COVID-FREE ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Κρήτη – Αγιοφάραγγο: Στον αστερισμό του νότου

(Φωτογραφία: ΟΛΓΑ ΧΑΡΑΜΗ)

Αναπολώντας τις στιγμές που οι φετινές διακοπές σε νησιά έμοιαζαν κανονικές.

Ένας μόνο γρύλος. Είναι στο πίσω μέρος της παραλίας και αντιλαλεί παντού. Το κάλεσμά του κάνει ηχώ στο φαράγγι και σκορπίζεται πάνω από τη θάλασσα. Το σκοτάδι είναι απόλυτο: μόνο τα αστέρια μοιάζει να έχουν υπόσταση κι είναι τόσο φωτεινά, που νομίζεις ότι θα τα ακουμπήσεις αν απλώσεις το χέρι. Οι δύο βραχίονες που εισχωρούν στο πέλαγος ίσα που διακρίνονται στο σκοτάδι. Πέντε μικρές παρέες όλες κι όλες, αμίλητες. Ανεπαίσθητα «ψου ψου» που δεν προλαβαίνουν να σχηματίσουν λέξεις στα αυτιά μου. Κάθε που ανάβει ένας φακός, ξεκινά θέατρο σκιών στα πελώρια βράχια που μας περιβάλλουν. Η βουτιά γίνεται κι αυτή αθόρυβα, μήπως και διαταραχθεί το σύμπαν. Μόνο το πλαγκτόν γύρω από τα σώματα προδίδει τους τολμηρούς. 

Έτσι είναι οι νύχτες εδώ στα νότια, στο Αγιοφάραγγο του νομού Ηρακλείου, κάτω από τα Αστερούσια Όρη. Οι μέρες κυλούν επίσης αθόρυβα. Περνούν δίχως να τις καταλάβεις. Ο χρόνος μοιάζει να αλλάζει μονάδα μέτρησης. Η θάλασσα είναι κρυστάλλινη, με τα πιο διαυγή μπλε νερά, τα βότσαλα υπέροχα και μικροσκοπικά, τα βράχια της θάλασσας βολικά για βουτιές και τα βράχια της στεριάς ιδανικά για αναρρίχηση, μη βαρεθούμε κιόλας απ’ την ξάπλα. «Υπάρχει άνθρωπος που βαριέται την ξάπλα;» αναρωτιέμαι την πρώτη μέρα, καθώς αφήνομαι σαν εκκρεμές στην αιώρα. Στη σκιά της ελιάς, μέσα στον ελαιώνα του φαραγγιού, ο ήλιος παλεύει μάταια να στείλει τις ακτίνες του πάνω μου. Ο μεσημεριανός ύπνος αργεί να έρθει. Η φασαρία είναι εκκωφαντική: τα τζιτζίκια δεν χαμπαριάζουν από το social distancing, που στο Αγιοφάραγγο τηρείται αυθόρμητα εδώ και χρόνια, ούτε σέβονται τη ραστώνη της μεσημεριανής σιέστας – είναι άπειρα, το ένα δίπλα στο άλλο και πότε πότε πέφτουν και πάνω μου. Ομοίως και τα κατσίκια. Κάθε μέρα κάνουν επιδρομή και φεύγουν με λάφυρα φρούτα και λαχανικά.

Ο κακοτράχαλος χωματόδρομος από τη Μονή Οδηγήτριας, το μονοπάτι 30 λεπτών και η έλλειψη παροχών αποτρέπουν τους ανθρώπους από την επιδρομή – μόνο η καντίνα «Kuna muta» στην αρχή του μονοπατιού εξασφαλίζει τα απαραίτητα. Οι θρύλοι του φαραγγιού για τους ασκητές που φώλιαζαν στα βράχια από τον 7ο αιώνα και τρέφονταν με ελιές ενισχύουν τη γοητεία: «τα χελιδόνια είναι οι ψυχές των ασκητών, γι’ αυτό παραμένουν στο φαράγγι όλο τον χρόνο», «ασκητικές φιγούρες εμφανίζονται συχνά στους βοσκούς», «το εκκλησάκι του Αγίου Αντωνίου λειτουργεί πιο συχνά από ό,τι νομίζουν οι πατέρες της Οδηγήτριας», «το φαράγγι μοσχοβολά λιβάνι τις νύχτες», λένε οι ντόπιοι. Τίποτε από αυτά δεν είδαμε, αλλά ένα έξτρα δέος το νιώσαμε όταν σκαρφαλώναμε στις διανοιγμένες πια αναρριχητικές διαδρομές. Γιατί, εντάξει, είπαμε, πόση ξάπλα να αντέξει κανείς;