COVID-FREE ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Νίσυρος: Αναπάντεχο εμβόλιο ζεστασιάς

© ΜΑΡΙΚΑ ΤΣΟΥΔΕΡΟΥ

Αναπολώντας τις στιγμές που οι φετινές διακοπές σε νησιά έμοιαζαν κανονικές.

Καιρό πριν από τον κορωνοϊό είχα αποφασίσει το καλοκαίρι να με βρει σ’ ένα μέρος σχεδόν απομωνομένο. Κάπου χωρίς πολλές επαφές, με μόνη συντροφιά την ησυχία. Κάποιοι φίλοι που απεχθάνονται το κλισέ των τιρκουάζ νερών και τον πακεταρισμένο τουρισμό σχεδόν με εξανάγκασαν να κλείσω εισιτήρια για Νίσυρο. Πέταξα αεροπορικώς για Κω. Ο ντόπιος ταξιτζής που με οδήγησε στο λιμάνι για να επιβιβαστώ στη… μουσειακή «Παναγιά Σπηλιανή», που άμα τη εμφανίσει δεν σε πείθει ότι θα καταφέρει να φτάσει στο Μανδράκι, ήταν ανένδοτος: «Μα τι πας να κάνεις εκεί δώδεκα μέρες; Θα βαρεθείς. Μία ωραία παραλία έχει όλη κι όλη, την Παχιά Άμμο, που αν φτάσεις χωρίς να γκρεμοτσακιστείς, αν αντέξεις τους free campers, τότε να παρακαλάς μη σε τσιμπήσει κανένας σκορπιός». 

Οι δυσοίωνες προβλέψεις του δεν επιβεβαιώθηκαν. Με το που πατάς το πόδι σου στο νησί, νιώθεις την ηφαιστειακή του αύρα να σε ταξιδεύει σε άλλες –πρωτόγνωρες– διαστάσεις. Δεν είναι μόνο η υπόκλιση στο μεγαλείο της φύσης που σου επιβάλλει η ατμόσφαιρα. Είναι και οι άνθρωποι που γνωρίζεις. Δεν ξέρω αν η έννοια της φιλοξενίας μπορεί να βρει καλύτερους εκφραστές.

Ο «Αντρίκος» στην πλατεία της Ηλικιωμένης περίμενε δύο μέρες αγόγγυστα να του πληρώσουμε τον «παχουλό» λογαριασμό που κάναμε στο ουζερί του, γιατί δεν ήξερε πώς να βάλει μπροστά το «αναθεματισμένο» PΟS χωρίς τη βοήθεια της συζύγου του, η οποία είχε αργήσει να έρθει εκείνη τη μέρα στο μαγαζί, γιατί έφτιαχνε σκορδαλιά με αμύγδαλο (παραδοσιακή συνταγή της Νισύρου). Η αποκάλυψη, βέβαια, ήρθε ένα βράδυ στους Πάλους, πίνοντας τζιν τόνικ στο Φαλιμέντο, με σάουντρακ από τα ’90s. Θαμώνας του μπαρ κάθε βράδυ ο σταρ του νησιού, ο περίφημος Γόης. Ξυλουργός το πρωί στα Νικιά, δεινός πότης τις νύχτες, με δική του βάρκα, αραγμένη στο λιμανάκι του χωριού. Δεν άργησε να μας πιάσει την κουβέντα, πείθοντάς μας ότι το τουριστικό καραβάκι που διοργανώνει τις ημερήσιες εξορμήσεις στο κοντινό Γυαλί (το ηφαιστειογενές νησάκι όπου γίνεται εξόρυξη ελαφρόπετρας και περλίτη) δεν αξίζει μπροστά στη δική του βάρκα, η οποία μπορεί να μας πάει –privé– εκεί που δεν πάει το άλλο. 

Αποδεχτήκαμε την πρόταση και την επόμενη μέρα βρεθήκαμε να κολυμπάμε στο Καλούτσι, μια ανεπανάληπτη μικρή αμμουδιά στο νότιο τμήμα. Μόνοι στον Παράδεισο, βουτώντας σε κρυστάλλινα νερά, ακούγοντας μόνο τον ήχο του κύματος. Επιστρέφοντας μετά από πέντε ώρες απόλυτης καλοκαιρινής απόλαυσης, ζητήσαμε τον λογαριασμό. «Δεν κάνει τίποτα. Χάρηκα που σας γνώρισα κι ελπίζω να ξανάρθετε στο νησί μας». Αυτή είναι η Νίσυρος. Οι άνθρωποι που την κατοικούν. Ένα αναπάντεχο εμβόλιο ζεστασιάς την εποχή της αποξένωσης (και της πανδημίας).