Ενα προσωπικό αντίο στον Γιούργκεν Κλοπ, τον άνθρωπο που αναγέννησε τη Λίβερπουλ

Ενα προσωπικό αντίο στον Γιούργκεν Κλοπ, τον άνθρωπο που αναγέννησε τη Λίβερπουλ

Μια βιωματική ιστορία για το πώς ο άνθρωπος που σε λίγους μήνες θα αφήσει τον πάγκο των Κόκκινων, έφερε ξανά ελπίδα στους φιλάθλους της

5' 36" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Ήταν Δεκέμβριος του 2004 και ήμουν οκτώ ετών. Καθόμουν μπροστά στην τηλεόραση του παππού μου, ένα χαζοκούτι που πότε έπιανε καλά πότε χρειαζόταν ένα γερό σκούντημα για να δουλέψει. Το ραντεβού ήταν κάθε βδομάδα το ίδιο: Τα βράδια της Τρίτης και της Τετάρτης τρύπωνα αθόρυβα έξω από την πόρτα του σπιτιού μου και κατέβαινα τα σκαλιά ξυπόλητος για να μην με πάρουν πρέφα οι δικοί μου. Χτυπούσα συνθηματικά την πόρτα κι ο παππούς μου άνοιγε με το σύνηθες, μπαγάσικο βλέμμα του που υποδήλωνε προς ανακούφιση μου, πως ήταν κι εκείνος, ήδη συνένοχος στην σκανταλιά. Με περίμενε πάντα ένα ποτήρι κόκα κόλα, πριν την επικείμενη ιεροτελεστία. Δεκαπέντε λεπτά πριν τις δέκα, ο ύμνος ακούγονταν, οι άριες έκαναν τις τρίχες στο σβέρκο μου να σηκώνονται προσοχή, το σεντόνι με τα αστέρια τρεμόπαιζε κάτω από τους προβολείς των γηπέδων. Κι εγώ όρθιος, με το χέρι στην καρδιά, σαν τους παίκτες.

Μια ζωή Λίβερπουλ

Δεν ήταν όμως οι αγγελικές φωνές του Champions League που με έκαναν εκείνο το βράδυ του Δεκέμβρη να αναριγήσω – ήταν το γήπεδο, ο κόσμος που τραγουδούσε «You Will Never Walk Alone», ήταν ο Στίβεν Τζέραρντ που σκόραρε το σημαντικότερο γκολ της καριέρας του απέναντι στον Ολυμπιακό. Παρασυρόμουν μαγεμένος από τη βοή του πλήθους, από τους φιλάθλους που βρίσκονταν σε ντελίριο. Δεν ήξεραν ότι λίγους μήνες μετά επρόκειτο να κατακτήσουν το Champions League με τον πιο ξεχωριστό τελικό στην ιστορία του θεσμού. Ούτε εγώ ήξερα όμως, πώς μόλις είχα αποκτήσει τον ήρωα της παιδικής μου ηλικίας: Το νούμερο οκτώ που θα φορούσα κάθε φορά που θα κλωτσούσα από τότε και στο εξής μια μπάλα.

Τα επόμενα χρόνια έμαθα τα πάντα για την ομάδα. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας μου κατέβαινα κάτω όλο και πιο σπάνια, ο παππούς νύσταζε όλο και πιο νωρίς, όταν άνοιγε την πόρτα ήμουν εγώ πια εκείνος που του έκλεινε συνωμοτικά το μάτι. Όπου έβρισκα λευκή σελίδα, σχεδίαζα το σύστημα της επόμενης αγωνιστικής: Μασεράνο, Τόρες, Τσάβι Αλόνσο.

Ενα προσωπικό αντίο στον Γιούργκεν Κλοπ, τον άνθρωπο που αναγέννησε τη Λίβερπουλ-1

Τα καλοκαίρια ανέλυα με λεπτομέρεια το ιδανικό πλάνο της θερινής μεταγραφικής περιόδου. Τα ντουμανιασμένα καφενεία, οι σχολικοί τσαμπουκάδες με χρώμα πράσινο κόκκινο, κίτρινο και μαύρο με άφηναν παγερά αδιάφορο, το ίδιο και οι φανατισμένες ατάκες για πουλημένους διαιτητές, επεισόδια και αναβολές στα ελληνικά γήπεδα. Την ίδια όμως στιγμή έπρεπε να συμβιβαστώ με το αναπόφευκτο: Η κατρακύλα είχε αρχίσει.

