ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Ποιος φοβάται τον Στίβεν Κινγκ;

Τα μυστικά του άρχοντα του τρόμου και ο λόγος που έπειτα από τόσες δεκαετίες επιμένουμε να αγαπάμε τους εφιάλτες που έχει δημιουργήσει.

Ποιος φοβάται τον Στίβεν Κινγκ;

Ρίτσαρντ Μπάχμαν. Τον θυμάται κανείς; Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1942, εμφανίστηκε στα γράμματα το 1977 με το ψυχολογικό θρίλερ Rage, ακολούθησαν τέσσερα ακόμα μυθιστορήματα τρόμου και το 1985, κάπως ξαφνικά, έφυγε από τη ζωή. Η διάγνωση; «Ψευδωνυμικός καρκίνος, μια σπάνια μορφή σχιζοφρένειας». Αστείο; Ήταν μια διαβόητη φάρσα του Στίβεν Κινγκ, ένα πείραμα, σύμφωνα με τον ίδιο, για να διαπιστώσει αν τα βιβλία του πουλούσαν χάρη στην ποιότητά τους ή λόγω της φήμης που είχε αποκτήσει με τις πρώτες του επιτυχίες (Κάρι, Λάμψη κ.ά.). Έτσι ξεκίνησε μια παράλληλη, κρυφή συγγραφική καριέρα με το όνομα Μπάχμαν. Ένας βιβλιοπώλης τον ξεσκέπασε (εντοπίζοντας ομοιότητες στο γράψιμο – υπάρχουν κι αυτοί οι άνθρωποι), το πρότζεκτ ολοκληρώθηκε χωρίς ασφαλή συμπεράσματα. Ο Μπάχμαν μπορούσε να «πεθάνει».

Υπάρχει και άλλη μία ενδιαφέρουσα παράμετρος σε αυτή την ιστορία. Κάποιοι ίσως τη βρουν προκλητική. Ο Κινγκ όφειλε να περιοριστεί στην υπόδειξη του οίκου του να μη γράφει περισσότερα από ένα βιβλία τον χρόνο, αφού το αντίθετο θα ήταν αφενός αντιεμπορικό και αφετέρου ένδειξη «εύκολης» λογοτεχνίας. Ο ίδιος, λοιπόν, δεν μπορούσε να υπογράφει τα βιβλία του, μπορούσε όμως να το κάνει ο Ρίτσαρντ Μπάχμαν. Η παραγωγικότητά του προκαλεί θαυμασμό και απορία, είναι ένα από τα πρώτα σημεία που στέκεται κανείς εξετάζοντας αυτό το φαινόμενο της σύγχρονης κουλτούρας. «Πώς γράφεις τόσο γρήγορα;» τον ρώτησε κάποτε ο Τζ. Ρ. Ρ. Μάρτιν, συγγραφέας της ανολοκλήρωτης σειράς των βιβλίων του Game of Thrones και γνωστός για το πόσο αργά γράφει, όταν οι δυο τους μοιράστηκαν τη σκηνή σε ένα φεστιβάλ στο Νιου Μέξικο. «Δεν σου συμβαίνει ποτέ να κάθεσαι να γράψεις και να νιώθεις μια δυσκοιλιότητα;» συνέχισε ο Μάρτιν. «Να γράφεις μια πρόταση και να μη σου αρέσει καθόλου και μετά να τσεκάρεις τα μέιλ σου και να αναρωτιέσαι αν έχεις τελικά οποιοδήποτε ταλέντο και μήπως θα ήταν καλύτερα να είχες γίνει υδραυλικός; Δεν έρχονται ποτέ μέρες σαν κι αυτήν;» Και ο Κινγκ απάντησε: «Όχι». 

ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Για τον συγγραφέα, που σε δύο μέρες θα κλείσει τα 74, η συνταγή είναι απλή: αν γράφει κάθε εργάσιμη μέρα  έξι «τελικές» σελίδες, χρειάζεται τρεις μήνες για να ολοκληρώσει ένα μυθιστόρημα 360 σελίδων. Έτσι εξηγείται το ότι στη βιβλιογραφία του εμφανίζονται πάνω από 60 βιβλία. Γράφει γρήγορα, πάντως, αλλά όχι βιαστικά. Σε κάποιους αρέσουν οι ιστορίες του, σε άλλους όχι, όμως κανείς δεν μπορεί να πει ότι τα βιβλία του δεν είναι προσεγμένα.

