ΤΑΞΙΔΙΑ

Η Ελληνίδα που μας έμαθε να ταξιδεύουμε

Γεμάτη από αναμνήσεις και συγκινήσεις, η Μάγια Τσόκλη μάς προτρέπει να γυρίσουμε τον κόσμο, γιατί «είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος να επιμηκύνεις τη ζωή σου».

i-ellinida-poy-mas-emathe-na-taxideyoyme

Αν μια Eλληνίδα είναι απόλυτα συνδεδεμένη στη συλλογική συνείδηση με το ταξίδι, αυτή είναι σίγουρα η Μάγια Τσόκλη. Δίκαια, όπως φαίνεται, όχι μόνο για τη μακρόχρονη ενασχόλησή της με το ταξιδιωτικό ρεπορτάζ, αλλά και γιατί, όπως λέει η ίδια, γεννήθηκε ταξιδεύοντας: «“Συνελήφθην”, λέει η οικογενειακή ιστορία, στη Βενετία. Γεννήθηκα στο Παρίσι και από μηνών ακόμη άρχισε το πηγαινέλα στην Ελλάδα με αεροπλάνα, τρένα και αυτοκίνητα. Πάντα λάτρευα να κοιτώ έξω από το παράθυρο, για τη μόνιμη εναλλαγή εικόνων, την αναζήτηση μιας λεπτομέρειας που κανείς άλλος δεν παρατήρησε ποτέ», θυμάται. H ταξιδιωτική δημοσιογράφος παλαιότερα υπήρξε σχεδιάστρια ρούχων και σήμερα, μεταξύ άλλων, είναι συνδημιουργός της μπύρας Νήσος, δημιουργός των sites travelsbytravelers.com και lepetitjournaldetinos.gr και πρόεδρος ΔΣ του μουσείου Κώστα Τσόκλη στην Τήνο – σίγουρα δεν είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος που μπορεί να συστηθεί με μία ιδιότητα: «Οι πολλές ιδιότητες μπορεί να καλύπτουν την ανάγκη μου για πολλές, ταυτόχρονες ζωές, όμως πιστεύω ότι με δυσκολεύουν στις κοινωνικές και επαγγελματικές μου επαφές. Ο άλλος θέλει να σε κατατάξει κάπου όταν σε έχει απέναντί του και στη δική μου περίπτωση αυτό είναι δύσκολο. Καταλήγουμε στο “η Μάγια είναι… η Μάγια”. Κολακευτικό μεν, αμήχανο δε. Νομίζω ότι αυτό που κάνω καλύτερα, σίγουρα αυτό που αγαπώ περισσότερο, είναι η ταξιδιωτική δημοσιογραφία, η φωτογραφία και τα ντοκιμαντέρ», λέει.

Για εκείνη, όσο περισσότερο ταξιδεύει κανείς τόσο πιο πλούσια σε αναμνήσεις και συγκινήσεις είναι η ζωή του: «Το ταξίδι είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος –το λέω χρόνια και με χαρά βλέπω τη σκέψη μου να υιοθετείται και από νεόκοπους ταξιδιώτες– να επιμηκύνεις τη μοναδική ζωή που σου χαρίστηκε. Περνούν μέρες, εβδομάδες και μήνες καθημερινής ρουτίνας που απλώς εξατμίζονται, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Και έρχεται ένα μικρό, ταπεινό Σαββατοκύριακο στο Πάπιγκο, στην Ύδρα ή στο Παρίσι να καλύψει με τη λεπτομερή θύμησή της τη θολή πάχνη της καθημερινότητας», εξηγεί. Παρ’ όλα αυτά, παραδέχεται ότι τώρα ταξιδεύει λιγότερο από ό,τι θα επιθυμούσε, λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων: «Έχω κλειδώσει τη Μάγια στο μπαούλο και παίζω, φοβάμαι με μέτριο ταλέντο, διάφορους ρόλους», λέει.