Στον πάγκο τον Ρόι Χόντσιν διαδέχθηκε ο Λινκ Κένι (Νταλγκλίς). Η Λίβερπουλ άλλαζε προπονητές που δεν μπορούσαν να εμπνεύσουν ούτε τον πιο φανατισμένο κόκκινο οπαδό του Μέρσεϊσαϊντ. Έπαιρνε παίκτες από τα αζήτητα, πωλούσε αστέρια με την πρώτη ευκαιρία, πάλευε με θηρία λαβωμένη, κι εγώ, μπροστά στην οθόνη, είχα καταδικαστεί σε ένα ατέλειωτο rollercoaster χωρίς διαφυγή. Η ομάδα, το μικρόβιο της οποίας είχε μπει εντός μου τον Δεκέμβρη του 2004, είχε στο DNA της το μέταλλο του αουτσάιντερ. Έπαιζε άθλια απέναντι σε μικρές ομάδες όταν ένιωθε πως έχει την υπεροχή, έδινε την ψυχή της απέναντι σε μεγάλα ονόματα. Για μερικά χρόνια, κάθε φορά που άκουγα το σφύριγμα της λήξης, η απογοήτευση μετριαζόταν με το άκουσμα εκείνου του ύμνου, που το 2005 είχε τυπωθεί με τρόπο ξεχωριστό στον ψυχισμό μου: Walk on through the wind, walk on through the rain, though your dreams be tossed and blown.

Νέες ελπίδες

Μαζί με τις Πανελλήνιες ήρθε και ο Λουίς Σουάρεζ. Η κούρσα για έναν τίτλο που προσγειώθηκε από το πουθενά μπροστά μας, τα παιχνίδια που προλάβαινα με την ψυχή στο στόμα, προφασιζόμενος δικαιολογίες για να φύγω λίγα λεπτά νωρίτερα από τα φροντιστηριακά διαγωνίσματα του Σαββατοκύριακου. Ήρθε η ελπίδα. Το γλίστρημα του παιδικού μου ήρωα που κόστισε το πολυπόθητο πρωτάθλημα, δεκαετίες μετά την τελευταία κατάκτηση. Οι στίχοι πάλι εκεί: At the end of the storm there is a golden sky.

Ενα προσωπικό αντίο στον Γιούργκεν Κλοπ, τον άνθρωπο που αναγέννησε τη Λίβερπουλ-2

Κι έπειτα ήρθε εκείνος. Ο Normal One. Έβλεπα την παρουσίαση του Γιούρκεν Κλοπ από το φοιτητικό μου σπίτι, μαζί με τον συγκάτοικο, (φανατικό της Μπαρτσελόνα με τον οποίο ένα βράδυ τρία αργότερα η φιλία μας έμελλε να περάσει κρίση), να κάνει δηλώσεις ζητώντας από τον κόσμο «πίστη». «Change from doubters to believers», έλεγε.

Ένας τύπος ειλικρινής, σκληρός αλλά αυθόρμητος σαν παιδί που δεν δίστασε να ξεσπάσει σε κλάματα από τη συγκίνηση και να απαντήσει ευθέως, κατά μέτωπο προς όποιον χρειαζόταν για να υπερασπιστεί τους δικούς του. Να γίνει ένα κουβάρι με τους παίκτες στις μεγάλες στιγμές, να σπριντάρει μέχρι τη μέση του γηπέδου πανηγυρίζοντας, να ξεσηκώσει το στάδιο όπως λίγοι. Η πόλη άλλαζε. Το ίδιο και τα αποδυτήρια. Όλοι έπαιζαν για εκείνον, έδιναν την ψυχή τους για τον αυστηρό και συνάμα καλόκαρδο τύπο που σαν πατέρας, αγκάλιαζε τους παίκτες έναν- έναν μετά το τέλος του αγώνα. Έσφιγγε τη γροθιά του μπροστά στο κοινό το Anfield φώναζε κάθε φορά και πιο δυνατά. Δεν μας πήρε πολύ καιρό για να πιστέψουμε.

