ΤΑΞΙΔΙΑ

Πού κάθισε ο Ξέρξης;

Αναζητώντας το ύψωμα από το οποίο ο Πέρσης βασιλιάς παρακολούθησε τη ναυμαχία της Σαλαμίνας.

poy-kathise-o-xerxis-561327886

Αν σας συναρπάζει η ιδέα ότι, εκτός από τους οργανωμένους αρχαιολογικούς χώρους, υπάρχουν αμέτρητοι, αχαρτογράφητοι αρχαιολογικοί θησαυροί, η δυτική Αθήνα και ο δυτικός Πειραιάς είναι για εσάς το Άγιο Δισκοπότηρο. Όποια –κυριολεκτικά– πέτρα κι αν σηκώσεις, θα ανακαλύψεις μια άγνωστη ιστορία και έναν αινιγματικό αφανή ήρωα. Στην προκειμένη εξόρμηση, βέβαια, τα πράγματα έγιναν ανάποδα, καθώς αναζητήσαμε τα ίχνη ενός κάθε άλλο παρά αφανούς ήρωα, που πρωταγωνίστησε σε μια καθ’ όλα γνωστή ιστορία. Το πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρουμε ποια ακριβώς πέτρα να σηκώσουμε για να τον βρούμε… Ο λόγος για τον «Θρόνο του Ξέρξη», από τον οποίο λέγεται ότι ο Πέρσης βασιλιάς παρακολούθησε τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. 
 
Μαρτυρίες της αρχαιοελληνικής γραμματείας

«Ο Ξέρξης, καθισμένος στα χαμηλώματα του βουνού που υψώνεται απέναντι από τη Σαλαμίνα κι ονομάζεται Αιγάλεω, όσο κρατούσε η ναυμαχία, όποτε έβλεπε κάποιον δικό του να κάνει ανδραγάθημα, ρωτούσε να μάθει ποιος το έκανε»*, αναφέρει ο Ηρόδοτος. «Ψηλά καθόταν, σε τόπο ξάγναντο κοντά στ’ ακροθαλάσσι κι ολάκερο θωρούσε το στρατό του»**, λέει ο Αισχύλος. Πού ακριβώς βρίσκεται το σημείο «κοντά στ’ ακροθαλάσσι», δεν είναι ξεκάθαρο. Κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που έχει ενδιαφέρον να αναζητήσεις τον «Θρόνο του Ξέρξη»: το να μπεις δηλαδή στη διαδικασία να ψάξεις, να διαβάσεις, να έρθεις σε επαφή (έστω και φευγαλέα) με αρχαία κείμενα. Ως προς το πού τελικά τοποθετήθηκε ο «Θρόνος», υπάρχουν διάφορες θεωρίες. Μία από αυτές τον θέλει στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Κερατσινίου. Το google maps πάντως με το όρο «Θρόνος του Ξέρξη» προβάλλει δύο καταχωρίσεις: μία στη βορειοανατολική πλευρά του όρους Αιγάλεω, κοντά στη Μονή Δαφνίου, και μία άλλη πάνω από το Πέραμα. 

Ο θρόνος του βασιλιά

Η τοποθεσία που έχει επικρατήσει ως «Θρόνος του Ξέρξη» είναι αυτή πάνω από το Πέραμα. Αυτή επιλέγουμε κι εμείς για να βρεθούμε στο σημείο που (πιθανώς) να κάθισε ο Πέρσης βασιλιάς. Αποφεύγουμε να προσεγγίσουμε το σημείο μέσα από τα λαβυρινθώδη δρομάκια του Περάματος, όπως προτείνει ο ψηφιακός χάρτης, αντιθέτως κατευθυνόμαστε στη λεωφόρο Σχιστού-Σκαραμαγκά και στρίβουμε στο στενό που οδηγεί προς το Περιβαλλοντικό Πάρκο Σχιστού Περάματος. Ακολουθούμε τις πινακίδες προς τη Μονή Αγίων Πατέρων Σχιστού, περνάμε μπροστά από τη μονή, στο τρίστρατο παίρνουμε τον δρόμο προς τα αριστερά και μετά από λίγες εκατοντάδες μέτρα οδήγησης σε βατό χωματόδρομο σταματάμε. Η συντομογραφία «Θρον. Ξερξ.» γραμμένη με κόκκινη μπογιά σε βράχο επιβεβαιώνει ότι είμαστε στο σωστό σημείο.

Ακολουθούμε τις κόκκινες βούλες πάνω στα βράχια και μετά από λίγα λεπτά περπάτημα (που μπορούν να κάνουν ακόμη και παιδιά, αν και όχι πολύ μικρά) φτάνουμε στον «Θρόνο». Γύρω μας, κατακίτρινες ασφάκες έχουν στήσει τον τρελό χορό της άνοιξης, ξεπροβάλλοντας από τις σχισμές των βράχων. Από κάτω απλώνεται το Πέραμα, ο Σταθμός Εμπορευματοκιβωτίων και ανάμεσά τους στριμωγμένο ένα τόσο δα λιμανάκι. Απέναντι η Ψυττάλεια και δίπλα η Κυνόσουρα. Όλο το σκηνικό της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας στο πιάτο.

poy-kathise-o-xerxis0
Το Σπήλαιο Σχιστού χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά στο τέλος της Ανώτερης Παλαιολιθικής (12η-11η χιλιετία π.Χ.).  

Tip: Σπήλαιο Σχιστού
Ακόμη ένας θησαυρός στα δυτικά της πόλης, κοντά στον «Θρόνο του Ξέρξη», είναι το Σπήλαιο Σχιστού, που δεν είναι επισκέψιμο, όμως αξίζει να γνωρίζει κανείς την ύπαρξή του. Γιατί; Επειδή χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στο τέλος της Ανώτερης Παλαιολιθικής (12η-11η χιλιετία π.Χ.), σύμφωνα με την ανασκαφική έρευνα της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας. Πριν από 13.000-14.000 χρόνια, δηλαδή, οι πρόγονοί μας έβρισκαν καταφύγιο εκεί! Στο σπήλαιο ανακαλύφθηκαν, μεταξύ άλλων, εργαλεία από οψιανό, ενώ στην πορεία του χρόνου ο χώρος λειτούργησε ως ιερό (πιθανόν της Αρτέμιδος, των Νυμφών και του Πάνα). Από επιστημονική άποψη, είναι ένα από τα σημαντικά σπήλαια της Αττικής. 

* Ηρόδοτος, Ιστορίαι, ΕΠΙΚΑΙΡOΤΗΤΑ, μτφρ. Λευτέρης Δρακόπουλος, 1988 
** Αισχύλος, Πέρσες, ΚΑΚΤΟΣ, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, 1991