Καθώς ο κόσμος αλλάζει στο πέρασμα των χρόνων, παρατηρεί ότι αρκετοί προορισμοί που κάλυψε μέσα από την εκπομπή «Ταξιδεύοντας με τη Μάγια Τσόκλη» δεν υπάρχουν πια, όπως η Συρία, ή δεν είναι πλέον ασφαλείς, όπως πολλά μέρη του Πακιστάν, του Αφγανιστάν ή της Υεμένης: «Ακόμη και η Τουρκία, που τόσο αγαπήσαμε, σήμερα για πολιτικούς λόγους έχει απομακρυνθεί από την ψυχή μας», παρατηρεί. Ωστόσο κάποια μέρη στα οποία αγαπά να επιστρέφει είναι «η Μαδαγασκάρη, η Αιθιοπία, το Αφγανιστάν, το Ιράν. Μέρη σκονισμένα αλλά και απαστράπτοντα. Μέρη που σε ταράζουν, σε εκπαιδεύουν, σε επιστρέφουν στην απαρχή του κόσμου μας». Το Αφγανιστάν άλλωστε, όπως περιγράφει, ήταν από τα ταξίδια που την καθόρισαν ως άνθρωπο: «Η πρώτη φορά που βρέθηκα στη χώρα ήταν το καλοκαίρι του 2004, λίγο πριν από τις “ελεύθερες” εκλογές που έβγαλαν τον Καρζάι νικητή. Ήταν μια χώρα κατεστραμμένη από δεκαετίες πολέμων, με άγριους, ατρόμητους, σκληρούς, περήφανους ανθρώπους. Για πρώτη φορά, μέσα στα συντρίμμια των αεροπλάνων και των τανκς, ανάμεσα σε οπλισμένους πολέμαρχους και παιδάκια που επέστρεφαν επιτέλους σχολείο, αισθάνθηκα ότι παρακολουθούσα την ιστορία να γράφεται και ποτέ δεν ένιωσα πιο ζωντανή», θυμάται. Ομοίως διδακτική ήταν για εκείνη και η Αφρική: «Μια εικόνα στη Ζάμπια άκρως αντιπροσωπευτική της ηπείρου: Ένας οικισμός με βουνά τα σκουπίδια. Μέσα από ένα από αυτά “αναδύεται” ένας πυλώνας ηλεκτρικού ρεύματος και σε ένα από τα “πόδια” του μια παρέα πιτσιρίκια έχουν φτιάξει μια κούνια, τρέχουν, παίζουν και γελούν σαν να μην υπάρχει αύριο. Γιατί πιθανώς και να μην υπήρχε. Ήταν ένα αξέχαστο μάθημα ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο βέβαιο από το Τώρα. Και οφείλεις να το βιώνεις, να το σέβεσαι και να το εκτιμάς».

i-ellinida-poy-mas-emathe-na-taxideyoyme0
Σαμαρκάντ, Ουζμπεκιστάν

Πώς θα είναι το ταξίδι σε αυτές τις περιοχές, και γενικά, μετά την πανδημία; «Φοβάμαι ότι για κάποια χρόνια θα γίνει άτολμο και πιο αποστειρωμένο. Θα αποφεύγουμε τον συγχρωτισμό και θα προτιμάμε την καθαριότητα και την τήρηση των κανόνων από τα σκονισμένα αγαθά του παλιού κόσμου. Ίσως αυτό επισπεύσει και το τέλος του. Κατά τα άλλα, θα γίνουμε πιο συνειδητοποιημένοι ταξιδιώτες, αν και δεν το συνδέω απαραίτητα με την Covid-19. Νομίζω ότι είναι μια τάση της εποχής, που πάει χέρι χέρι με το πέρασμα της ανθρωπότητας σε ένα νέο κεφάλαιο, αυτό της (αναγκαστικής, εάν θέλουμε να επιβιώσουμε) αειφόρου, ποιοτικής ανάπτυξης, με νέες προτεραιότητες και νέα ήθη», καταλήγει.

Προσόντα ενός ταξιδιώτη θεωρεί την ευελιξία, την περιέργεια, την ενσυναίσθηση, την ευγένεια και το χιούμορ, κυριότερο όλων, όμως, τον σεβασμό στη διαφορετικότητα και στην προσπάθεια κατανόησής της. «Προφανώς και θα κρίνεις, προφανώς και θα συγκρίνεις, αλλά πάντα πρέπει να έχεις στο μυαλό σου ότι δεν έχεις όλες τις παραμέτρους για να το κάνεις αντικειμενικά. Στο πρώτο μου ταξίδι στο Αφγανιστάν, σε μια συνέντευξη με την υπουργό επί γυναικείων θεμάτων, εκείνη άρχισε να μου αφηγείται τη δυσκολία να βγάλεις την μπούργκα από τις Αφγανές. Στη δική μας αντίληψη, τους το επέβαλαν οι συντηρητικοί μουλάδες και τη στιγμή που θα επιτρεπόταν, θα τις έβγαζαν. Όμως δεν ήταν τόσο απλό. “Η μπούργκα κρύβει την ένδεια”, μου είπε. “Είναι μια στολή ασφαλείας, γιατί χωρίς την μπούργκα πολλές γυναίκες νιώθουν κυριολεκτικά γυμνές”».

Μια και το 70% του κοινού των ταξιδιωτικών πρακτορείων είναι γυναίκες, όπως μας λέει, θα συμβούλευε τις νέες Ελληνίδες που θέλουν να ταξιδέψουν στον κόσμο να μάθουν καλά αγγλικά και άλλες γλώσσες και να βρουν μικρές, τοπικές ΜΚΟ για να δουλέψουν στο εξωτερικό. «Έτσι θα κατανοήσουν τις χώρες για την ουσία τους και όχι για το πόσο ινσταγκραμικές είναι. Επίσης, θα συμβούλευα να σέβονται τις συνήθειες του προορισμού και να μην παίρνουν ρίσκα χωρίς λόγο. Να μην ξεχνούν την ανησυχία που έχουν οι γονείς τους και να επικοινωνούν συχνά μαζί τους. Πρώτα να ζουν και μετά να φωτογραφίζουν αυτά που τους συμβαίνουν».

Από την πλευρά της, θαυμάζει τη Βρετανίδα ιστορικό Bettany Hughes: «Όχι απλώς την ξεχωρίζω, τη ζηλεύω φρικτά», λέει γελώντας και συμπληρώνει: «Για τη βαθιά μόρφωσή της, πρώτα απ’ όλα. Για τον λόγο της, για τον τρόπο διήγησης και για την (φαινομενική) ευκολία να μεταφέρει τη γνώση της…».