ΤΑΞΙΔΙΑ

Ανάσες στον Όλυμπο

img_20200301_124140

Αρχές της άνοιξης, λίγο πριν από την απαγόρευση της κυκλοφορίας, βρεθήκαμε στο μυθικό βουνό. Μέσα στο πυκνό χιόνι, που κρατάει μέχρι τον Μάιο, αναπνεύσαμε βαθιά και έτσι αντέξαμε τον εγκλεισμό. Εκεί ονειρευόμαστε να επιστρέψουμε!

Το χιόνι λιώνει αργά στη μικρή κατσαρόλα που ισορροπεί αμφίβολα στο πολυχρησιμοποιημένο γκαζάκι. Τρεις άνθρωποι, καθισμένοι οκλαδόν σαν σε άσκηση διαλογισμού, το κοιτάμε από πάνω λες και είναι το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο. Αυτή τη στιγμή όμως, που αναγκαζόμαστε να βράσουμε χιόνι για να έχουμε πόσιμο νερό, φαντάζει θησαυρός. Διάφορα σωματίδια διακρίνονται. Οι ταμπλέτες καθαρισμού που θα ρίξουμε θα τα σκοτώσουν όλα – και μαζί την όρεξή μου να το πιω, η γεύση οριακά αντέχεται. Τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας και το σαρακοστιανό γεύμα μας αποτελείται από κονσέρβες με χταπόδι και καλαμάρι, με τρισάθλια γεύση. Είναι εξαιρετικό, γιατί το απολαμβάνουμε στα 2.650 μ. υψόμετρο, στην τζαμαρία του καταφυγίου «Γιώσος Αποστολίδης», που τον χειμώνα και την άνοιξη λειτουργεί ως καταφύγιο έκτακτης ανάγκης.

Η μύτη τρέχει ασταμάτητα, τα χείλη έχουν ματώσει, τα ακροδάχτυλα δεν νιώθουν το άγγιγμα, κι ας τα τρίβω ασταμάτητα. Έντεκα ώρες κάναμε να ανέβουμε στο Οροπέδιο των Μουσών αυτή τη φορά. Ούτε έξι μήνες δεν έχουν περάσει και βρέθηκα πάλι στη θέση Γκορτζιά να δένω σφιχτά τα κορδόνια, έτοιμη για μία ακόμη ανάβαση στον  Όλυμπο, αρχές άνοιξης που είναι ολόιδια με τον χειμώνα εδώ πάνω. Μαγνητισμένη από τη γοητεία του βουνού των δώδεκα θεών. Κραμπόν στα πόδια, πιολέ στο χέρι, ορειβατικά παπούτσια-τρακτέρ, γκέτες, βέστες και αντιανεμικά, μπαφ και σκουφιά, γάντια σχεδιασμένα για πολικές θερμοκρασίες. Απόκριες κι έχω ντυθεί… ορειβάτης, μια και στην πραγματικότητα δεν είμαι. Για να κάνει κανείς χειμερινό βουνό, χρειάζεται εκπαίδευση στις σχετικές σχολές – εγώ χρειάστηκα μόνο τον ορειβάτη φίλο μου Ορέστη Μήτρου για να με πάει με ασφάλεια, κι αυτό είναι τύχη.


Μέρα νύχτα λιώναμε χιόνι για να έχουμε πόσιμο νερό. (Φωτογραφία: ΟΛΓΑ ΧΑΡΑΜΗ)

Δεν είχα την ίδια τύχη κατά την ανάβαση όμως, μια και μετά το καταφύγιο της Πετρόστρουγκας το πυκνό χιόνι έσβηνε τα ίχνη. Αποτέλεσμα, να πορευτούμε βάσει του καλοκαιρινού μονοπατιού και να ανοίγουμε βήματα στις απάτητες πλαγιές, να μου φτάνει το χιόνι έως τον γοφό, να νιώθω το κάθε πόδι να ζυγίζει 100 κιλά λόγω της κίνησης που έπρεπε να κάνει, να διπλασιάζονται ο κόπος και ο χρόνος πορείας. Τον χειμώνα, τα μονοπάτια στα βουνά αλλάζουν. Ανεβαίνεις κάθετα τις πλαγιές και τις σάρες, αφήνοντας τις καλοκαιρινές τραβέρσες που κάνουν πιο ήπια την κλίση. Εκτός χρόνου, με βάρος στην πλάτη, μια και μέχρι τον Μάιο τα καταφύγια δεν λειτουργούν και κουβαλάς μαζί σου ό,τι θα χρειαστεί για διαβίωση, άρχισα να… τρομοκρατούμαι ότι θα μας βρει η νύχτα στη μέση του πουθενά. Ο ήλιος έγειρε κι ο αέρας άρχισε να φυσά. Τότε θυμήθηκα και όλες τις ιστορίες ανθρώπων που βρέθηκαν χειμώνα εδώ: για χιονοστιβάδες, χιονοθύελλες, γλιστρήματα και άλλα τρομακτικά. Τις πιο λάθος στιγμές τα θυμάσαι όλα!