Ακολούθησαν τα χρόνια του φωτός. Οι τελικοί του Europa και του Champions League, οι τρελές κούρσες απέναντι στους Πολίτες του Μάντσεστερ, τα μεγαθήρια με την ατέλειωτη μηχανή παραγωγής χαρτονομισμάτων. Πάλι αουτσάιντερ. Αυτή τη φορά πιο ψηλά. Αυτή η ομάδα μόνο έτσι μπορεί. Παλεύοντας για να αποδείξει. Έτσι ήρθε το πρώτο πρωτάθλημα μετά από 30 χρόνια. Έτσι φτάσαμε στον δρόμο για το quadrable.

Κλοπ, κάτι πολύ παραπάνω από ένας προπονητής

Πέρυσι, στην άλλη άκρη του κόσμου, στη Μελβούρνη της Αυστραλίας ήταν που αντιλήφθηκα στα αλήθεια την επίδραση του ανθρώπου αυτού στους φιλάθλους της ομάδας. Το ξυπνητήρι συνήθως χτυπούσε στις τρεις και τέσσερις το βράδυ. Η διαφορά ώρας επέβαλε να συντονιζόμαστε για τα παιχνίδια στη μέση της νύχτας. Σηκωνόμουν, αθόρυβα πάλι, όπως παλιά, από το κρεβάτι μου και προσέχοντας μη ξυπνήσω τους γείτονες στον όροφο μας, καλούσα το ασανσέρ.

Ενα προσωπικό αντίο στον Γιούργκεν Κλοπ, τον άνθρωπο που αναγέννησε τη Λίβερπουλ-3

Έξω οι δρόμοι ήταν άδειοι. Το μόνο που ακούγονταν ήταν οι μεθυσμένοι διάλογοι όσων ξενύχτησαν το βράδυ στην πόλη. Περπατούσα μόνος στα στενά, ανάμεσα στους ουρανοξύστες, για την παμπ που συναντιόμασταν. Πιτσιρικάδες και ηλικιωμένοι, άνθρωποι κάθε εθνικότητας, Βιετναμέζοι, Άγγλοι και Ινδοί, περίμεναν τον αγουροξυπνημένο μπάρμαν να ανοίξει τα στόρια του μαγαζιού και τις τηλεοράσεις για χάρη μας. Δεν γνωριζόμασταν μεταξύ μας.  Δεν μας ένοιαζε. Καθόμασταν δίπλα δίπλα. Μιλούσαμε για την ενδεκάδα, για την κακή χρονιά που διανύαμε, για τις συγκινήσεις που είχαμε πάρει από τον άνθρωπο που, ακόμη και στα δύσκολα, εν μέσω καταιγίδας, δεν αμφισβητήσαμε στιγμή. Οι μεγαλύτεροι, εκείνοι που έζησαν τις ένδοξες μέρες, διηγούνταν ιστορίες για τον Νταλγκλίς, τον Ίαν Ράς, και τους θρύλους του παρελθόντος.

Για αυτούς, ο Γιούργκεν Κλοπ ήταν ένας από μηχανής θεός που έφερε ξανά την ομάδα στο φως. Εμείς μιλούσαμε για έναν κουλ, αυθεντικό τύπο που στον διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο του ποδοσφαίρου, στην εποχή του VAR, των ψιθύρων της Super League, των μπλε καρτών, παρέμενε ένα σταθερό σύμβολο στα μάτια μας. Ο Normal One, όπως κάποτε μας συστήθηκε την πρώτη εκείνη μέρα, σύντομα θα πει αντίο σε όλους μας. Και οι στίχοι εκείνοι, που ακούγονται κάθε φορά στην έναρξη και πριν το σφύριγμα της λήξης, θα τον ακολουθούν για πάντα: You Will Never Walk Alone.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή