ΤΑΞΙΔΙΑ

Η Αθήνα που αγαπούν οι κομικάδες

Η Αθήνα που αγαπούν οι κομικάδες

Τέσσερίς νέοι comic artists σκιτσάρουν και μιλούν για τις πιο δικές τους γωνιές στην πόλη.

Είναι παλιά υπόθεση η απεικόνιση των πόλεων στα κόμικς. Ίσως γιατί το αστικό τοπίο ήταν ανέκαθεν ένα γοητευτικό εικαστικό εγχείρημα, ίσως γιατί στην πλοκή μιας ιστορίας σημαντικό ρόλο παίζουν όχι μόνο οι χαρακτήρες, αλλά και η ατμόσφαιρα που τους περιβάλλει, ίσως για ένα σωρό ακόμα λόγους. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Το σκοτεινό Γκόθαμ Σίτι του Μπάτμαν, η χαρωπή Λιμνούπολη της οικογένειας Ντακ, η κολοσσιαία Mega-City One του Δικαστή Ντρεντ, αλλά και οι αιωρούμενες πόλεις του Moebius, η επώδυνα αναπτυσσόμενη Νέα Υόρκη του Γουίλ Άισνερ, το παλιό Σικάγο του Κρις Γουέρ ή το φουτουριστικό Τόκιο του Κατσουχίρο Οτόμο είναι μόνο μερικά από αυτά.

Η Αθήνα δεν θα μπορούσε να μην αποτελεί πηγή έμπνευσης των εγχώριων δημιουργών κόμικς. Ο Γιάννης Καλαϊτζής την απεικόνισε με γκρίζους τόνους στην «Τσιγγάνικη Ορχήστρα». Ο Σπύρος Δερβενιώτης, στον «Φανούρη Άπλα», την είδε ως τη γνώριμη μεγαλούπολη των ’90s (που συμπλήρωνε τις ιστορίες των Δ. Βανέλλη και Δ. Καλαϊτζή). Ο Λέανδρος εντόπισε τις δύσμορφες πτυχές της στον «Παρία», ενώ ο Αλέκος Παπαδάτος και η Άνι Ντι Ντονά (βοηθούντος του σεναρίου του Αβραάμ Κάουα) ανέδειξαν το αρχαίο παρελθόν της στο graphic novel «Δημοκρατία».

Πώς τη βλέπουν, όμως, οι νεότεροι Έλληνες κομίστες και κομίστριες; Τι αγαπούν σε αυτήν, σε ποιες γωνιές της αισθάνονται πιο οικεία και σε ποιο κομμάτι της καθημερινότητάς της βρίσκουν τη χαρά; Θέσαμε αυτά τα ερωτήματα σε τέσσερις Έλληνες και Ελληνίδες εκπροσώπους της ένατης τέχνης, γνωρίζοντας ότι η σύγχρονη εγχώρια σκηνή κόμικς, αν δεν έχει κοινά χαρακτηριστικά, τότε σίγουρα διαθέτει εκπροσώπους με διακριτές τεχνοτροπίες και στιλ.

Οι απαντήσεις που μας έδωσαν αποτελούνται φυσικά από χρώματα και από γραμμές. Οι τελευταίες μπορεί ενίοτε να τέμνονται, φανερώνοντας ίσως κάποιες κοινές τάσεις ή προτιμήσεις. Μικρή σημασία έχει: στα πάνελ που ακολουθούν, η Αθήνα, μέσα από το βλέμμα τεσσάρων δημιουργών που τη ζουν, την υπομένουν και την αγαπούν, αποδεικνύεται για άλλη μία φορά γεμάτη από αγαπημένες συνοικίες και πάρκα, δρόμους και μπαλκόνια, εκεί όπου διαδραματίζονται οι σημαντικές ή ασήμαντες ιστορίες της.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ

«Μία γωνία για μένα, το Πολύγωνο» 

i-athina-poy-agapoyn-oi-komikades0

Λίγοι ξέρουν πού είναι το Πολύγωνο. Θα συναντήσεις κατοίκους του να δηλώνουν κάτοικοι Γκύζη, Αμπελοκήπων ή Κυψέλης. Υπάρχει κόσμος που το μπερδεύει με το Πεντάγωνο. Δεν υπάρχει κάποιο αξιοθέατο εδώ, ακόμη κι η πλατεία δεν είναι ακριβώς πλατεία. Έχει ανηφόρες και στενούς δρόμους, το πάρκινγκ είναι ένας εφιάλτης. Ένας φίλος μου νόμιζε ότι ζω σε κάποιο δάσος στο βουνό. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι η γειτονιά όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, την άφησα πίσω μου για δεκαπέντε χρόνια και βρέθηκα τυχαία να ζω πάλι εδώ. Από εδώ πάνω κοιτάμε την Αθήνα να απλώνεται από τα πόδια μας έως τη θάλασσα.

