COVID-FREE ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Λέσβος – Χρούσος: Άμμος, ούζο και ιστορίες

(Φωτογραφίες: ΟΛΓΑ ΧΑΡΑΜΗ)

«Κερνάω ούζο άμα ανέβεις στην πλατεία», λέει στο τηλέφωνο ένας κύριος δίπλα μου. «Βάλε δυο ούζα κι έρχομαι», φωνάζει ένας περαστικός στον καφετζή. «Έλα το βραδάκι να κεράσω ούζο», λέει σ’ εμένα ο ίδιος ο καφετζής. Στην πλατεία του Μεσότοπου όλοι μιλούν για ούζο. Στη Λέσβο «παίζει» να είναι η πρώτη λέξη που μαθαίνουν τα παιδιά. Η άλλη είναι η «παπαλίνα», η παστή σαρδέλα Καλλονής δηλαδή. Μεσημέρι του Αυγούστου και ψάχνω ζακέτα. Στην παχιά σκιά των πλατάνων, με ένα μόνιμο λες αεράκι, ξεχνάς τις εποχές.

Κατέβηκα στο λιμάνι της Μυτιλήνης κι έκανα μιάμιση ώρα να φτάσω στο χωριό – αυτό νόμιζα ότι συνέβαινε μόνο στην Κρήτη. Τρεις προσκλήσεις είχα από το ίδιο μέρος της Ελλάδας, από το ίδιο σημείο του ίδιου νησιού. Ένας φίλος με καταγωγή από τον Μεσότοπο ξεκαλοκαιριάζει εδώ. Τρεις φίλοι Εξαρχιώτες στον Χρούσο, την παραλία από κάτω, κι ένας ακόμη στο διπλανό Ταβάρι. Δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, κι αυτό είναι το αλλόκοτο. Ήρθα κι εγώ να καταλάβω τι βρίσκουν εδώ. 

Μία βδομάδα το ίδιο δρομολόγιο: Μεσότοπος-Ταβάρι-Χρούσος. Επτά χιλιόμετρα όλα μαζί. Στον Μεσότοπο για μεσημεριανό ούζο, να ακούω ιστορίες, να χαζεύω το προπολεμικό μπαρμπέρικο απέναντι από την πλατεία, να μαθαίνω απ’ τις κυράδες να φτιάχνω χάχλες (τοπικό τραχανά), να παρατηρώ τη Μάγδα να φτιάχνει τα ωραία κεραμικά της. Στο Ταβάρι, που είναι και κάπως φασαριόζικο, μέρα παρά μέρα, για δύο και μόνο λόγους: την ταβέρνα Παλούκος με τα απίθανα θαλασσινά σε απίθανες τιμές, και το καφέ-μπαρ Ίσαλος, διότι καλό το ούζο, Μυτιληνιοί μου, αλλά και ένα ποτάκι το θέλει ο άνθρωπος. Και στον Χρούσο. 

Βάζω τελεία, γιατί ό,τι και να πω για τον Χρούσο θα είναι λίγο. Βύθισα χέρια και πόδια στην παχιά άμμο του και δεν ήθελα να κουνήσω. Παρότι τα νερά του είναι κάπως σκούρα, όπως παντού στη Λέσβο, η αύρα ξεπερνά κάθε φαντασία. Το απερίγραπτο φως, έτσι όπως πέφτει πάνω στις καλαμιές και τις κάνει πιο πράσινες από ποτέ, που χρυσίζει την άμμο και τη θάλασσα, το ποτάμι με τις μικρές χελώνες που εκβάλλει εδώ, η άμμος όπου ξαπλώνεις μέρα νύχτα, τα αλμυρίκια όπου οι κατασκηνωτές φτιάχνουν τα καλοκαιρινά τους χωριά με σκηνές και αιώρες – παρότι οι ντόπιοι φωνάζουν λες και αρνούνται να μοιραστούν τον Παράδεισο. Και η καντίνα του Άγγελου βέβαια, όπου τρωγοπίνεις βασιλικά πάνω στην άμμο. Μέχρι και αυτοσχέδιο πάρτι είδα εδώ, με δέκα νοματαίους όλους κι όλους, που χόρευαν εκστασιασμένοι κάτω από τα αστέρια. Μετά όλα ησυχάζουν. Ο καθένας παίρνει τον δρόμο για την «καβάτζα» του. Μόνο οι καλαμιές ακούγονται που θροΐζουν στο αεράκι και τα ψάρια που τσαλαβουτούν στο ποτάμι. Μια φωτιά εδώ, ένας φακός πιο πέρα, τις καθημερινές μετριόμαστε στα δάχτυλα. Ακόμη δεν έχω καταλάβει γιατί γύρισα.