Ποιος φοβάται τον Στίβεν Κινγκ;-1
Υπογράφοντας αντίτυπα των βιβλίων του πριν από περίπου μία δεκαετία στο Λος Άντζελες. Το ύφος του δείχνει ότι η επαφή με τους αναγνώστες μάλλον τον διασκεδάζει. ©ALAMY/VISUALHELLAS.gr

Τον ενδιαφέρει να βάλει την υπογραφή του σε κάτι καλό. Στο καλύτερο δυνατό, έστω. Πώς το κάνει; Έχει αυστηρό πρόγραμμα, είναι μεθοδικός, είναι αφοσιωμένος, αλλά προφανώς είναι και ικανός. Έχει βρει τον τρόπο και τον υπηρετεί πιστά. Στο Internet βρίσκει κανείς σελίδες επί σελίδων γεμάτες με τις συμβουλές του προς νέους συγγραφείς (αποσπάσματα κυρίως από το βιβλίο του On Writing) και μπορεί να μη θυμίζουν τις αντίστοιχες του Ρίλκε, ωστόσο αναπαράγονται συστηματικά ακόμα και από ακαδημαϊκά προγράμματα δημιουργικής γραφής. Αν ψάξετε, θα βρείτε σίγουρα ένα απόσπασμα που αναφέρεται στην αντιπάθειά του στα επιρρήματα, αλλά και την ακόλουθη συμβουλή: «Αν θέλεις να γίνεις συγγραφέας, πρέπει να κάνεις κυρίως δύο πράγματα: να γράφεις πολύ και να διαβάζεις πολύ». Σχετικά με το δεύτερο σκέλος, έχει φροντίσει να ξεκαθαρίσει ότι είναι μανιώδης αναγνώστης, δηλώνοντας ότι διαβάζει περίπου 80 βιβλία τον χρόνο. Άλλωστε κυκλοφορούν αμέτρητες λίστες με τις αναγνωστικές του προτάσεις και είναι αν μη τι άλλο ενδιαφέρον το ότι ο Κινγκ δεν διαβάζει μόνο βιβλία σαν αυτά που γράφει. 

Η σχέση του με την ανάγνωση ξεκινάει από πολύ παλιά: ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένεια όταν ο Κινγκ ήταν μικρό παιδί και ένα από τα πράγματα που άφησε πίσω του ήταν μια συλλογή διηγημάτων του Χ. Φ. Λάβκραφτ· του ανθρώπου που θεμελίωσε τη λογοτεχνία τρόμου στην Αμερική των αρχών του 20ού αιώνα. Αν θέλαμε να επιχειρήσουμε μια πρόχειρη ψυχαναλυτική προσέγγιση για να εξηγήσουμε τι συμβαίνει στο μυαλό του Στίβεν Κινγκ, η παραπάνω ιστορία ίσως θα αρκούσε. Υπάρχει μία ακόμα, όμως, από τα παιδικά του χρόνια: όταν ήταν τεσσάρων ετών, είδε έναν φίλο του να παρασύρεται και να σκοτώνεται από ένα τρένο. Ο ίδιος δεν θυμάται την ιστορία, αλλά την έμαθε μέσα από τις αφηγήσεις της μητέρας του, που τον θυμάται να γυρίζει σπίτι σε κατάσταση σοκ. Η ιστορία με το τρένο έχει αντηχήσεις στη νουβέλα The body, στην οποία βασίστηκε αργότερα η γνωστή ταινία του Ρομπ Ράινερ Stand by me. Όπως έγραψε κάποτε τo Rolling Stone, το μόνο πράγμα με το οποίο έχει εμμονή ο Κινγκ εκτός από τον τρόμο είναι η παιδική ηλικία. 