Φτάσαμε στην κορυφή της Σκούρτας το δειλινό. Από την αρχή δύο σημεία φοβόμουν: τον περίφημο Λαιμό, έναν στενό λαιμό πάνω από το χάος, και το πέρασμα του Γιώσου, έναν μικρό κάθετο βράχο που θέλει ήπια αναρρίχηση. Και η τύχη μου με καλούσε να τα περάσω νύχτα. Μετά τη Σκούρτα άρχισα να τρέχω, η κούραση εξαφανίστηκε μπροστά στην ελπίδα να προλάβω το τελευταίο φως. Ούτε το καλοκαίρι δεν πέρασα τόσο γρήγορα τον Λαιμό, ενώ ο Γιώσος, επειδή με έδεσαν με σχοινί, μου φάνηκε παιχνιδάκι. Ένα απότομο κομμάτι μόνο, ανάμεσά τους, πάνω από τον γκρεμό είχε αρχίσει να παγώνει αφού νύχτωνε και μου προκάλεσε τρόμο. Κάρφωνα με τόση μανία τα κραμπόν στον πάγο, που ο αστράγαλός μου ακόμη πονάει μόλις πιεστεί, κι ας έχουν περάσει σχεδόν δύο μήνες!


Κατηφορίζοντας από τον Όλυμπο, μετά τη Σκούρτα τα δύσκολα είναι πίσω μας. © ΟΡΕΣΤΗΣ ΜΗΤΡΟΥ

Τα τελευταία χιλιόμετρα έγιναν μαύρη νύχτα, χωρίς φεγγάρι και φυσικά με πολύ κρύο. Τα μάτια μου έτρεχαν δάκρυα, τα πόδια σέρνονταν. Νόμιζα ότι δεν θα φτάσουμε ποτέ, μέχρι που διακρίναμε ένα αχνό φως, το καταφύγιο «Γιώσος Αποστολίδης», η σάλα του οποίου μένει ξεκλείδωτη κι έτσι δεν χρειάζεται να κουβαλάς και σκηνή. Λόγω του ύψους του χιονιού, μπήκαμε από το παράθυρο. Στον χώρο όπου το καλοκαίρι μετράς δεκάδες ανθρώπους να γευματίζουν σε τραπέζια, μας υποδέχτηκαν στα σκοτεινά δύο μικρές παρέες, εννέα άτομα σύνολο. Εξουθενωμένη, κάθισα καταγής σε μια γωνιά, ανίκανη να συνειδητοποιήσω πού βρίσκομαι.

Οι φίλοι μου ανέλαβαν όλες τις δουλειές. Το κρύο ήταν έντονο και μέσα στη σάλα, και ο ύπνος κατάχαμα άβολος. Αλλά η γκρίνια δεν έχει θέση εδώ πάνω. Η παρέα το βράδυ αντάλλασσε αγαθά που σε τέτοιες συνθήκες μοιάζουν πολύτιμα. Μια μπάρα δημητριακών, μια σοκολάτα, μια μπίρα, μια ανάμνηση απ’ το βουνό… Κάποιος άναψε δύο ρεσό, ένας άλλος κέρασε ρούμι και ο ύπνος ήρθε πανεύκολα.

ΣΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΤΟΥ ΔΙΑ

Ξύπνησα πρώτη. Πάνω που χάραζε. Δώδεκα υπνόσακοι σε σειρές στο δάπεδο κι ένα σκυλί που κουνούσε την ουρά. Η Ήρα, το σκυλί του Ολύμπου, που συνοδεύει τους πεζοπόρους μέχρι και την κορυφή του Μύτικα. Τα παράθυρα θολά από τη διαφορά θερμοκρασίας και έξω το πιο όμορφο θέαμα του κόσμου. Το Οροπέδιο των Μουσών, κατάλευκο από το χιόνι και ελαφρώς ροζ στο πρώτο φως. Το επιβλητικό Στεφάνι, ο Θρόνος του Δία, όπως τον λένε, πιο εντυπωσιακό από ποτέ, η ησυχία απόλυτη κι ο ελληνικός καφές, παρότι φτιαγμένος από χιονόνερο και σε πλαστικό ποτήρι, απολαυστικός.