Ο Παναγιώτης Πανταζής είναι comic artist, εικονογράφος και μουσικός. Η επόμενη δουλειά του είναι ο νέος δίσκος του συγκροτήματός του, Echo Tides. Περισσότερα στο pantazis.space

ΓΕΩΡΓΙΑ ΖΑΧΑΡΗ

«Όλο αυτό το φασαριόζικο περιβάλλον»

i-athina-poy-agapoyn-oi-komikades1

Μου αρέσουν πολλά στην Αθήνα. Μου αρέσουν τα αρχαία της, τα νέα, τα εντελώς κατεστραμμένα, τα τραπεζάκια στα πεζοδρόμια, οι ανηφόρες όταν φτάνεις στην κορυφή τους, τα περίπτερα, οι στοές, το Πολυτεχνείο, ο Ηλεκτρικός όταν βγαίνει από το τούνελ και βλέπεις τις πολυκατοικίες, οι πολυκατοικίες γενικά, τα σινεμά που είναι παντού. Μου αρέσει ότι μπορώ να περπατήσω και να είμαι ξένη ανάμεσα σε ξένους, η δυνατότητα να πετύχω κάποιον γνωστό οπουδήποτε. Αγαπώ την Αθήνα ακριβώς γιατί είναι τόσο πυκνοκατοικημένη. Αγαπώ όλο αυτό το φασαριόζικο περιβάλλον, γιατί μου δίνει την αίσθηση ενός σκηνικού ιδανικού για άπειρες ιστορίες, ιστορίες χωρίς πεπερασμένο αριθμό: πραγματικές, φανταστικές, παρελθοντικές, μελλοντικές ή απλώς πιθανές.

Η Γεωργία Ζάχαρη έχει τιμηθεί από τα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς με το βραβείο Καλύτερου Πρωτοεμφανιζόμενου Καλλιτέχνη (2018) για την αυτοέκδοσή της «Ξεμάτιασμα». Τελευταία της δουλειά είναι το «Φεστιβάλ» (με τους Γ. Γούση και Π. Πανταζή), μια έκδοση για την 60ή επέτειο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. instagram.com/tiganopsomo

ΑΛΕΞΙΑ ΟΘΩΝΑΙΟΥ

«Ένα πάρκο που σφύζει από ζωή»

i-athina-poy-agapoyn-oi-komikades2

Πάρκο Ελευθερίας, ένα από τα λίγα πάρκα στην καρδιά της Αθήνας. Λόφος με χορτάρι και θέα σε τέσσερα επίπεδα: Βασιλίσσης Σοφίας, κτίρια, Υμηττός, αττικός ουρανός. Αποτελεί σπίτι για ποικιλία πουλιών, από καρακάξες μέχρι παπαγάλους. Στην επάνω πλευρά του, σε ένα όμορφο πετρόχτιστο, στεγάζεται το Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων και το Μουσείο Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Αντίστασης του Συνδέσμου Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974. Παρά το μικρό του μέγεθος, το πάρκο σφύζει από ζωή: κόσμος διάφορων ηλικιών και εθνικοτήτων αθλείται, κάνει πικνίκ, διαβάζει. Αποτελεί υπόδειγμα ελεύθερης χρήσης του πρασίνου και του δημόσιου χώρου, καθώς είναι ένας τόπος αναψυχής στον οποίο μπορεί κανείς να βρεθεί κοντά στη φύση, στην ιστορική μνήμη και στην τέχνη. Με άλλα λόγια, το Πάρκο Ελευθερίας είναι ένας τόπος όπου μπορεί κανείς να είναι πολίτης και όχι καταναλωτής.

Το εβδομαδιαίο στριπ της Αλέξιας Οθωναίου «Χ εις τον Ψ» δημοσιεύεται στην «Εφημερίδα των συντακτών», το «Ιστορίες που κρύβονταν σε προφανή μέρη» φιλοξενείται στο socomic.gr, ενώ το graphic novel της «Η γυναίκα με τα τραπουλόχαρτα» είναι υπό έκδοση (Jemma Press). Περισσότερα στο alexiaothonaiou.blogspot.com

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΟΥΣΗΣ

«Μπαλκόνια που σε συμφιλιώνουν με το αστικό χάος»

i-athina-poy-agapoyn-oi-komikades3

Αγαπώ την Αθήνα, γιατί είναι η πόλη στην οποία ζουν οι άνθρωποι που αγαπώ και γιατί αυτή αποτελεί το σκηνικό της κοινής ζωής μας. Ένα σκηνικό που μας ταιριάζει, γεμάτο αντιφάσεις και δαιδαλώδεις διαδρομές, όπως και εμείς. Θαυμάζω στην Αθήνα το πόσο ακομπλεξάριστη είναι με το χάος της, που από τα ψηλά της μπαλκόνια μάς το επιδεικνύει με κάθε ευκαιρία. Αναρωτιέμαι, τελικά, μήπως η συχνή οπτική τριβή μαζί του είναι ο λόγος που συχνά νιώθω συμφιλιωμένος με την έννοια αυτής της λέξης.

Το τελευταίο graphic novel του Γιώργου Γούση είναι το «Ληστές – Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα», που συνέγραψε με τον Γιάννη Ράγκο, αντλώντας έμπνευση από αληθινά πρόσωπα και γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην Ήπειρο από το 1909 έως το 1930. Περισσότερα στο facebook.com/GGoussis