι είναι αυτό που τον γεμίζει τελικά στο θέατρο; «Υπάρχουν δύο σκέλη σε αυτή την απάντηση. Το ένα είναι πιο προσωπικό και έχει να κάνει με πρωτογενή συναισθήματα. Το δεύτερο είναι λόγοι που αρχίζεις και αρθρώνεις από ένα σημείο και μετά και έχουν να κάνουν με τη μεγάλη πολιτική πράξη που εμπεριέχει το θέατρο. Θα μπεις δηλαδή στη θέση και στη συνθήκη κάποιου άλλου, θα το διαπραγματευτείς επί σκηνής και θα το κάνεις δημόσιο. Αυτό οδηγεί, καλώς εχόντων των πραγμάτων, στο να μη χρειάζεται να καεί το σπίτι σου για να βοηθήσεις άλλα καμένα σπίτια».

Τον χειμώνα θα δούμε τον Γιλμάζ Χουσμέν στην παράσταση Συμφορά από το πολύ μυαλό, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού, στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων Λευτέρης Βογιατζής.