Ποιος φοβάται τον Στίβεν Κινγκ;-2
1. Στην ηλεκτρική καρέκλα, στο σετ της ταινίας Το πράσινο μίλι, που βασίζεται σε βιβλίο του, με τον Τομ Χανκς και τον σκηνοθέτη-συναριογράφο Φρανκ Ντάραμποντ  2. H Κάθι Μπέιτς σε σκηνή του Μίζερι. 3. Τον Μάρτιο του 2014, στα γυρίσματα της σειράς Under the Dome. 4. Το σπίτι του στο Μπάνγκορ του Μέιν. 5. Ένα μάλλον ταλαιπωρημένο αντίτυπο της Λάμψης. © Tom Herde/ B. Harris/CBS Getty Images/ Ideal Image

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΓΕΝΙΕΣ

Κανένας άλλος εν ζωή συγγραφέας δεν έχει δει τόσα βιβλία του να μεταφέρονται στη μικρή ή τη μεγάλη οθόνη. Στο imdb πιστώνεται ως «writer» σε 326 τίτλους – μεταφορές μυθιστορημάτων ή διηγημάτων του, αλλά και δικά του σενάρια. Συχνά ξεχνάμε ότι βρίσκεται πίσω από, για παράδειγμα, το Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ ή το Πράσινο μίλι ή το Καρδιές στην Ατλαντίδα. Ας μη νιώθουμε άσχημα. Ξεχνάει και ο ίδιος. Όχι πάντως επειδή έχει γράψει τόσο πολύ. Έχει παραδεχτεί ότι υπάρχουν βιβλία του που δεν καλοθυμάται, όπως το Κούτζο, γραμμένο το 1981, λόγω της εξάρτησής του εκείνη την περίοδο από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά – κατάφερε να απεξαρτηθεί πλήρως και παραμένει καθαρός εδώ και τρεις δεκαετίες, ωστόσο οι ήρωές του είναι συχνά επιρρεπείς στις καταχρήσεις. 

Οι ιστορίες του ενδείκνυνται για την κινηματογράφησή τους. Θα έλεγε κανείς ότι είναι γραμμένες για να υποστηρίξουν τη μεταφορά τους. Αυτό δεν είναι απαραίτητα επιλήψιμο, αλλά λειτουργεί ως επιχείρημα στο ντιμπέιτ για το κατά πόσο συζητάμε για έναν καλό συγγραφέα ή έναν εμπορικό συγγραφέα. Μας εμποδίζουν τα 350 εκατ. πουλημένα αντίτυπα από το να δούμε την ποιότητά του; Πληγώνει την υστεροφημία του ότι έχει υπηρετήσει ένα είδος που στους υψηλούς λογοτεχνικούς κύκλους αντιμετωπίζεται ως δεύτερης διαλογής; Η επιτροπή των Εθνικών Βραβείων των Ηνωμένων Πολιτειών, πάντως, του απένειμε το 2003 μετάλλιο για την προσφορά του στα αμερικανικά γράμματα – υπήρξαν διάφορες σκόρπιες γκρίνιες. Σε μια τηλεοπτική του συνέντευξη ο ίδιος είχε σχολιάσει ψύχραιμα ότι την ποιότητα του έργου του θα την κρίνουν οι επόμενες γενιές. Αν δηλαδή θα διαρκέσει. Και όταν το Paris Review τον ρώτησε το 2006 ποια βιβλία του πιστεύει ότι θα διαβάζονται στο μέλλον, ο Κινγκ διάλεξε το Κοράκι, τη Λάμψη και το Σάλεμς Λοτ.  Ίσως είναι τυχαίο, αλλά είναι τρία βιβλία που γράφτηκαν το 1978, το 1977 και το 1975 αντίστοιχα, στα πρώτα χρόνια της καριέρας του. Αν προσθέσουμε και τα Κάρι (1974), Νεκρή ζώνη (1979), Αυτό (1986) και Μίζερι (1987), μπορούμε να πούμε ότι από τα μεγαλύτερα συγγραφικά του κατορθώματα μας χωρίζουν πλέον δεκαετίες. 