Το δώρο που μας επιφύλαξε το βουνό ήταν μια ηλιόλουστη μέρα με άπνοια. Να κάνεις ασταμάτητα βόλτες στο χιόνι, να κουτρουβαλάς στις σάρες σαν παιδί – από τη μια τσουλήθρα, από την άλλη πατινάζ, πιο πέρα χιονοπόλεμος. Όλα τα τερέν στα πόδια σου: μαλακό χιόνι, παγωμένο ή ακόμη και πάγος. Να ανεβαίνεις στις γύρω μικρές κορυφές, ψάχνοντας την καλύτερη θέα και φωτογραφία. Να κοιτάς και να ανασαίνεις λες και μόλις γεννήθηκες.


Στο δάσος, κάτω από το καταφύγιο της Πετρόστρουγκας. (Φωτογραφία: ΟΛΓΑ ΧΑΡΑΜΗ)

Στην τραβέρσα που διασχίζει τη βάση του Στεφανιού νιώθεις το απόλυτο δέος, σαν playmobile στο μεγαλείο του βουνού. Έπειτα, η θέα τριγύρω κόβει την ανάσα: από τη μια μόνο λευκές κορυφογραμμές και τα δύο καταφύγια (Αποστολίδη και Κάκκαλου) σαν παιδικά παιχνίδια κι αυτά. Από την άλλη, τα παράλια και η θάλασσα, και πέρα τα περίφημα λούκια που οδηγούν στις ψηλές κορυφές, τον Μύτικα και το Στεφάνι. Λίγα βήματα ακόμη και να σου πάλι ο τρόμος. Εκεί που οι υπόλοιποι προχωρούσαν άνετα βαδίζοντας με τα κραμπόν, εγώ ήμουν στα τέσσερα καρφώνοντας εναλλάξ κραμπόν και πιολέ στο χιόνι, κοιτώντας από κάτω μου έναν γκρεμό δίχως σταματημό. Κάθε κραμπονιά ήταν στο μυαλό μου ζήτημα ζωής και θανάτου, ενώ δεν θα φανταζόμουν ποτέ ότι θα αγαπούσα ένα πιολέ τόσο πολύ! Έτσι, δεν πήγαμε στις κορυφές και ο φίλος μου ο Γιάννης μάλλον με μισεί γι’ αυτό. Δεν θα έφτανε ο χρόνος σίγουρα (ή έτσι λέω για δικαιολογία). Η ώρα περνούσε και τα προγνωστικά έλεγαν ότι το επόμενο πρωί θα είχε αέρα με ταχύτητα 70 χλμ./ώρα, άρα έπρεπε να κατέβουμε από το βουνό γενικά. Δεν κατεβήκαμε. Η ωραία παρέα στο καταφύγιο, η λιακάδα, η εξωπραγματική δύση… Μέσα στα ροζ χρώματα, στην ελαφριά βουή του αέρα και στα νέφη που άρχισαν να ανεβαίνουν μυστηριακά από τα ονομαστά Καζάνια. Και αργότερα, η ανεπανάληπτη έναστρη νύχτα. Να νιώθεις μόνος με το βουνό, άλαλος μπροστά στο απερίγραπτο θέαμα και στην πρωτόγνωρη αίσθηση. Προσωπικά, κατέβαλλα μεγάλη προσπάθεια να μιλήσω κάθε φορά που κάποιος μου απηύθυνε τον λόγο.

Το «πληρώσαμε» την επόμενη μέρα βέβαια, που ο Δίας μάς έδιωξε κακήν κακώς: το καταφύγιο έτριζε ολόκληρο από τον αέρα, ο ουρανός έπεφτε να μας πλακώσει και οι ριπές μάς έριχναν στην κυριολεξία κάτω. Πάλι τρέχοντας κατέβηκα και με το πιολέ σε ετοιμότητα, για να μην ανεμίσω. Έξι ώρες μετά, το μόνο που έμοιαζε… τρομακτικό ήταν η πολυκοσμία και η βαβούρα στο Λιτόχωρο. Τόσο εξωγήινοι δεν νομίζω ότι έχουμε ξανανιώσει.