Κάποιοι λένε ότι μεγαλώνοντας έγινε καλύτερος συγγραφέας, αλλά με την κακή έννοια. Ότι έχασε λίγη από την άγνοια κινδύνου των νεανικών του χρόνων, κάποια από την «τρέλα» του, αλλά ότι έγινε πιο συνεπής αφηγηματικά, ότι οι κόσμοι που πλάθει είναι πιο άρτιοι, οι χαρακτήρες πιο ολοκληρωμένοι και πάει λέγοντας. Είναι πάντα στην επικαιρότητα, πάντως. Για τη συμμετοχή του σε ένα φεστιβάλ, σε μια ομιλία, σε ένα πάνελ, σε μια εκπομπή. Για ένα ευφάνταστο τουίτ (όπως εκείνο με τη φωτογραφία του σε ένα παγκάκι δίπλα σε έναν κλόουν, ο αθεόφοβος). Για κάποιο πολιτικό σχόλιο – ο Κινγκ είναι παραδοσιακά δημοκρατικός. Για ένα καινούργιο βιβλίο που είναι δεδομένο ότι θα βρεθεί στις λίστες με τα ευπώλητα. Για μια καινούργια ταινία ή σειρά. Ειδικά στην τηλεόραση, αυτό που συμβαίνει εσχάτως είναι απίθανο: μόνο την τελευταία πενταετία έχουν προβληθεί επτά σειρές που βασίζονται σε βιβλία του. 

Ποιος φοβάται τον Στίβεν Κινγκ;-3
Φωτογραφία του από το 2004. Ο Κινγκ είναι λάτρης των Harley Davidson και δηλώνει υπερήφανος ιδιοκτήτης και αναβάτης μερικών. © E.McCabe/Popperfoto/ Getty Images/ Ideal Image     

ΕΝΟΧΗ ΑΠΟΛΑΥΣΗ

Αν ήταν ένας απλός συγγραφέας, θα μπορούσε να πιστωθεί –και δεν είναι λίγο– το ότι έδωσε στις ιστορίες τρόμου μια mainstream διάσταση. Αυτή είναι η βασική του προσφορά. Μπορούμε επίσης να πούμε ότι κατάφερε να εντάξει τον φόβο σε ένα περιβάλλον κοινωνικού ρεαλισμού. Ακόμα και τα πιο σκοτεινά του παραμύθια έχουν ως βάση έναν κόσμο οικείο που ο Κινγκ παρατηρεί γύρω του. Ωστόσο δεν είναι λογικό να τον αντιμετωπίσει κανείς απλώς ως έναν συγγραφέα. Η κληρονομιά του πρέπει να μετρηθεί στο αποτύπωμά του στο ευρύτερο σύστημα της ψυχαγωγίας. Το οποίο είναι τεράστιο, κυρίως χάρη στο σινεμά. Επειδή η σκηνή που η Κάρι λούζεται με το αίμα του γουρουνιού χαράχτηκε στη συνείδησή μας ως ο απόλυτος συμβολισμός της εφηβικής φρίκης. Επειδή το διαστροφικό χαμόγελο του Νίκολσον στη Λάμψη θα είναι για πάντα συνώνυμο της παράνοιας. Και το πιο απλό: αν δεν υπήρχε ο Στίβεν Κινγκ, ίσως οι κλόουν να ήταν ακόμα αστείοι. Στιγμές που έγιναν παγκόσμια σύμβολα, ιδέες που διαμόρφωσαν την παγκόσμια, μαζική κουλτούρα. Με άλλα λόγια, δημιούργησε σημεία αναφοράς. 

Φαντάζομαι ότι και ο ίδιος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σε αυτή τη διάσταση, γι’ αυτό και κάποια στιγμή, κάνοντας έναν ακραίο λογοτεχνικό – γαστρονομικό παραλληλισμό, παρομοίασε τον εαυτό του με το Μπιγκ Μακ των Μακντόναλντς. Είναι μια κουβέντα συγχρόνως ναρκισσιστική και ηττοπαθής. Και τελικά απόλυτα ακριβής. Ένα εμβληματικό προϊόν της αμερικανικής κουλτούρας που επιβιώνει σε καταναλωτικές συνειδήσεις και ικανοποιεί μικρές, ένοχες απολαύσεις. Κανείς δεν θα παραγγείλει τον Στίβεν Κινγκ σε ένα γκουρμέ εστιατόριο. Αλλά θα τον προτιμήσει ίσως και θα τον εμπιστευτεί για μια τυχαία, καθημερινή στιγμή. Γιατί νιώθουμε οικεία με τους εφιάλτες μας, όπως φαίνεται.